Ἐτικέττες

Ἡ Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ( Ἡ Σύνοδος τῆς Νικαίας)

Ἡ Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος διήρκεσε δύο μῆνες καὶ δώδεκα ἡμέρες καὶ πραγματοποιήθηκε στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας. Συγκλήθηκε ἀπὸ τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο στὶς 20 Μαΐου τοῦ 325 καὶ ἔλαβαν μέρος 318 ἐπίσκοποι. Ἐξέδωσε εἴκοσι κανόνες συμπεριλαμβανομένου τοῦ Συμβόλου τῆς Νικαίας (α΄ μέρος τῆς Συμβόλου τῆς Πίστεως) καὶ κανόνισε τὴν ἡμερομηνία ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα. Κύριος λόγος σύγκλησής της ὑπῆρξε ἡ διδασκαλία τοῦ Ἀρείου ἐνάντια στὴ θεότητα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ Σύνοδος καταδίκασε τὴ διδασκαλία τοῦ Ἀρείου καὶ διακήρυξε τὴν ὁμοουσιότητα τοῦ Υἱοῦ μὲ τὸν Πατέρα. Τέλος ἀποκρούστηκε ἡ ἀγαμία τῶν κληρικῶν.

α

Ἡ Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (Α΄ Σύνοδος τῆς Κωνσταντινούπολης)

Ἡ Β’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος συγκλήθηκε ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα Θεοδόσιο Α΄ τὸν Μέγα στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 381 καὶ συμμετεῖχαν 150 ὀρθόδοξοι ἐπίσκοποι καὶ 36 Μακεδονιανοί. Καταδίκασε τοὺς Μακεδονίους, οἱ ὁποῖοι ἀμφισβητοῦσαν τὴ θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος («πνευματομάχοι») καί, γιὰ ἀκόμη μιὰ φορά, τὸν Ἄρειο, καὶ συμπλήρωσε τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως (Σύμβολο Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως).

Ἡ Γ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (Σύνοδος τῆς Ἐφέσου)

Ἡ Γ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος συνῆλθε στὴν Ἔφεσο, στὴ βασιλικὴ τῆς Θεοτόκου, τὸ 431 ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄. Συμμετεῖχαν 200 ἐπίσκοποι, ἀνάμεσα στοὺς ὁποίου ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας ὡς προεδρεύων. Καταδίκασε τὶς διδαχὲς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστορίου, ὁ ὁποῖος ὑπερτόνιζε τὴν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Ἰησοῦ ἔναντι τῆς θείας, ὑποστηρίζοντας ὅτι ἡ Μαρία γέννησε τὸν ἄνθρωπο Ἰησοῦ καὶ ὄχι τὸν Θεό. Παρόλα αὐτὰ ἡ σύνοδος διακήρυξε ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος, μὲ πλήρη ἕνωση τῶν δύο φύσεων καὶ ἀπέδωσε ἐπίσημα στὴν Παρθένο Μαρία τὸν τίτλο «Θεοτόκος».

γ

Ἡ Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (Σύνοδος τῆς Χαλκηδόνας)

Ἡ Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος συγκλήθηκε ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα Μαρκιανὸ καὶ τὴ σύζυγό του, Αὐγούστα Πουλχερία στὶς 8 Ὀκτωβρίου 451 στὴ Χαλκηδόνα. Ἀποτελοῦνταν ἀπὸ 650 ἐπισκόπους καὶ καταπολέμησε τὴ διδασκαλία τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ, ἡ ὁποία μὲ πρωτεργάτη τὸν ἀρχιμανδρίτη Εὐτυχῆ, δίδασκε ὅτι ἡ θεία φύση τοῦ Χριστοῦ ἀποῤῥόφησε πλήρως τὴν ἀνθρώπινη. Τὸ μεγαλύτερο μέρος τῶν πιστῶν υἱοθέτησε τὶς ἀποφάσεις τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ ἀποδοκίμασε τὶς ἀπόψεις τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ. Ἕνα ἄλλο μέρος πιστῶν, οἱ ὁπαδοὶ τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ, δὲν ἀναγνώρισαν αὐτὲς τὶς ἀποφάσεις καὶ ἀποκόπηκαν ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Αὐτοὶ ὀνομάστηκαν Προχαλκηδόνιοι Ἀντιχαλκηδόνιοι.

δ

Ἡ Ε΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος

Ἡ Ε΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἔλαβε χώρα ἀπὸ τὶς 5 Μαΐου ἕως τὶς 21 Ἰουνίου τοῦ 553 στὴν Κωνσταντινούπολη μὲ τὴ συμμετοχὴ 165 ἐπισκόπων, ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Εὐτυχίου. Τὴν συγκάλεσαν ὁ Αὐτοκράτορας Ἰουστινιανὸς Α΄ καὶ ἡ σύζυγός του, Αὐτοκράτειρα Θεοδώρα. Ἐπαναβεβαίωσε τὰο ὀρθόδοξα δόγματα περὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ καταδίκασε πλῆθος μὴ ὀρθοδόξων συγγραμμάτων καθὼς καὶ ὁρισμένους συγγραφεῖς (Εὐάγριο, Δίδυμο, Ὡριγένη κ.ἄ.).

Ἡ ΣΤ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος

Ἡ ΣΤ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος συγκλήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ τὸ 680 μέχρι τὸ 681 ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο Δ΄ Πωγωνᾶτο καὶ παραβρέθηκαν ἀπὸ 150 καὶ 289 ἐπίσκοποι. Ἐπιβεβαίωσε τὴν πλήρη καὶ ἀληθινὴ ἐνανθρώπιση τοῦ Ἰησοῦ ἔναντι τῆς ἀντίθετης διδασκαλίας τῶν Μονοθελητῶν. Ἡ Σύνοδος αὐτὴ διατύπωσε ὅτι ὁ Χριστὸς ἔχει Θεία καὶ Ἀνθρώπινη θέληση. Ὑπάρχουν δύο φύσεις, ἡ θεία καὶ ἡ ἀνθρώπινη, ὑπάρχουν καὶ δύο θελήσεις καὶ δύο φυσικὲς ἐνέργειες, ἡ θεία καὶ ἡ ἀνθρώπινη, ποὺ ἐνεργοῦσαν «ἀδιαιρέτως, ἀτρέπτως, ἀχωρίστως, ἀσυγχύτως», χωρὶς νὰ ἐπικρατεῖ ἀντιπαλότητα μεταξύ τους.

Ἡ Πενθέκτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος

Ἡ Πενθέκτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος συγκλήθηκε ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα Ἰουστινιανὸ Β΄ τὸ 691 στὸ ἀνακτορικὸ δωμάτιο τοῦ Τρούλλου, ἀπ’ ὅπου ἕλκει καὶ τὴν ὀνομασία «Ἐν Τρούλλῳ Σύνοδος». Συμμετεῖχαν 211 ἐπίσκοποι καὶ τὸ ἔργο της ἦταν συμπληρωματικὸ αὐτοῦ τῶν Ε΄ καὶ ΣΤ΄ Συνόδων. Συστηματοποίησε καὶ ὁλοκλήρωσε τὸ ἔργο τῶν δύο προηγουμένων Συνόδων καὶ γι’ αὐτό, ἂν καὶ Οἰκουμενική, ὀνομάστηκε «Πενθέκτη», ὡς τμῆμα ἐκείνων, καὶ δὲν ἀριθμήθηκε ὡς ξεχωριστὴ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος.

Ἡ Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος

Ἡ Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος συγκλήθηκε ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο ΣΤ΄ καὶ τὴ μητέρα του, Αὐτοκράτειρα Εἰρήνη τὴν Ἀθηναία στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας, στὸ Ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας, τὸ 787 κατόπιν αἴτησης τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ταρασίου. Ἀποφάσιε τὴν ἀναστύλωση τῶν εἰκόνων καταδικάζοντας τὴν Εἰκονομαχία καὶ τὴν ἰδέα τῆς σχηματοποίησης τῆς ἀόρατης καὶ ἄϋλης Τριάδος. Ἐκεῖ ἐκφράσθηκε τὸ δόγμα ὅτι ἡ εἰκονογράφηση τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἁγίων ἑδράζεται στὴν ἐνανθρώπηση τοῦ δεύτερου προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ διευκρινίστηκε ὅτι ἡ τιμὴ πρὸς τὶς εἰκόνες ἀναφέρεται στὸ πρόσωπο ποὺ αὐτὴ ἀπεικονίζει καὶ ὄχι στὸ ὑλικὸ ἀπὸ τὸ ὁποῖο εἶναι φτιαγμένη.

ζ

Τῶν ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων «μνήμην ποιούμεθα»

Οἱ ἑπτὰ οἰκουμενικὲς σύνοδοι μνημονεύονται ἀπὸ τὴν ἐκκλησία στὶς ἑξῆς ἡμέρες:

  • Τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου: Τὴν ἕβδομη Κυριακὴ ἀπὸ τοῦ Πάσχα (Κυριακὴ μετὰ τὴν Ἀνάληψη).
  • Τῆς Β’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου: Τὴν πρώτη Κυριακὴ τοῦ Ἰουνίου.
  • Τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου:9 Σεπτεμβρίου.
  • Τῆς Δ’ Οικουμενικῆς Συνόδου: Τὴν πρώτη Κυριακὴ μετὰ τὶς 13 Ἰουλίου (13-19 Ἰουλίου).
  • Τῆς Ε’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου:25 Ἰουλίου.
  • Τῆς ΣΤ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου: 14 Σεπτεμβρίου ἀλλὰ λόγῳ τῆς ἑορτῆς τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τελεῖται στὶς 16 τοῦ μηνός.
  • Τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου: Τὴν πρώτη Κυριακὴ μετὰ τὶς 11 Ὀκτωβρίου (11-17 Ὀκτωβρίου).

Γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, οἱ κανόνες ποὺ ἐξέδωσαν «αἱ ἑπτὰ θεόπνευστοι Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι»[1] ὑποδεικνύουν τὸ ὀρθό, ἐπειδή:

α)Στηρίζονται στὴ θεόπνευστη Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν αὐθεντικὴ ἀποστολικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση.

β)Θεσπίστηκαν ἢ ἐπικυρώθηκαν (ἐγκρίθηκαν) ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μὲ Οἰκουμενικὲς Συνόδους ποὺ ἐκφράζουν τὸ ἀλάθητο τῆς Ἐκκλησίας.

γ)Ἡ ἔγκριση ἀπὸ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο δίνει στὸν Κανόνα οἰκουμενικότητα, διαχρονικότητα, διατοπικότητα καὶ αὐθεντικότητα[2].

Τὶς ἀγωνίες, τὶς προσευχές, τὴ γνώση μέσῳ τῆς ἐλλάμψεως τοῦ Παναγίου Πνεύματος ὅλων αὐτῶν τῶν θεοφόρων Πατέρων τιμοῦμε κάθε φορὰ ποὺ προσευχόμαστε μὲ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, ποὺ προσκυνοῦμε τὶς εἰκόνες τοῦ Κυρίου καὶ τῶν Ἁγίων Του, ποὺ ἐπικαλούμαστε τὴν Παναγία Μητέρα Του, «Κυρία Θεοτόκε», κάθε φορὰ ποὺ τελεῖται ἡ Θεία Λειτουργία καὶ μὲ τὴν ὀρθόδοξη πίστη μας, ἀνοίγουμε τοὺς οὐρανοὺς καὶ κατεβάζουμε τὸν Κύριο γιὰ νὰ ἐπαναλάβει γιὰ χάρη μας τὴ Σταυρική Του Θυσία.

images (1)

Εἴθε μὲ τὴν εὐχὴ καὶ τὴν προσευχή τῶν πάντιμων καὶ θεοφόρων αὐτῶν Πατέρων νὰ μείνουμε ἀκλόνητοι καὶ στέρεοι στὴν ὀρθόδοξη καὶ μόνη ἀληθινὴ πίστη, ποὺ ἀνοίγει τὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ σώζει τὸν κάθε ἄνθρωπο. Ἀμήν.

[1] Παπαδόπουλος Χρυσόστομος Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐν Ἀθήναις 1920, σελ. 288.

[2] Μπούμης Ἰ.Παναγίωτης, Κανονικὸν Δίκαιον, ἔκδ. 3 ἐπηυξημένη, Γρηγόρης, Ἀθῆναι 2002, σελ. 16.