Ἐτικέττες

,

Ναοῦ τὰ ἐγκαίνια, Μάρτυς καὶ θέσιν,
Τῶν λειψάνων σου νῦν γεραίρει ἡ κτίσις.

Μετὰ τὴν κατάπαυση τῶν διωγμῶν καὶ τὴν ἐπικράτηση τοῦ χριστιανισμοῦ σὲ ὅλο τὸ Ῥωμαϊκὸ κράτος, ἐπὶ Μ.Κωνσταντίνου, οἱ χριστιανοὶ ἀνήγεριαν μεγαλοπρεπῆ Ναὸ στὴ Λύδδα τῆς Ἰόππης, ὅπου μετακόμισαν τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, γιὰ νὰ τὸ προσκυνοῦν πλέον ἄφοβα. Ἔγιναν δὲ μετὰ τὴν κατάθεση τοῦ Ἱεροῦ λειψάνου καὶ τὰ ἐγκαίνια τοῦ Ναοῦ στὶς 3 Νοεμβρίου καὶ ἀπὸ τότε κάθε χρόνο ἡ Ἐκκλησία μας, τελεῖ κατὰ τὴν ἀνακομιδῆ τῶν Ἱερῶν λειψάνων τοῦ μεγαλομάρτυρος πρὸς δόξαν Θεοῦ.

Ἱστορία τοῦ Ναοῦ καὶ τῆς Λύδδας.

ναὸς τοῦ Ἁγίου Γεωργίου μαρτυρεῖ τὴν ἀκμὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ στὴ Λύδδα ποὺ ἦταν ἐπισκοπὴ καὶ μετέπειτα ἀρχιεπισκοπή. Σήμερα ὑπάρχει (τιτουλάριος) ἀρχιεπίσκοπος Λύδδης, ποὺ διαμένει στὸ Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων. Στὴ Λύδδα διαμένει ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς.

Μέχρι σήμερα ἐπικρατοῦσε ἡ γνώμη ὅτι ἡ Λύδδα εἶχε κτιστεῖ ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Βενιαμίν, ἀλλὰ ἀπὸ πρόσφατες ἀρχαιολογικὲς ἀνασκαφὲς ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ Λύδδα εἶναι κτισμένη ἀπὸ τοὺς Αἰγυπτίους. Οἱ Ἑβραῖοι τὴν ὀνομάζουν Λοντ (LOD) καὶ οἱ Ἄραβες Λὶντ (LID).

Ὁ Δημήτριος Νικάτωρ ἀπέσπασε τὴν Λύδδα ἀπὸ τὴ Σαμάρεια καὶ τὴν κατέταξε στὴν Ἰουδαία. Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Ἰουλίου Καίσαρος, ὁ Ῥωμαῖος Ἀνθύπατος Κάσσιος, ἀφοῦ τυράννησε γιὰ ἀρκετὸ χρόνο τοὺς κατοίκους τῆς Παλαιστίνης πούλησε τοὺς κατοίκους τῆς Λύδδας ὡς δούλους, αὐτοὶ ὅμως δὲν ἄργησαν νὰ ἀπελευθερωθοῦν καὶ νὰ ἐπανέλθουν στὴν πόλη τους, κατόπιν διατάγματος τοῦ Ἀντωνίου.

Ἡ Καινὴ Διαθήκη ἀναφέρει τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ παραλυτικοῦ Αἰνέα στὴ Λύδδα ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Πέτρο (Πράξ. θ’ 32-35).

Μετὰ τὸ Χριστὸ ὁ Ῥωμαῖος Ἀνθύπατος Κέστιος Γάλλος πέρασε ἀπὸ τὴ Λύδδα καὶ τὴν κατεδάφισε ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ λίγο χρόνο ἡ πόλη ἐπανῆλθε στὴν πρώτη της κατάσταση, ὅπως φαίνεται, ἐπειδὴ στὴ μεταγενέστερη Ἰουδαία γίνεται ἕδρα τοπάρχου, ποὺ παραδόθηκε.

Καθὼς πολλὲς πόλεις ἐπὶ Ῥωμαϊκῆς κυριαρχίας μετονομάστηκαν, ἔτσι καὶ ἡ Λύδδα πῆρε τὸ ὄνομα Διόσπολις, πρὸς τιμὴ τοῦ Δία. Καὶ τὸ ὄνομα ὑπάρχει στὰ νομίσματα, ποὺ χαράχθηκαν ἐπὶ Σεπτιμίου Σεβήρου καὶ Καρακάλλα.

Ἡ Λύδδα τῶν πρώτων Χριστιανικῶν αἰώνων ἦταν ἕδρα ἐπισκόπου ὑπὸ τὸ Μητροπολίτη Καισαρείας, ἀλλὰ ἔπειτα ἔγινε Ἀρχιεπισκοπή.

Στὴ Λύδδα ἔγινε ἡ σύνοδος κατὰ τοῦ Πελαγίου, τὸ 415μ.Χ., ποὺ ἔλεγε ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ σωθεῖ μὲ τὰ ἔργα του, χωρὶς νὰ ἔχει ἀνάγκη τῆς θείας χάριτος.

Ποιὸς ἔκτισε τὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου δὲ γνωρίζουμε ἀκριβῶς, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχουν ἀκριβεῖς πληροφορίες. Ἄλλοι ἀναφέρουν ὡς κτίτορα τὸ Μέγα Κωνσταντῖνο, κυρίως οἱ συναξαριστές, καὶ ἄλλοι τὸν Ἰουστινιανό. Ὁ ἐπίσκοπος Τύρου, Γουλιέλμος, λέγει ὅτι ὁ ναὸς κτίστηκε ἀπὸ τὸν Ἰουστινιανό, ἀλλὰ ὁ ἱστορικὸς Προκόπιος, ποὺ ἔγραψε περὶ τῶν κτισμάτων τοῦ Ἰουστινιανοῦ, δὲν ἀναφέρει τίποτα. Στοὺς πρώτους πάντως χριστιανικοὺς αὐτοὺς αἰῶνες πῆρε ἡ Λύδδα καὶ τὸ ὄνομα Γεωργιούπολις πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου, καὶ ὅπως ἀναφέρουν οἱ συναξαριστές, στὶς 3 Νοεμβρίου, ἔγιναν τὰ ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ.

Ἐπὶ Χοσρόη, τὸ 614μ.Χ., ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Γεωργίου δὲν ἔπαθε καμμιὰ καταστροφή, ἐπειδὴ οἱ Πέρσες περιορίστηκαν νὰ φθάσουν μέχρι τὴν Ἱερουσαλήμ.

Ἐπὶ Μουσουλμανικῆς κυριαρχίας, τὸν 8ον αἰῶνα μ.Χ., ὁ Σουλεϊμάν, ὁ υἱὸς τοῦ Χαλίφη Ἀβδοὺ Ἐλ Μάλεκ, κατεδάφισε τὴ Λύδδα ἀλλὰ τὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τὸν ἄφησε ἀνέπαφο, ἐπειδὴ οἱ Μωαμεθανοὶ σέβονται τὸν Ἅγιο καὶ τοῦ ἔχουν δώσει τὸ ὄνομα Χάντερ (HADER), ποὺ σημαίνει πράσινος.
Ἐπὶ Χαλίφη Χάκεμ, τὸ 1010μ.Χ., ξέσπασε διωγμὸς κατὰ τῶν Χριστιανῶν, καὶ καταστράφηκε ὁ ναὸς τῆς Λύδδας, ἀλλὰ πρὶν τὴν ἔλευση τῶν Σταυροφόρων τὸν ἀνακαίνισε κατ’ ἄλλους ὁ Κωνσταντῖνος ὁ Μονομάχος ἢ οἱ ἐντόπιοι μὲ τὴ βοήθεια τῶν Βυζαντινῶν καὶ κατ’ ἄλλους ὁ Στέφανος τῆς Οὐγγαρίας.

Ἀναφέρεται ὅτι μετὰ τὴν καταστροφὴ τοῦ Χάκεμ καὶ τὴν ἀνακαίνιση τοῦ ναοῦ, ἔγινε ἄλλη μία καταστροφὴ ἀπὸ τοὺς Μωαμεθανοὺς στὸ ναό, καὶ τὸν ἀνακαίνισαν οἱ Σταυροφόροι. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἰσχύει ἀπόλυτα, ἐπειδὴ μετὰ τὴ μάχη τῆς Ἀντιοχείας, οἱ σταυροφόροι ἦλθαν στὴ Λύδδα γιὰ νὰ προσκυνήσουν καὶ νὰ εὐχαριστήσουν τὸν Ἅγιο Γεώργιο, ποὺ τοὺς βοήθησε. Ἐκεῖ βρῆκαν μεγαλοπρεπῆ ναό, ὅπως ἀναφέρουν οἱ ἱστορικοὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Μόνο ὁ Γουλιέλμος, ἀρχηγὸς τῶν Σταυροφόρων, ἀναφέρει ὅτι λίγο πρὶν τὴν ἔλευση τῶν Σταυροφόρων, οἱ Μωαμεθανοὶ κατέστρεψαν τὸ ναό, ἀλλὰ αὐτὸ ἀντιφάσκει μὲ τὰ προαναφερθέντα.

Σὲ ὅλη τὴν διάρκεια τοῦ Σταυροφοριακοῦ βασιλείου ἡ Λύδδα καθὼς καὶ ἄλλες πόλεις ἦταν ὑπὸ τοὺς Σταυροφόρους.

Τὸ Λατινικὸ Πατριαρχεῖο στὴν Ἱερουσαλὴμ κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς ἐπικρατήσεως τῶν Σταυροφόρων, ἀπετελεῖτο ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλήμ, τὴν Ἰόππη (Γιάφφα), καὶ τὴ Λύδδα.

Ὁ Ἰωάννης ὁ Φωκᾶς, τὸ 1185μ.Χ., ἦλθε στὴ Λύδδα καὶ γράφει γιὰ τὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ὅτι κάτω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα ἦταν ὁ Τάφος τοῦ Ἁγίου, ὅπως τοῦ εἶπαν οἱ κληρικοὶ τοῦ ναοῦ. Ὁ Λατῖνος ἐπίσκοπος ἔβγαλε τὶς πλάκες τοῦ ναοῦ καὶ βρῆκε τὸ σπήλαιο, ποὺ ἦταν ὁ τάφος τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ἀφοῦ προηγουμένως ὁ τάφος δὲν φαινόταν καὶ οἱ προσκυνητὲς προσκυνοῦσαν μαρμάρινο στόμιο. Δύο ἄνθρωποι προσπάθησαν νὰ σηκώσουν τὴν πλάκα τοῦ τάφου, ἀλλὰ βγῆκε φωτιά, ποὺ ἄφησε τὸν ἕνα ἡμικαῆ καὶ τὸν ἄλλο πεθαμένο.

Μετὰ τὴ μάχη τῆς Χαττήν, ἡ Λύδδα καθὼς καὶ ἄλλες πόλεις ἦλθαν στὰ χέρια τῶν Μωαμεθανῶν, μὲ ἀρχηγὸ τὸν Σαλαχεντίν, οἱ ὁποῖοι κατέστρεψαν τὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου.

Τὸ 1911 μ.Χ., τὸ ἴδιο ἔτος τῆς καταστροφῆς, ὁ Ῥιχάρδος ὁ Λεοντόκαρδος κατέλαβε ξανὰ τὴ Λύδδα, καὶ ἐπισκεύασε τὸ ναὸ καὶ ἦρθε σὲ συνθηκολόγηση μὲ τὸν ἀρχηγὸ τῶν Μωαμεθανῶν, Σαλαχεντίν, ἀλλὰ ἡ συνθήκη δὲν κράτησε πολύ, ἐπειδὴ τὸ 1291μ.Χ. οἱ Σαρακηνοὶ ἔδιωξαν τοὺς Σταυροφόρους ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη καὶ κατέστρεψαν τὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τῆς Λύδδας.

Ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ἔμεινε κατεστραμμένος ἕως τὸ 1349μ.Χ., ὁπότε ὁ αὐτοκράτορας Κωνσταντινουπόλεως Ἰωάννης Κατακουζηνός, ἔστειλε πρέσβεις στὸ Σουλτάνο τῆς Αἰγύπτου, Νασρεντὶν Χασὰν Ἴμπιν Ἐλ Νάσσερ, γιὰ τὴν ἀνακαίνιση τῶν ἱερῶν προσκυνημάτων τῆς Παλαιστίνης, ὅπως καὶ ἀνακαινίσθηκαν.

Τὸ 1442μ.Χ., ξέσπασε διωγμὸς κατὰ τῶν Χριστιανῶν τῆς Παλαιστίνης ἐπὶ Σουλτάνου τῆς Αἰγύπτου Ἀλ Μαλέκου Ντάχερ Τζάκμακ, ποὺ κατέστρεψε τὸ ναὸ καὶ τὸ δυτικὸ μέρος τὸ μετέτρεψε σὲ τζαμί. Τότε ἐπίσης πρέπει νὰ πῆρε καὶ τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, καὶ χρησιμοποίησε πέτρες τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν κατασκευὴ τῆς γέφυρας τοῦ Ντάχερ.

Ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν Ἱστορία τῆς ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ἀνακαινίστηκε μετὰ τὸ 1517μ.Χ. ἐπὶ Σουλτάνου Σελὴμ τοῦ Α΄, ποὺ ἔδιωξε τοὺς Μαμελούκους καὶ ἔδωσε ἐλευθερία γιὰ τὴν ἐξάσκηση τῶν θρησκευτικῶν καθηκόντων στοὺς Χριστιανούς.

Γιὰ τὴν τελευταία καταστροφὴ τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου δὲν ἔχουμε ἀκριβῆ στοιχεῖα, ἀλλὰ ὑπάρχουν δύο πιθανότητες. Ἡ πρώτη εἶναι ὅτι στὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰῶνα μ.Χ. καταστράφηκε ἀπὸ τοὺς γενίτσαρους, ἐπειδὴ τὸ τότε Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων ἔπαθε μεγάλο πλῆγμα ἀπὸ ἐκείνους. Ἡ δεύτερη εἶναι ὅταν τὸ 1837μ.Χ. καταστράφηκε ἀπὸ σεισμό, ποὺ ἔγινε στὴν περιοχή, ἐξ αἰτίας τοῦ ὁποίου ἔπεσε ἡ σκεπὴ τοῦ ναοῦ καὶ τὸ ἱερὸ τοῦ Παρεκκλησίου τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου.

Τὸ 1871μ.Χ. ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων, Κύριλλος ὁ Β΄, ἀνακαίνισε τὸ ναὸ καὶ ἐπιπλέον μαρμαρόστρωσε τὸ πάτωμα καὶ τὸν τάφο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Ἐκείνη ἡ ἀνακαίνιση ἦταν ἡ τελευταία. Ἔκτοτε γίνονται μικρὲς ἀνακαινίσεις.

πολυτκιον
Ἦχος δ’.

Κοντκιον
Ἦχος πλ.δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τῇ ὑπερμάχῳ καὶ ταχείᾳ ἀντιλήψει σου, προσπεφευγότες οἱ πιστοὶ καθικετεύομεν, λυτρωθῆναι παρὰ τοῦ Χριστοῦ Ἀθλοφόρε, τῶν σκανδάλων τοῦ ἐχθροῦ τοὺς ἀνυμνούντας σε, καὶ παντοίων ἐκ κινδύνων καὶ κακώσεων· ἵνα κράζωμεν, Χαίροις Μάρτυς Γεώργιε.

Οκος
Μέγας ἐν προστασίαις ἐπὶ γῆς ἀνεδείχθης, τοῦ Κυρίου θεράπον καὶ φίλε· τὸν πιστὸν γὰρ λαὸν περισκέπων, σῴζεις ἀεὶ Ἔνδοξε· διὸ πίστει καὶ πόθῳ βοῶμέν σοι πολύαθλε.

Χαῖρε, δι’ οὗ φρυκτωρεῖται ὁ κόσμος, χαῖρε, δι’ οὗ ὁ στρατὸς καταλάμπει.
Χαῖρε, τῶν πιστῶν αἰχμαλώτων ἡ λύτρωσις, χαῖρε, δεσμωτῶν ἡ ὀξεῖα ἀντίληψις.
Χαῖρε, ὕψος τῶν ἐκ πίστεως προστρεχόντων σοι θερμῶς,
χαῖρε, πλοῦτος τῶν ποθούντων σε, καὶ ἐν θλίψει χαρμονή.
Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις βασιλέων τὸ τεῖχος, χαῖρε, ὅτι παρέχεις ἐν πολέμοις τὸ νῖκος.
Χαῖρε, ἀστὴρ φωτίζων τοὺς πλέοντας, χαῖρε, λυτὴρ παντοίας κακώσεως.
Χαῖρε, εἰς ὃν πᾶς πιστὸς καταφεύγει, χαῖρε, δι’ οὗ εὐφημεῖται ὁ πλάστης.
Χαίροις, Μάρτυς Γεώργιε.

Μεγαλυνριον
Πλῆρες εὐωδίας ἁγιασμοῦ, δίκην μυροθήκης, ἐκ λαγόνων ὤφθη τῆς γῆς, τὸ σεπτόν σου σκῆνος, Γεώργιε παμμάκαρ, ἀρωματίζον κόσμῳ, θαυμάτων χάριτας.