Ἐτικέττες

, , , ,

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΕΦΗΜΕΙΡΟΥ ΜΑΣ π.ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΝΙΚΟΛΑΚΗ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΩΝ ΝΕΑΝΙΚΩΝ ΣΥΝΑΞΕΩΝ ΤΗΣ ΕΝΟΡΙΑΣ ΜΑΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟΔΕΙΠΝΟΥ ΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΑ 1 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

Ὁ ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας κόσμος προσπαθεῖ συνεχῶς νὰ ὑποτιμήσει καὶ νὰ ὑποβαθμίσει τὸν θάνατο. Ἡ ἐνθύμηση καὶ μόνον αὐτῆς τῆς λέξης προκαλεῖ ἀνατριχίλα. Ὅλοι προσπαθοῦν νὰ ὀμορφύνουν τὸν θάνατο –γι’ αὐτὸ καὶ καλλωπίζουν τοὺς κεκοιμημένους δίνοντάς τους ὄψη ζωντανοῦ – ἢ προσπαθοῦν νὰ ἀποστασιοποιηθοῦν ἀπὸ αὐτόν. Τὸ θέαμα ἑνὸς νεκροῦ εἶναι ἀποτρόπαιο –γι’ αὐτὸ καὶ  ἀποφεύγουν συστηματικὰ νὰ μὴν βλέπουν γιὰ παράδειγμα τοὺς κεκοιμημένους (δικούς τους ἀνθρώπους) κατὰ τὴν τέλεση τῆς νεκρωσίμου ἀκολουθίας, κρύβοντάς τους μέσα σ’ ἕνα κουτί, τὸ φέρετρο. Μέσα ὅμως στὴν Ἐκκλησία γίνεται συνεχὴς ὑπενθύμιση τοῦ θανάτου· δὲν τὸν ἀρνούμαστε ἀλλὰ τὸν δεχόμαστε μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀθανασίας.

Σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς ὁ Θεὸς μὲ τὴ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου τοῦ «χαρίζει» καὶ κάποια δῶρα μὲ ἕνα ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἀσχοληθοῦμε εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὴν «εἴσοδο» τοῦ θανάτου στὴν ἀνθρωπότητα. Πρόκειται γιὰ τὰ δῶρα τῆς λεγομένης «ἀρχεγόνου δικαιοσύνης», ἕνα ἐκ τῶν ὁποίων ἦταν ἡ δυνατότητα τῆς ἀθανασίας τῶν πρωτοπλάστων. Μποροῦσε πρὸ τῆς πτώσεως ὁ Ἀδὰμ νὰ μὴν πεθάνει, ἐφ’ ὅσον ὅμως τηροῦσε ἐλεύθερα καὶ οἰκειοθελῶς τὴν μία καὶ μοναδικὴ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ νὰ μὴν φάγει ἀπὸ τοὺς καρποὺς τοῦ δένδρου τῆς γνώσεως  τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ καὶ νὰ τρέφεται ἀπὸ τὸ ἐν τῷ Παραδείσῳ δένδρον τῆς ζωῆς.

Εἶναι σαφέστατο γιὰ τὴν Ἁγ.Γραφὴ πὼς ὁ θάνατος εἶναι ἀποτέλεσμα καὶ προϊὸν τῆς ἁμαρτίας τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας. Σὲ περίπτωση παρακοῆς ὁ Θεὸς προειδοποιεῖ τοὺς πρωτοπλάστους ὅτι θὰ ἐπέλθει ὁ θάνατος: «ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρὸν οὐ φάγεσθε ἀπ’ αὐτοῦ, ᾖ δ’ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ’ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε»[1]. Παρακάτω μάλιστα σημειώνεται ὅτι ὁ θάνατος ἐπῆλθε ὡς συνέπεια τῆς ἁμαρτίας τους· «ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου σου φαγῇ τὸν ἄρτον σου ἕως τοῦ ἀποστρέψαι σε εἰς γῆς ἐξ ἧς ἐλήφθης ὅτι γῇ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ»[2].

Εἶναι λοιπὸν δεδομένο ὅτι ὁ θάνατος εἶναι ἀκριβῶς συνέπεια τῆς ἀμαρτίας τῶν πρωτοπλάστων καὶ ὄχι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ὅπως κάποιοι ἰσχυρίζονται. Ἐνῷ ἀρχικῶς αἰωρεῖται ὡς ἀπειλή, γίνεται στὴ συνέχεια ἀναντίρρητος πραγματικότητα.

Αὐτὸ ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ ἕνα ἄλλο χωρίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅπου μὲ σαφήνεια διακηρύσσεται ἀπὸ τὸν σοφὸ Σολομῶντα, ὅτι «ὁ Θεὸς θάνατον οὐκ ἐποίησεν»[3]. Ἀκόμη δὲ περισσότερο διδάσκεται «ὅτι ὁ Θεὸς ἔκτισεν τὸν ἄνθρωπον ἐπ’ ἀφθαρσίᾳ… φθόνῳ δὲ διαβόλου θάνατος εἰσῆλθεν εἰς τὸν κόσμον»[4]. Τὸ χωρίο διευκρινίζει περισσότερο ὁ ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος, ὁ ὁποῖος διαβεβαιώνει ὅτι «δι’ ἑνὸς ἀνθρώπου ἡ ἁμαρτία εἰσῆλθεν εἰς τὸν κόσμον καὶ διὰ τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος καὶ οὔτως εἰς πάντας ἀνθρώπους ὁ θάνατος διῆλθεν, ἐφ’ ᾦ πάντες ἥμαρτον»[5]. Θάνατος ἄρα ἀναμένει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι κατάγονται ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα καὶ ἔρχονται στὴ ζωὴ ἀπὸ τὴ συνάφεια ἀνδρὸς καὶ γυναικός.

Ἐδῶ πρέπει νὰ διευκρινισθεῖ πὼς ὅταν λέμε ὅτι τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα εἶναι κληρονομικὸ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους δὲν ἐννοοῦμε τὴν ἐνοχὴ ποὺ μεταβιβάζει ἕνας ἄνθρωπος στοὺς ἄλλους γιὰ τὴν πρώτη ἁμαρτία, ἀλλ’ ὅτι εἶναι κληρονομητὲς οἱ συνέπειες τῆς ἁμαρτίας τῶν πρωτοπλάστων. Ἀσθένησε ἡ φύση μας μετὰ ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἁμαρτία καὶ αὐτὴ τὴν ἀσθένεια κληρονομήσαμε· καὶ ἐξαιτίας αὐτοῦ κάθε ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος προέρχεται ἀπὸ τὴν μίξη ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς  φέρει τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα. Αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ ἀφανισθεῖ παρὰ μόνον διὰ τῆς χάριτος τοῦ σταυρωθέντος καὶ ἀναστάντος Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ εἶναι σταθερὸ δόγμα τῆς Ἁγ.Γραφῆς.

Ἐκτὸς βεβαίως ἀπὸ τὴν Ἁγ.Γραφή, περὶ τῆς ἀναντιρρήτου ἀληθείας αὐτῆς μίλησαν πολλοὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Πανέμορφα διατυπωμένη βρίσκεται στὴν εὐχὴ τῆς ἀναφορᾶς τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ Μεγ. Βασιλείου: «πλάσας γὰρ τὸν ἄνθρωπον, χοῦν λαβὼν ἀπὸ τῆς γῆς καὶ εἰκόνι τῇ σῇ ὁ Θεὸς τιμήσας, τέθεικας αὐτὸν ἐν τῷ Παραδείσῳ τῆς τρυφῆς ἀθανασίαν ζωῆς καὶ ἀπόλαυσιν αἰωνίων ἀγαθῶν ἐν τῇ τηρήσει τῶν ἐντολῶν σου ἐπαγγειλάμενος αὐτῷ. Ἀλλὰ παρακούσαντά Σου τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ τῇ ἀπάτῃ τοῦ ὄφεως ὑπαχθέντα, νεκρωθέντα τε τοῖς οἰκείοις αὐτοῦ παραπτώμασιν ἐξώρισας αὐτὸν ἐκ τοῦ Παραδείσου εἰς τὴν γῆν ἐξ ἧς ἐλήφθη[6]. Ὑπῆρχε λοιπὸν ἡ δυνατότητα τῆς ἐπιλογῆς –λόγῳ τῆς ἐλευθερίας τοῦ αὐτεξουσίου τοῦ δημιουργήματος- καὶ ἡ συγκεκριμένη ἐπιλογὴ ἐπέφερε τὸν θάνατο ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματά της. Ἡ διακοπὴ τῆς κοινωνίας μὲ τὸν Θεὸ νέκρωσε τὰ πνευματικὰ αἰσθητήρια καὶ ὁδήγησε στὸν ψυχικὸ θάνατο καὶ ἀκολούθησε ὁ σωματικός, ὄχι ὅμως ταυτόχρονα μὲ τὴν παρακοή. Τὸ μέγεθος τῆς φιλανθρωπίας καὶ τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ τὸν ἀνέβαλε γιὰ τὸ μέλλον. Κι αὐτὸ γιὰ νὰ μὴν ὁδηγηθεῖ σὲ ἀπόγνωση τὸ πλάσμα Του. Οἱ πολλὲς καὶ διαδοχικὲς γεννήσεις ἦταν ἡ παρηγοριὰ ποὺ ἔστειλε ὁ Θεός. Παράλληλα ὅμως χορηγεῖ καὶ τὴν ἐλπίδα γιὰ τὴ θεραπεία αὐτοῦ τοῦ θανασίμου τραύματος ποὺ ἐπῆλθε στὸ δημιούργημά του[7]. Προλέγει ὅτι ἀπὸ τὶς γενεὲς τῶν ἐκλεκτῶν Του θὰ βλαστήσει ἡ Παρθένος, ἀπὸ τὴν ὁποία θὰ ἄνθιζε τὸ ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας, ὁ Ἰησοῦς, ὁ Ζωοδότης Χριστός[8].

Πρέπει ἐδῶ νὰ εἰπωθεῖ καὶ κάτι ἀκόμη περὶ τοῦ θανάτου. Ὁ θάνατος ὡς τίμημα τῆς ἁμαρτίας εἶναι καὶ αὐτὸς ἔνδειξη τῆς θείας φιλανθρωπίας. Ὁ Θεὸς ἐπέτρεψε τὸ θάνατο, γιὰ νὰ μὴ γίνει τὸ κακὸ ἀθάνατο, ὅπως λέγει ὁ Μεθόδιος Ὀλύμπου[9] ἢ ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος «καὶ γίνεται φιλανθρωπία ἡ τιμωρία»[10].

Τὸ χωρίο τοῦ Μεθοδίου Ὀλύμπου βρίσκεται ὄμορφα διατυπωμένο στὴν εὐχὴ ποὺ ἀναγινώσκει ὁ Ἀρχιερεὺς ὅταν παρευρίσκεται στὴ νεκρώσιμο ἀκολουθία· «Διὰ τοῦτο, ἵνα μὴ τὸ κακὸν ἀθάνατον γένηται, φιλανθρώπως ἐκέλευσας τὴν κρᾶσιν καὶ μῖξιν ταύτην καὶ τὸν ἄρρηκτόν σου τοῦτον δεσμόν, ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ἡμῶν, τῷ θείῳ βουλήματι ἀποτέμνεσθαι καὶ διαλύεσθαι».

Ὁ θάνατος παρουσιάζεται ὑπὸ τρεῖς μορφὲς κατὰ τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας. Πρῶτος εἶναι ὁ φυσικὸς θάνατος, δηλαδὴ ὁ χωρισμὸς ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, δὲν εἶναι ἀπὸ τὴ φύση της ἀθάνατη, ἀλλὰ κατὰ χάριν, εἶναι δῶρο δηλαδὴ Θεοῦ. Μόνο ὁ Θεὸς εἶναι ἀπὸ τὴ φύση του ἀθάνατος, ὡς αὐτοζωὴ καὶ πηγὴ ζωῆς. Ὁ ἄνθρωπος πλάσθηκε τελευταῖος ἀπὸ ὅλα τὰ δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος πρῶτα δημιούργησε τὸν πνευματικὸ κόσμο, δηλαδὴ τοὺς Ἀγγέλους καὶ ἔπειτα τὸν ὑλικό, δηλαδὴ τὸ σύμπαν τὸ ὁποῖο μᾶς περιβάλλει. Τελευταῖο δὲ τὸν ἐκ πνεύματος καὶ ὕλης σύνθετο καὶ μικτὸ ἄνθρωπο. Αὐτὸς εἶναι ἡ κορωνίδα καὶ μέσον τῆς δημιουργίας, ἀφοῦ μετέχει καὶ στὸν πνευματικὸ καὶ στὸν ὑλικὸ κόσμο  διὰ τῆς ψυχῆς ἀφ’ ἑνὸς καὶ διὰ τοῦ σώματος ἀφ’ ἑτέρου.

Ἡ λύση τῆς «κράσεως» καὶ «μίξεως» τῆς ψυχοσωματικῆς ὀντότητας τοῦ ἀνθρώπου ἐπέρχεται διὰ τοῦ φυσικοῦ θανάτου. Χωρίζεται ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ τὸ μὲν σῶμα πορεύεται «εἰς γῆν ἐξ ἧς ἐλήφθη», ἡ δὲ ψυχὴ πορεύεται πρὸς τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ, ὅπως λέγει καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος, κατὰ τὸν ὁποῖο στὸν κάθε ἕναν ἀπὸ ἐμᾶς ἀπόκειται «ἅπαξ ἀποθανεῖν μετὰ δὲ τοῦτο κρίσις»[11]. Περὶ τῆς κρίσεως αὐτῆς θὰ ἀναφερθοῦμε παρακάτω.

Δευτέρα μορφὴ θανάτου κατὰ τὴν ὀρθόδοξο διδασκαλία εἶναι ὁ πνευματικὸς θάνατος, ὁ ὁποῖος ὁρίζεται ὡς ἀποκοπὴ τοῦ συνδέσμου καὶ τῆς κοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. Αἴτιος αὐτῆς τῆς καταστάσεως εἶναι σαφῶς ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐξαιτίας τῆς πτώσεως ἀποστάτησε καὶ ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ κατὰ συνέπειαν ἔκοψε κάθε σύνδεσμο καὶ ἄμεση ἐπικοινωνία μαζί Του. Πνευματικὸς θάνατος εἶναι κάθε μικρὴ ἢ μεγαλύτερη ἁμαρτία, ἡ ὁποία μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸ θεῖο θέλημα.

Τρίτη καὶ τελευταία εἶναι ὁ αἰώνιος θάνατος. Πρόκειται γιὰ τὸν αἰώνιο χωρισμὸ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν κατάσταση δὲν δύναται νὰ ξεφύγει μόνος του παρὰ μόνον ἐὰν βρεῖ τὸν δρόμο διὰ τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας. Ἔτσι λοιπὸν ὁ θάνατος, ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας, ἀπέβη ὁ κοινὸς κλήρος τοῦ ἀνθρώπου, παρ’ ὅλον ὅτι μποροῦσε νὰ μὴν πεθάνει  στὴν προπτωτικὴ κατάστασή του, ὅπως προαναφέρθηκε.

Ὁ θάνατος βεβαίως ὡς γεγονὸς εἶναι συγκλονιστικός, παρ’ ὅλον ὅτι πρόκειται γιὰ νομοτέλεια. Κάθε ἕνας ἀπὸ ἐμᾶς, ὁ ὁποῖος ἔρχεται στὸν κόσμο αὐτὸ ἔχει ὡς δεδομένη καὶ τὴν κατάληξη. Δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος «ὃς ζήσεται καὶ οὐκ ὄψεται θάνατον» κατὰ τὸν προφητάνακτα Δαβίδ[12]. Ἡ σχετικὴ μὲ τὸν θάνατο ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας –καὶ κυρίως ἡ νεκρώσιμος ἀκολουθία- τὸν χαρακτηρίζει ὡς «φοβερό μυστήριο» ἐνῷ ὁ χωρισμὸς τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα θεωρεῖται γεγονὸς «βίαιο»[13]. Ἡ φυσικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου ὡς ὀντότητος εἶναι νὰ ζοῦν μαζὶ ἑνωμένα ψυχὴ καὶ σῶμα, ἤδη ἀπὸ τὴν στιγμὴ τῆς συλλήψεώς του (ἡ ψυχὴ δὲν ὑπῆρχε πρὶν ἀπὸ τὸ σῶμα)· ὅμως αὐτὸς ὁ «φυσικότατος δεσμὸς» «θείῳ βουλήματι ἀποτέμνεται».

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι τὸ μυστήριο τοῦ θανάτου εἶναι φοβερὸ διότι συνήθως ἀποχωριζόμαστε ἀγαπημένα πρόσωπα, ὅμως ὁ θάνατος χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας ὡς μυστήριο καὶ μάλιστα φοβερὸ καὶ βίαιο διότι ἐπέρχεται ἀκριβῶς αὐτὸς ὁ χωρισμὸς ποὺ ἀναφέραμε. Ἐπακολουθοῦν μάλιστα διάφορα μυστήρια, ποὺ ὅμως δὲν ἔχουμε ἐπαρκῆ αἴσθηση, ὥστε νὰ τὰ ἀντιληφθοῦμε. Ἡ ζωὴ τοῦ καθενός μας τότε –μετὰ τὸ τέλος- θὰ γίνει πλήρως καὶ ὁλοκληρωτικῶς ἀντιληπτὴ ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ἰδίους, θὰ καταλάβουμε καλὰ τὸν ἑαυτό μας.

Αἰτία τοῦ ἀναφερομένου φόβου θὰ εἶναι ὅλες οἱ ἁμαρτίες ποὺ ἕως τότε ἔχουμε διαπράξει, κυρίως ὅμως ἡ νέα κατάσταση, στὴν ὁποία θὰ εἰσέλθουμε καὶ γιὰ τὴν ὁποία ἐλάχιστα γνωρίζουμε. Ὁ Κύριος μᾶς ἔχει βεβαίως ἐνημερώσει γι’ αὐτὴν μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ ἄφρονος πλουσίου καθὼς καὶ μὲ τὴν ἄλλη παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου.

Μαρτυρίες γιὰ ὅσα μυστήρια συμβαίνουν κατὰ τὴν ὥρα τῆς ἐξόδου τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα ἔχουμε ἄφθονες ἀπὸ τὴν ἁγιολογική μας παράδοση καὶ τὴν πατερικὴ γραμματεία, στὶς ὁποῖες ὅμως δὲν ἔχουμε τὸν χρόνο γιὰ νὰ ἀναφερθοῦμε. Πάντως ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ στόμα τοῦ Κυρίου -ὅπως προείπαμε- διαφαίνεται ὅτι ὁ πτωχὸς Λάζαρος μετὰ τὸν θάνατό του ὁδηγήθηκε ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους στοὺς κόλπους τοῦ Ἀβραάμ, ἐνῷ τὴν ψυχὴ τοῦ ἀφρονος πλουσίου ὡς ἀμετανοήτου ἁμαρτωλοῦ παράλαβαν δαίμονες.

Ἐδῶ τίθεται τὸ ἐρώτημα περὶ τῆς ὑπάρξεως τῶν τελωνίων καὶ διὰ τῆς ἀπαντήσεώς του θὰ ποῦμε δύο λόγια γιὰ τὴν μετὰ θάνατον κρίση, στὴν ὁποία ἀναφέρεται τὸ προλεχθὲν χωρίο τοῦ ἀποστόλου Παύλου.

Ὁ Κύριος ὅταν βρισκόταν ἐπάνω στὸν σταυρὸ καὶ πρὶν νὰ ξεψυχήσει εἶπε τὴν ἑξῆς φράση: «νῦν ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου ἔρχεται καὶ ἐν ἐμοὶ εὑρίσκει οὐδέν»[14]. Δηλαδὴ ὁ ἀναμάρτητος Κύριος ἔλεγε ὅτι ὁ διάβολος δὲν ἔχει νὰ βρεῖ σ’ Αὐτὸν τίποτε, μὲ τὸ ὁποῖο θὰ μποροῦσε νὰ ἀποκτήσει κάποια ἐξουσία ἐπάνω Του. Ἐπίσης κατὰ τὸν Μεγ.Βασίλειο τὸ χωρίο ἀπὸ τὸν ἕβδομο ψαλμὸ τοῦ Δαβίδ «Κύριε, ὁ Θεός μου, ἐπὶ σοὶ ἤλπισα· σῶσόν με ἐκ πάντων τῶν διωκόντων με καὶ ρῦσαί με, μή ποτε ἁρπάσῃ ὡς λέων τὴν ψυχήν μου, μὴ ὄντος λυτρουμένου μηδὲ σώζοντος», ἀναφέρεται στὴν ὥρα τοῦ χωρισμοῦ τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ τὸν τελωνισμὸ τῶν ψυχῶν.

Χρησιμοποιεῖται δὲ ὁ ὅρος τελωνισμὸς διότι ὅπως οἱ ἀρχαῖοι τελῶνες, οἱ δασμολόγοι δηλαδή, ἦταν ἄδικοι, σκληροὶ καὶ τυραννικοὶ κατὰ τὴν εἴσπραξη τῶν προπληρωμένων ἀπὸ τοὺς ἴδιους φόρους μὲ σκοπὸ τὸ ὑπερκέρδος, ἔτσι καὶ οἱ δαίμονες ἐπιχειροῦν νὰ ἀποσπάσουν τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸν φύλακα ἄγγελό της. Ἀντιθέτως ἐπὶ τῶν δικαίων ψυχῶν δὲν ἀποκτοῦν κυριαρχία. Δικαία δὲ ψυχὴ εἶναι ὅποιος ἀπὸ ἐμᾶς ἔζησε στὴν γῆ μὲ μετάνοια..

Χαρακτηριστικὴ τέλος εἰκόνα περὶ τοῦ τελωνισμοῦ τῶν ψυχῶν εἶναι καὶ τὸ ὅραμα, ποὺ εἶδε ὁ ἐρημίτης Στέφανος καὶ περιγράφεται στὴν κλίμακα τοῦ Ἁγ.Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου[15]. Τὴν παραμονὴ τοῦ θανάτου του, ἐνῷ ἦταν ξαπλωμένος στὴν κλίνη του, περιέπεσε σὲ ἔκσταση καὶ μὲ τὰ μάτια ἀνοικτὰ ἔβλεπε πότε δεξιὰ καὶ πότε ἀριστερὰ καὶ ὅσοι βρίσκονταν πλησίον του, τὸν ἄκουγαν νὰ ἀποκρίνεται σὲ κάποιους, πού, ὅπως φαίνεται, τὸν ἀνέκριναν. Ἄλλοτε ἔλεγε: Ναι, πράγματι, ἀληθινά· πλὴν ὅμως ἐνήστευσα τόσα ἔτη γι’ αὐτό». Ἄλλοτε: «Ὄχι εἶναι ψέμα. Αὐτὸ δὲν τὸ ἔκανα». Ἔπειτα ἀπὸ λίγο: από λίγο: «Αὐτὸ ναί, ἀληθινὰ τὸ ἔπραξα, ἀλλὰ ἔκλαυσα, ἔκανα διακονήματα ἀγάπης» Καὶ πάλι: «Ἀληθινὰ μὲ κατηγορεῖτε». Μερικὲς φορὲς γιὰ ὁρισμένα ἀπαντοῦσε: «Ναί, ἀληθινὰ ναί. Γι’ αὐτὰ δὲν ἔχω τί νὰ ἀπολογηθῶ. Ὁ Θεὸς εἶναι ἐλεήμων». Τὸ περιστατικὸ καταδεικνύει ξεκάθαρα ὅτι ὑπάρχουν τελώνια, τὰ ὁποῖα ἀνακρίνουν τὴν ψυχὴ καὶ κατὰ περίσταση τὴν καταδικάζουν μετὰ τὴν ἔξοδό της ἀπὸ τὸ σῶμα.

 «Πάντας – λοιπόν – φανερωθῆναι δεῖ ἔμπροσθεν τοῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ, ἵνα κομίσηται ἕκαστος τὰ διὰ τοῦ σώματος πρὸς ἃ ἔπραξεν, εἴτε ἀγαθὸν εἴτε κακόν»[16]. Κρίνεται ἡ ψυχὴ καὶ ἀναλόγως κατατάσσεται ὅπως θὰ δοῦμε στὴν συνέχει ἀνάμεσα στοὺς δικαίους ἢ στοὺς κολασμένους. Τὸ σῶμα δὲ κατατίθεται στὴν γῆ ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχεται μέχρι καὶ τὴν Δευτέρα Παρουσία, ὁπότε θὰ ἐξεγερθεῖ ὡς «ἐξ ὕπνου» καὶ θὰ ἀναστηθεῖ ἄφθαρτο καὶ μεταμορφωμένο. Αὐτὸ δικαιολογεῖ καὶ τοὺς ὅρους ποὺ ἡ Ἐκκλησία μας χρησιμοποιεῖ γιὰ τοὺς νεκροὺς καὶ τοὺς χώρους ποὺ τοὺς τοποθετεῖ· ὁ θάνατος ὀνομάζεται «ὕπνος», οἱ νεκροὶ «κεκοιμημένοι» καὶ τὰ νεκροταφεῖα «κοιμητήρια». Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ἡ Ἐκκλησάι μας δὲν συγκατατίθεται στὴν καύση τῶν νεκρῶν.

Εκτὸς ἀπὸ τὴν ἰσχυρά μας παράδοση, κατὰ τὴν ὁποία ἡ καύση θεωρεῖται βεβήλωση τοῦ νεκροῦ, πρέπει νὰ ὑπογραμμισθεῖ ἡ ἰσχυρή μας θεολογικὴ πίστη περὶ τῆς ἱερότητος τοῦ δημιουργηθέντος ὑπὸ τοῦ Θεοῦ σώματός μας. Τὸ σῶμα κατὰ τὴν Ἁγ.Γραφὴ εἶναι «ναός του αγίου Πνεύματος» καὶ δὲν πρέπει νὰ καταστρέφεται, μπορεῖ μάλιστα νὰ γίνει καὶ ἀγωγὸς τῆς θείας Χάριτος, ὅταν πρόκειται γιὰ τὸ σῶμα τῶν ἁγίων. Ὅπως ἡ ψυχὴ ἔτσι καὶ τὸ σῶμα γίνεται πνευματοφόρο. Γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας ἀκόμη καὶ οἱ τάφοι τῶν ἁγίων, παρ΄ ὅλον ὅτι μπορεῖ πλέον νὰ μὴν περιέχουν τὰ σώματά τους, εἶναι πηγὲς πνευματικοῦ πλούτου, πνευματικῶν διδαγμάτων καὶ ἀνεξάντλητοι θησαυροί, κατὰ τὸν Ἅγ.Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο[17]. Πῶς λοιπὸν μπορεῖ νὰ ἀγνοηθεῖ ἡ εὐαγγελικὴ ῥήση: «ἔρχεται ὥρα ἐν ᾖ πάντες οἱ ἐν τοῖς μνημείοις ἀκούσονται τῆς φωνῆς αὐτοῦ καὶ ἐκπορεύσονται οἱ τὰ ἀγαθὰ ποιήσαντες εἰς ἀνάστασιν ζωῆς, οἱ δὲ τὰ φαύλα πράξαντες εἰς ἀνάστασιν κρίσεως»[18];

Μετὰ λοιπὸν τὸν χωρισμὸ τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ τὴν ἐπακολουθοῦσα κρίση ἐπέρχεται καὶ ἡ φοβερὰ ἀπόφαση, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἀναλόγως θὰ καταταχθοῦν οἱ ψυχὲς καὶ θὰ ζοῦν πλέον στὴν λεγομένη «μέση κατάσταση» τῶν ψυχῶν. «Μέση κατάσταση» εἶναι ἡ ζωὴ ποὺ ζεῖ μετὰ τὴν κοίμηση καὶ μέχρι τὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου, ὁπότε θὰ ἑνωθεῖ καὶ πάλι μὲ τὸ σῶμα, ποὺ ὅμως θὰ εἶναι μεταμορφωμένο καὶ ἄφθαρτο. Ὀνομάσθηκε δὲ «μέση» ἡ κατάσταση αὐτὴ διότι ἡ ψυχὴ βρίσκεται σὲ κατάσταση ἀναμονῆς καὶ προσμονῆς ἀκριβῶς τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου, προγευομένη τὴν παραδείσεια μακαριότητα καὶ εὐδαιμονία ἢ τὴν τιμωρία τῆς Κολάσεως. Σ’αὐτὴν δὲν ἀπολαμβάνουν πλήρως οἱ δίκαιοι ὅσα θὰ ζήσουν στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν (ἀκόμη καὶ οἱ Ἅγιοι), οὔτε οἱ ἁμαρτωλοὶ τὴν τελεία καὶ ὁλοκληρωτικὴ κόλαση.

Στὸ ἐν λόγῳ ζήτημα σαφῆ εἰκόνα μᾶς δίνει ὁ Μ. Ἀθανάσιος: «τι νομίζετε λοιπόν, ότι έλαβαν οι δίκαιοι τα αγαθά που τους ανήκουν και οι αμαρτωλοί την Κόλαση; Καθόλου. Όμως προαπολαμβάνουν την χαρά αυτή του Παραδείσου οι ψυχές των Αγίων. Και αυτή είναι μερική απόλαυση, όπως και η λύπη, που έχουν οι αμαρτωλοί, μερική κόλαση»[19]. Σαφῶς δὲ δὲν πρόκειται γιὰ τόπους αἰσθητοὺς ἀλλὰ νοητούς, στοὺς ὁποίους ἡ ψυχὴ διατηρεῖ τὴν συνείδησή της, ὅπως συμπεραίνεται ἀπὸ τὴν παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου, ὅπου ὁ πλούσιος παρακαλεῖ τὸν Ἀβραὰμ νὰ στείλει τὸν Λάζαρο στοὺς συγγενεῖς του καὶ νὰ τοὺς προειδοποιήσει, ὥστε νὰ μὴν βρεθοῦν κι ἐκεῖνοι στὴν ἴδια μὲ αὐτὸν κατάσταση. Ἄλλωστε πῶς μπορεῖ νὰ ἐννοηθεῖ ἀνταπόδοση μετὰ τὸν θάνατο ἐὰν δὲν ὑπάρχει αὐτοσυνειδησία τῆς ψυχῆς; Ἐπίσης καὶ ἡ ὑπόστασή της διατηρεῖται. Ὁ πλούσιος διέκρινε τὸν Λάζαρο μὲ τὰ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά του καὶ τὸν ἀνεγνώρισε.

Τὸ βασικὸ κριτήριο γιὰ τὸν διαχωρισμό μας τὸ ἔδωσε καὶ πάλι ὁ Κύριος μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ χωρισμοῦ τῶν προβάτων ἀπὸ τῶν ἐρίφων· «ἐφόσον ὅλα αὐτὰ τὰ κάνατε στοὺς ἀδελφοὺς μου στοὺς τιποτένιους καὶ ἐλαχίστους εἶναι σὰν νὰ τὰ κάνατε σὲ μένα»[20]. Δηλαδὴ ἡ φράση σημαίνει ὅτι τὸ κριτήριο γιὰ νὰ σᾶς κατατάξω μὲ τοὺς δικαίους ἢ ὄχι εἶναι ἀν σεῖς τὰ παιδιά μου στὸ πρόσωπο τοῦ καθενὸς -ἀκόμη καὶ ἀσήμαντου- ἀνθρώπου εἴδατο τὸ δικό μου πρόσωπο. Περιμένει ὁ Κύριος στὸ πρόσωπο τοῦ ἄλλου νὰ βλέπουμε τὸ δικό του καὶ νὰ κάνουμε σ’ αὐτὸν (σημαντικὸ ἢ τιποτένιο) ὅ,τι ἀκριβῶς θὰ κάναμε ἂν εἴχαμε μπροστά μας τὸν ἴδιο τὸν Κύριο καὶ Θεό.

Τοῦ διαχωρισμοῦ ἕπεται ἡ ἀναμονὴ τῆς γενικῆς ἀναστάσεως καὶ ἐν συνεχείᾳ κρίσεως κι αὐτὸ διότι ὅσα ἔπραξε ὁ καθένας ἀπὸ ἐμᾶς τὰ ἔπραξε μαζὶ μὲ τὸ σῶμα καὶ ὄχι χωριστὰ ἀπὸ αὐτό.

Στὸ σημεῖο αὐτὸ πρέπει νὰ ἀναφερθοῦμε καὶ στὴν πρακτικὴ τῆς ἐκκλησίας μας νὰ τελεῖ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν νεκρώσιμο ἀκολουθία καὶ τὰ λεγόμενα μνημόσυνα ἢ τὴ Θεία Λειτουργία καὶ ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων μας.

Οἱ ψυχές, ποὺ κατὰ τὴν πατερικὴ διδασκαλία ἐν πίστει ἀναπαύθηκαν, ἀπολαμβάνουν μεγάλη ὠφέλεια καὶ ἀνακούφιση ἀπὸ τὰ μνημόσυνα[21], τὶς θεῖες λειτουργίες, τὶς εὐχὲς καὶ τὶς δεήσεις, τὶς ἐλεημοσύνες καὶ διάφορα ἄλλα θεοφιλῆ ἔργα. Ἐκείνων ὅμως τῶν ἀνθρώπων, τῶν ὁποίων οἱ ψυχὲς ἔφυγαν ἀμετανόητες καὶ γεμάτες ἁμαρτήματα λαμβάνουν ἁπλῶς ἀνακούφιση κατὰ τὸν Ἅγ.Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο ἀπὸ τὰ μνημόσυνα, τὰ ὁποῖα ἔχουν νομοθετηθεῖ ἀπὸ τοὺς ἁγίους ἀποστόλους[22].

Ἀπὸ τὶς εὐχὲς τῆς ἐκκλησίας μας ὅμως ἀποκλείονται οἱ ἄπιστοι, οἱ βαρέως ἁμαρτάνοντες, ὅσοι ἔφυγαν ἐν ἀμετανοησίᾳ, οἱ αὐτοκτονήσαντες, οἱ μονομαχήσαντες καὶ φονευθέντες καὶ γενικὰ ὅσων τελευταία πράξη τῆς ζωῆς ὑπῆρξε παρανομία, βαρεία ἁμαρτία καθὼς καὶ ὅσοι κοιμήθηκαν χωρισμένοι καὶ ὄχι ἐν κοινωνίᾳ μὲ τὴν Ἐκκλησία, ἄνευ μετανοίας[23]. Επειδὴ ὅμως κανεὶς δὲν γνωρίζει ἐὰν κάποιος ἔφυγε ἀμετανόητος, γι’ αὐτὸ προσευχόμαστε καὶ προσφέρουμε ἀναίμακτο θυσία γιὰ ὅλους. Ἄλλωστε «όποια ώρα σπλαγχνιστείς αυτούς που είναι στην κόλαση και προσευχηθείς γι’ αυτούς παρηγορούνται λίγο»[24]. Τὸ πῶς τώρα δρᾷ αὐτὴ ἡ προσευχὴ καὶ ὠφελεῖ τοὺς κεκοιμημένους, εἶναι μυστήριο. Πολὺ ὡραῖα ἐπ’ αὐτοῦ γράφει ὁ Ἐπίσκοπος Κάλλιστος Ware: «από προσωπική πείρα ξέρουμε πως η προσευχή για τους άλλους είναι αποτελεσματική και έτσι συνεχίζουμε να την εξασκούμε. Αλλά αυτή η προσευχή, είτε προσφέρεται για τους ζώντες είτε για τους τεθνεώτες, λειτουργεί κατά ένα τρόπο που μένει μυστηριώδης. Είμαστε ανίκανοι να βυθομετρήσουμε την ακριβή αλληλεπίδραση μεταξύ της πράξεως και της προσευχής, της ελευθέρας βούλησης του άλλου προσώπου και της Χάριτος και προγνώσεως του Θεού. Όταν προσευχόμαστε για τους κεκοιμημένους, μας αρκεί να ξέρουμε πως διαρκώς αναπτύσσεται η αγάπη τους για τον Θεό, κι έτσι χρειάζονται την υποστήριξή μας. Τα υπόλοιπα ας τα αφήσουμε στον Θεό»[25].

Πρέπει ἐπίσης νὰ τονισθεῖ ὅτι ἀκόμη καὶ ὅταν τὰ μνημόσυνα δὲν ὠφελοῦν αὐτοὺς γιὰ τοὺς ὁποίους προσφέρονται, γιὰ λόγους ποὺ μόνον ὁ Θεὸς γνωρίζει, σίγουρα ὠφελοῦν ἐκείνους ποὺ τὰ προσφέρουν ἀφοῦ κατὰ τὸν Ἅγ.Ἰωάνννη τὸν Δαμασκηνὸ «διὰ τῆς προσευχῆς ἐπαυξάνει ἡ φιλαδελφία, καθίσταται βεβαία ἡ τῆς ἀναστάσεως ἐλπίς, κρατύνεται ἡ πρὸς Θεὸν εὐχὴ καὶ πλατύνεται ἡ εὐεργεσία πρὸς τοὺς πένητας». Βλέπει δὲ ὁ Θεὸς τὸν ἀγῶνα καὶ τὴν ἀγωνία αὐτοῦ ποὺ προσφέρει γιὰ νὰ βοηθήσει τὸν κεκοιμημένο καὶ δίδει καὶ σ’ αὐτὸν πολλαπλάσια. Ἔτσι εὐεργετεῖται καὶ ὁ προσφέρων καὶ ὁ κεκοιμημένος.

Ἡ Ἐκκλησία, σύμφωνα μὲ τὸ ψαλμικὸ «ἐν τῷ Ἄδῃ τις ἐξομολογήσεταί σοι»[26], δίδασκε πάντοτε ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ ἐπιστραφοῦν οἱ ψυχὲς μετὰ τὸν θάνατο. Ὁ παρὼν βίος εἶναι τὸ στάδιο τῆς μετανοίας καὶ τῆς χάριτος καὶ κάθε σχετικῆς πρὸς αὐτὰ ἐνεργείας τοῦ ἀνθρώπου. Κατὰ τὸν Ἅγ.Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνὸ ὅπως οἱ δαίμονες μετὰ τὴν πτώση δὲν ἔχουν τὴν δυνατότητα τῆς μετανοίας, οὔτε καὶ οἱ ἄγγελοι ἁμαρτάνουν -ἔχουν δηλαδὴ καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ τὸ ἄτρεπτο- ἔτσι θὰ ἔχει καὶ ὁ ἄνθρπωος τὸ ἄτρεπτο μετὰ τὸν θάνατο[27].

Ἔτσι δὲν μποροῦμε νὰ δεχθοῦμε στὴ μέση κατάσταση τῶν ψυχῶν τὸ δυνατὸν τῆς πτώσεως τῶν ἀγαθῶν στὸ κακό, ἢ τῆς ἐπιστροφῆς τῶν κακῶν στὸ ἀγαθό. Μόνον κατὰ τὸν παρόντα βίο μας ἔχουμε τὴν δυνατότητα αὐτή.

Μία ἀκόμη ἀδιαμφισβήτητη ἀλήθεια, ποὺ ἀποτελεῖ δόγμα τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ ἕπεται τῆς μέσης καταστάσεως τῶν ψυχῶν εἶναι ἡ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου. Στὸ Σύμβολο τῆς πίστεώς μας διακηρύσσεται πανηγυρικὰ ὅτι ὁ Κύριος θὰ ἔλθει καὶ πάλι «μετὰ δόξης κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς, οὗ τῆς Βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος». Ὁ Κύριος κατὰ τὴν Ἁγ.Γραφὴ θὰ ἔλθει καὶ πάλι στὴ γῆ ἀλλὰ αὐτὴ τὴ φορὰ «μετὰ δυνάμεως καὶ δόξης πολλῆς»[28] συνοδευόμενος ἀπὸ ἀγγελικὲς δυνάμεις γιὰ νὰ κρίνει -ὡς δίκαιος Κριτὴς- τοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὴ ἡ ἡμέρα θὰ ἔλθει ὅπως ἔρχεται ὁ κλέφτης τὴ νύχτα[29], ὅπως ὁ κατακλυσμὸς ἐπὶ Νῶε[30] ἢ ὅπως πέφτει ἡ παγίδα γιὰ νὰ συλλάβει τὰ πτηνὰ[31] καὶ κανεὶς δὲν γνωρίζει γι’ αὐτήν, οὔτε οἱ Ἄγγελοι, παρὰ μόνον ὁ Θεὸς Πατήρ[32].

Συγχρόνως μὲ τὴν Δευτέρα Παρουσία θὰ πραγματοποιηθεῖ καὶ ἡ κοινὴ ἀνάσταση τῶν κεκοιμημένων· θὰ ἑνωθοῦν τὰ σώματα μὲ τὶς ψυχὲς γιὰ νὰ ἀποδοθοῦν καὶ στὸ σῶμα καὶ στὴν ψυχὴ οἱ ἀμοιβὲς καὶ οἱ τιμωρίες γιὰ τὰ ὅσα ἔπραξε. Οἱ ζῶντες δὲ δὲν θὰ πεθάνουν ἀλλὰ τὰ σώματά τους θὰ μεταποιηθοῦν σὲ ἄφθαρτα καὶ πνευματικά, ὅμοια πρὸς τὰ σώματα τῶν ἀναστημένων νεκρῶν. Ὅλοι στὴ συνέχει θὰ παρασταθοῦν μπροστὰ στὸ Κριτήριο  τοῦ Κυρίου. Τῶν δικαίων μάλιστα τὰ σώματα θὰ εἶναι δοξασμένα καὶ ἱκανὰ νὰ μετέχουν τὴς θεωρίας τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία θὰ ἀποτελεῖ τὴν ὕψιστη μακαριότητα.

Αυτὴ ἡ μεγαλοπρεπὴς καὶ ἔνδοξος κρίση ἔχει ἤδη ἐξαγγελθεῖ ἀπὸ τὸν Κύριο σὲ πάρα πολλὲς παραβολὲς καὶ ὁμιλίες Του, ὅπως στὴν ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία[33], στὴν παραβολὴ τῆς κρίσεως[34], τῆς σαγήνης[35], τῶν δέκα παρθένων[36], τῶν ταλάντων[37] κ.λπ. καὶ διακηρύχθηκε ἐν συνεχείᾳ καὶ ἀπὸ τοὺς ἁγίους ἀποστόλους[38]. Ἡ κρίση θὰ γίνει πάνω στὴ βάση κυρίως τῆς πίστεως καὶ τῶν ἔργων καθενὸς ἀπὸ ἐμᾶς καὶ τῶν ἀγαθῶν καὶ κακῶν ἔργων τοῦ πνεύματος καὶ τοῦ σώματος. Ἀκόμη καὶ οἱ μυστικοὶ  διαλογισμοὶ τῶν καρδιῶν μας θὰ εἶναι «γυμνὰ καὶ τετραχηλισμένα τοῖς ὀφθαλμοῖς»[39] του Κριτή, τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἀνθρώπων.

Ἁρμοδιότερος δὲ Κριτὴς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν πεμφθέντα πρὸς τὸν ἄνθρωπο Μεσσία Χριστό, τὸν ἐνανθρωπήσαντα Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ. Ὁ παντογνώστης καὶ δίκαιος Θεάνθρωπος ἀλλὰ καὶ Σωτήρας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους θὰ κρίνει τὴν ἀνθρωπότητα. Μαζί Του θὰ παρίστανται Ἄγγελοι, οἱ ὁποῖοι θὰ συνάξουν καὶ ἐν συνεχείᾳ θὰ διαχωρίσουν τοὺς ἀνθρώπους[40] ἀκόμη καὶ τοὺς ἁγίους.

Μετὰ τὴν κρίση θὰ ἐπέλθει καὶ ὁ αἰώνιος χωρισμὸς τοῦ ἀγαθοῦ ἀπὸ τὸ κακό, τὸ ὁποῖο θὰ καταργηθεῖ ὅπως καὶ ὁ θάνατος. Οἱ κριθέντες ἀγαθοὶ θὰ κληρονομήσουν τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀπολαμβάνοντας αἰώνια μακαριότητα, θὰ λάμψουν ὅπως ὁ ἥλιος, ἐνῷ οἱ ἁμαρτωλοὶ θὰ ριφθοῦν μαζὶ μὲ τοὺς δαίμονες στὴν γέενα τοῦ πυρὸς «ἔνθα πῦρ καὶ θεῖον καίει»[41], ὅπου «σκώληξ αὐτῶν οὐ τελευτᾶ καὶ τὸ πῦρ οὐ σβέννυται»[42] καὶ βεβαίως βρίσκεται «ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ τρυγμὸς τῶν ὀδόντων»[43]. Εκεῖ θὰ ὑπάρχει ἀνέκφραστη ὀδύνη καὶ θλίψη, ποὺ ἐπίσης θὰ εἶναι ἀτελεύτητες καὶ αἰώνιες. Ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ χρονικὸ σημεῖο καὶ ἑξῆς ἀρχίζει ἡ αἰώνια ζωὴ γιὰ τοὺς ἀγαθοὺς καὶ ἡ αἰώνια κόλαση γιὰ τοὺς ἁμαρτωλούς.

Σὲ τί ὅμως συνίσταται ἡ μακαριότητα; Ἀκριβῶς σὲ αὐτὸ ποὺ προειπώθηκε· εἶναι ἡ θεωρία τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἐν εὐφροσύνῃ κοινωνία μετὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτο καὶ μεγαλύτερο ἀγαθὸ τοῦ Παραδείσου, ἡ μετοχή, ἡ ἕνωση, ἡ κοινωνία καὶ ἡ μέθεξη τοῦ φωτὸς καὶ τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ εἶναι Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ Παράδεισος καὶ αἰώνια ζωή. Ὁ Ἅγ.Ἰσαὰκ ὁ Σύρος λέει ὅτι ὁ Παράδεισος εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ μέσα σ’ αὐτὴ βρίσκεται κάθε απόλαυση[44].

Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ἡ φύση τῆς κολάσεως δὲν μπορεῖ εὔκολα νὰ προσδιορισθεῖ, ἀφοῦ οἱ εἰκόνες περὶ φωτιᾶς, κλπ ποὺ ἀναφέρονται στὴν Ἁγ.Γραφὴ εἶναι μᾶλλον μεταφορικές. Ὁ Ἅγ.Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός περιγράφει τὸ ἀναφερθὲν πῦρ ὡς ἑξῆς: «οὐχ ὑλικόν, οἷον τὸ παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ οἷον, ἂν εἰδείη ὁ Θεός»[45]. Ὁ δὲ Διονύσιος Ἱεροσολύμων ἀναφέρει ὅτι τὸ εἶδος τῆς τιμωρίας τῶν ἁμαρτωλῶν εἰδικὰ θὰ εἶναι «λύπη ἢ συνειδότος αἰσχύνη» καὶ βάσανοι ἢ μετάμελος καὶ συγκλεισμὸς καὶ σκότος, ἢ φόβος καὶ ἀδηλία τοῦ μέλλοντος ἢ μόνη ἀναβολὴ τῆς θείας θεωρίας, κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῶν ἀμαρτημάτων, ἢ πάντα ταῦτα ἢ τινά τούτων»[46]. Ὁ Ἅγ.Ἰσαὰκ ὁ Σύρος καὶ πάλι μᾶς λέει ὅτι Κόλαση εἶναι ἡ μάστιγα τῆς ἀγάπης · «ἐγὼ δὲ λέγω ὅτι οἱ ἐν τῇ γεένῃ κολαζόμενοι, τῇ μάστιγι τῆς ἀγάπης μαστίζονται. Καὶ τι πικρὸν καὶ σφοδρὸν τὸ τῆς ἀγάπης κολαστήριον;[47]». Γνωρίζουμε ὅλοι καλὰ ὅτι ἡ λύπη ποὺ φέρνει στὴν καρδιὰ ἡ ἁμαρτία εἶναι πιὸ ὀδυνηρὴ ἀπὸ κάθε κόλαση.

Ὁ Ἅγ.Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος δίνει μὲ μιὰ ὑπέροχη εἰκόνα γιὰ αὺτὴ τὴν κατάσταση· «είναι καλύτερα – λέει – να υπομείνει κανείς να κατακεραυνωθεί από μύριους κεραυνούς, παρά να δει το πρόσωπο εκείνο του Θεού, το ήμερο, να μας αποστρέφεται και τον γαλήνιο εκείνον οφθαλμό να μην ανέχεται να μας βλέπει»[48].

Ἡ Ἁγ.Γραφὴ καὶ ἡ Ἱ.παράδοση περιγράφουν αὐτὲς τὶς καταστάσεις ὡς αἰώνιες καὶ ἀτελεύτητες, ἄρα δὲν ἔχει θέση στὴν ὀρθόδοξο διδασκαλία ἡ θεωρία περὶ ἀποκαταστάσεως τῶν πάντων (δαιμόνων καὶ ἀνθρώπων) τοῦ Ὠριγένους ἢ καὶ ἄλλων νεωτέρων. Ἤδη ἡ Ε΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος καταδίκασε τὴν θεωρία αὐτή[49].

Τέλος θὰ πρέπει νὰ ἀναφερθεῖ ὅτι μαζὶ μὲ τὴν καθολικὴ κρίση θὰ ἐπέλθει καὶ ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου. Αὐτὴ ἐννοεῖται ὡς «παλιγγενεσία», δηλαδὴ ἀνακαίνισή του μὲ τὴν μεταβολὴ τοῦ σχήματος καὶ τῆς συστάσεως καὶ τοῦ ἐξωραϊσμοῦ του διὰ τῆς παντοδυναμίας τοῦ Θεοῦ[50]. Η φύση κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο «συστενάζει καὶ συνωδίνει» μετὰ τὴν πτώση τῶν πρωτοπλάστων καὶ ἀναμένει τὴν ἀπελευθέρωσή της ἀπὸ τὴν φθορά[51]. Ὁ κόσμος αὐτὸς θὰ ἀλλάξει μετὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου ριζικὰ καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀλλαγὴ θὰ προέλθει ἕνας νέος κόσμος ἀνακαινισμένος, ἀνανεωμένος καὶ ἐξωραϊσμένος. Ἄρα «καινοὺς οὐρανοὺς καὶ γῆν καινήν, κατὰ τὸ ἐπάγγελμα αὐτοῦ, προσδοκῶμεν, ἐν οἷς δικαιοσύνη κατοικεῖ» κατὰ τὸν ἀπόστολο Πέτρο[52].

Συμπερασματικῶς τὸ ἐρώτημα ποὺ πρέπει νὰ θέσει ὁ καθένας ἀπὸ ἐμᾶς εἶναι ἐὰν ἐπιθυμεῖ μετὰ τὴν κοίμησή του νὰ περάσει ἀπὸ τὴν ζωὴ στὸν θάνατο ἢ ἀπὸ τὸν θάνατο στὴ ζωή. Μοναδικός μας σκοπὸς πρέπει νὰ εἶναι ἀκριβῶς ἡ μετάστασή μας πρὸς τὴν ζωή. Ἐὰν τὸ ἐπιθυμοῦμε μποροῦμε τὸ θάνατό μας νὰ τὸν μετατρέψουμε σὲ ζωὴ καὶ ὁλόκληρη ἡ ζωή μας νὰ εἶναι μιὰ πορεία ἀπὸ τὸ θάνατο πρὸς τὴ ζωή. Ἐὰν δοθοῦμε ὁλόκληροι στὸ Θεὸ τότε καὶ ἐκεῖνος θὰ μᾶς δοθεῖ ὁλόκληρος, ὅπως δόθηκε στοὺς Ἁγίους μας.

Εἴδαμε ὅτι ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας τῶν πρωτοπλάστων ἦταν ὁ θάνατος, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ διάβολος μᾶς προτρέπει στὴν ἁμαρτία, ὥστε νὰ μᾶς καταστήσει θνητούς. Ὅσο πιὸ πολὺ ἁμαρτάνουμε τόσο περισσότερο θνητοὶ γινόμαστε. Ὅσο ὅμως πολεμοῦμε τὰ πάθη μας – κυρίως τὸν ἐγωισμό, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν πηγὴ ὅλων τῶν ἄλλων παθῶν– τόσο πιὸ ἀθάνατοι γινόμαστε. Ἕνα παλαιὸ ρητὸ λέει: «ἐὰν πεθάνεις πρὶν πεθάνεις, τότε δὲν θὰ πεθάνεις ὅταν πεθάνεις».

Δὲν πρέπει λοιπὸν ὁ χριστιανὸς νὰ φοβᾶται τὸν θάνατο ἢ νὰ τὸν θεωρεῖ ὡς κάποια ὑπερφυσικὴ δύναμη, ποὺ ἐμπνέει φόβο καὶ τρόμο. Ἁπλῶς ὁ ἄνθρωπος δι’ αὐτοῦ ἐγκαταλείπει τὸ φθαρτό του σῶμα γιὰ νὰ ὁλοκληρώσει τὴν ἐν Χριστῷ ζωή, τὴν ὁποία ἄρχισε ἐδῶ στὴ γῆ, ὅσο ζοῦσε. Πρέπει νὰ προχωρεῖ πρὸς αὐτὸν μὲ θάρρος, χριστιανικὴ ἀταραξία, εἰρήνη καὶ χαρά, θεωρώντας τον ὡς τὴν θύρα διὰ τῆς ὁποίας εἰσέρχεται στὴν ἀθανασία καὶ τὴν αἰώνιο ζωὴ καὶ μακαριότητα κοντὰ στὸ Θεό Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε ἀγωνίσθηκε σὲ ὅλη του τὴ ζωή.

Νὰ ἀγωνισθοῦμε τώρα, ὥστε νὰ παραδώσουμε τότε τὸ σῶμά μας μὲ ἐμπιστοσύνη στὸν σταυρωθέντα καὶ ἀναστάντα Κύριό μας μὲ πίστη ὅτι θὰ ζήσουμε αἰώνια κοντά του.Ἡ κάθε μας σκέψη πρέπει νὰ εἶναι στραμμένη στὴν αἰώνια ζωὴ γιατὶ «ἡμῶν τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει»[53]. Οἱ ἐπίγειοι ἄνθρωποι μπορεῖ νὰ κυβερνῶνται ἀπὸ διάφορα συστήματα ἀλλὰ τῶν χριστιανῶν τὸ πολίτευμα εἶναι οὐράνιο. Σκοπὸς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ἔφεση τῆς αἰωνίου ζωῆς καὶ ἡ μέθεξη τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τῆς ὁποίας «οὐκ ἔσται τέλος». Οὔτε θὰ ὑπάρχει τέλος τῆς τελειώσεως, ἀλλὰ ἡ τελειότητα θα εἶναι ἀτέλεστη.


[1] Γέν.2,17.

[2] Γέν.3,19.

[3] Σοφ.Σολ.1,13.

[4] 2,23-24.

[5] Ρωμ.5,12.

[6] Όταν έπλασες Θεέ μου τον άνθρωπο παίρνοντας χώμα από την γη τον έβαλες μέσα στον Παράδεισο της τρυφής, υποσχεθείς εις αυτόν αθανασία ζωής και απόλαυση των αιωνίων αγαθών εάν και εφόσον τηρούσε τις εντολές σου. Αλλά, όταν παρήκουσε την εντολή Σου του αληθινού Θεού και δέχθηκε να υπαχθεί κάτω από την απάτη του όφεως, τότε, εξ αιτίας των οικείων του αμαρτημάτων, νεκρώθηκε και τον εξόρισες και τον έστειλες να ξαναγυρίσει στην γη από την οποία και ελήφθη δηλαδή να πεθάνει.

[7] Γέν.3,15.

[8] Γρηγορίου του Παλαμά, Κεφάλαια φυσικά, θεολογικά, ηθικά τε και πρακτικά 150, 52-53, PG150, 1160Α.

[9] ΒΕΠΕΣ18,129.

[10] Λόγος 45, εἰς τὸ Ἅγιον Πάσχα, PG36, 633Α.

[11] Ἑβρ.9,27.

[12] Ψαλμ.88,49.

[13] Ὄντως φοβερότατον τὸ τοῦ θανάτου μυστήριον, πῶς ψυχὴ ἐκ τοῦ σώματος βιαίως χωρίζεται ἐκ τῆς ἁρμονίας, καὶ τῆς συμφυΐας ὁ φυσικώτατος δεσμός, θείῳ βουλήματι ἀποτέμνεται»· Ἁγ.Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ.

[14] Ἰωάν.14,30.

[15] Κλίμαξ, Λόγος Ζ΄.

[16] Β΄ Κορινθ.5,10.

[17] Ομιλία Β΄ εις Μάρτυρας 3, ΕΠΕ 36, σελ.586-588.

[18] Ἰω.5,28.

[19] ΒΕΠΕΣ 35, σελ.105,25.

[20] Ματθ.25,40-45.

[21] Αγ.Κυρίλλου Ιεροσολύμων, Κατήχησις Μυσταγωγική 5 παρ.9-10, PG33,1116.

[22] Ομιλ.3,4 εἰς τὴν Φιλημ.62,204.

[23] Τιμοθ.Καν.14, Μ.Γεδεῶν, Κανον.Διατάξεις 1,81.

[24] Μακαρίου Αιγυπτίου, Γεροντικόν.

[25] Πορεύεσθε μετά χαράς το μυστήριον του θανάτου και της Αναστάσεως», περιοδικό Σϋναξη, 49, σελ.29.

[26] Ψαλμ.6,5.

[27] Κατά Μανιχαίων, 75.

[28] Ματθ.24,30. Μάρκ.13,26. Λουκ.21,27.

[29] Α΄ Θεσ.5,2.

[30] Ματθ.24,37.

[31] Λουκ.21,35.

[32] Ματθ.24,26, Μάρκ.13,32.

[33] Λουκ.6,21.

[34] Ματθ.13,24-30.

[35] Ματθ.13,47-50.

[36] Ματθ.25,1-13.

[37] Λουκ.19,11-28.

[38] Α΄ Πέτρ.4,5, Ρωμ.2,6-13 κ.λπ.

[39] Εβρ.4,13.

[40] Ματθ.13,41, 24,31.

[41] Αποκάλ.14,10, 19,20 και 21,10.

[42] Μάρκ.9,48.

[43] Ματθ.8,8 κ.ἀ.

[44] Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, Ἀσκητικά, ἐκδ.Ρηγοπούλου, Θεσ/κη 1977, σελ.282.

[45] ΕΟΠ. 4,27.

[46] Ι.Ν.Χ. Ἡ περὶ τῶν ἐσχάτων δογματικὴ διδασκαλία τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων Δοσιθέου, σελ.11 ἐκ τοῦ· Δογματικὴ κατὰ τὰς παραδόσεις τοῦ Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Ἰ.Καρμίρη, Ἀθῆναι 1995, σελ.346.

[47] Ὄ.π., σελ.326.

[48] Εἰς Θεόδωρον ἐκπεσόντα Α΄ 10, PG47,291.

[49] Πηδάλιον, σελ.212.

[50] Ματθ.19,20.

[51] Ρωμ.8,10-23.

[52] Β΄ Πέτρ.3,13.

[53] Φιλ.3,20.

Advertisements