Ἐτικέττες

,

Πρὶν σβήσει τὸ κερὶ ποὺ τοῦ ἔδωσαν, πρόλαβε νὰ δεῖ τοίχους γυμνούς, ἕνα στενὸ ξύλινο κρεβάτι χωρὶς στρῶμα ἡ κουβέρτα καὶ στὸ λερωμένο δάπεδο μιὰ κούπα μὲ λίγο νερό, ὅπου ἐπέπλεαν κομμάτια πάγου.

 Ἐξαντλημένος, ἔγειρε στὸ ξυλοκρέβατο καὶ προσπάθησε νὰ κοιμηθεῖ.

Ἦταν ἀδύνατον καθὼς ἄρχισε νὰ βιώνει ἕνα ἀληθινὸ μαρτύριο.

Εἶχε παγώσει ὅλο του τὸ σῶμα, τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια του ἦταν σὰν ξύλινα.

Ὅσο προχωροῦσε ἡ νύχτα τὸ κρύο γινόταν πιὸ ἄγριο.

Συνειδητοποιοῦσε ὅτι πραγματικὰ τὸ κρύο εἶναι πολὺ πιὸ δύσκολο καὶ ὀδυνηρὸ ἀπὸ τὸ μαρτύριο τῆς πείνας.

Ἔνιωθε νὰ μουδιάζει παντοῦ, ἐνῷ τοῦ ἐρχόταν κάτι σὰν ναυτία ἢ σὰν λήθαργος.

Πότε χάνοντας τὴ συνείδησή του, σὰν σὲ κατάσταση λιποθυμίας καὶ πότε συνειδητοποιώντας τί τοῦ συνέβαινε πέρασε ἀρκετὲς ὧρες πάνω στὸ γυμνὸ ξυλοκρέβατο.

Ὕστερα μαζεύοντας ὅση δύναμη τοῦ εἶχε ἀπομείνει κατάφερε νὰ σηκωθεῖ κι ἔπεσε στὰ γόνατα προσπαθώντας νὰ προσευχηθεῖ μέσα στὴ μεγάλη νύχτα τοῦ Βορρᾶ.

Ἐκεῖνες τὶς ὧρες ὁ νοῦς του στρεφόταν συνεχῶς πρὸς τοὺς Σαράντα Μάρτυρες τῆς Σεβαστείας.

Ἀπ’ αὐτοὺς ζητοῦσε δύναμη νὰ ἀντέξει… Τοὺς φανταζόταν πάνω στὴν παγωμένη λίμνη γυμνοὺς σὲ ὥρα χειμωνιάτικη νὰ προσεύχονται καὶ νὰ προτρέπουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο:

«Εἶναι βαρὺς ὁ χειμώνας ἀλλὰ γλυκὺς ὁ παράδεισος».

Ἀνυπόφορη ἡ παγωνιὰ ἀλλὰ γλυκιὰ ἡ ἀνάπαυση στὸν οὐρανό. Ἂς περιμένουμε ἀκόμα λίγο καὶ θὰ μᾶς θερμάνει ἡ ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ.

Ἂς κοπεὶ ἀπὸ τὰ κρυοπαγήματα τὸ πόδι, γιὰ νὰ χορεύει ἀδιάκοπα μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους.

Ἂς κοπεῖ τὸ χέρι γιὰ νὰ ἔχει θάρρος νὰ ὑψώνεται πρὸς τὸν Χριστό. Ἂς ἀνταλλάξουμε τὴν αἰωνιότητα μὲ αὐτὴ τὴν παγερὴ νύχτα…»[1].

O-Agios-Loukas-Krimaias-kai-oi-40-Martyres-en-Sevasteia-1

Μὲ τὴν ἐπίκληση καὶ τὴ βοήθεια αὐτῶν τῶν Ἁγίων κατάφερε νὰ μείνει ζωντανὸς ὡς τὸ πρωΐ.

Τὶς ἑπόμενες νύχτες ἡ κατάσταση ἦταν καλύτερη, ἀφοῦ τὸν προμήθευσαν μὲ λίγα ξύλα γιὰ φωτιά, ποὺ δημιουργοῦσε μιὰ ἰδέα ζεστασιᾶς στὸ δωμάτιο.

Ὅμως οἱ νυχτερινὲς ὧρες εἶχαν κάτι τὸ φρικιαστικό, καθὼς τὶς διαπερνοῦσαν οἱ κραυγὲς τῶν πεινασμένων λύκων ποὺ κατέβαιναν ἀπὸ τὰ δάση καὶ περικύκλωναν τὴν πόλη.

Ὡστόσο, οὔτε ἡ ταλαιπωρία τῆς ἐξορίας, οὔτε ὁ σωματικὸς κόπος, ἀλλὰ οὔτε καὶ ὁ πόνος ἀπὸ τὴν ἄδικη καταδίκη του ἦταν ἱκανὰ νὰ σταματήσουν τὸν ἐπίσκοπο Λουκᾶ ἀπὸ τὸ νὰ προσφέρει τὴν ἀγάπη καὶ τὴ βοήθειά του στοὺς κατοίκους τοῦ ἀπομακρυσμένου καὶ ξεχασμένου αὐτοῦ τόπου.

Εἶχε κενωθεῖ ἡ θέση τοῦ νοσοκομειακοῦ γιατροῦ κι ἔτσι, μόλις τοῦ ἔδωσαν τὴν ἄδεια, ἄρχισε ἀμέσως νὰ ἀσκεῖ τὴν ἰατρική, πράγμα ποὺ τοῦ ἔδινε ἰδιαίτερη χαρά.

Μὲ τὸν ἐλάχιστο καὶ ἀπαρχαιωμένο ἐξοπλισμὸ τοῦ τοπικοῦ νοσοκομείου καὶ τὴ βοήθεια δύο νοσοκόμων προχωροῦσε σὲ ἁπλὲς ἀλλὰ καὶ σὲ δύσκολες καὶ ἐπικίνδυνες χειρουργικὲς ἐπεμβάσεις, ἀφοῦ προσευχόταν πάντα, ὅπως τὸ συνήθιζε, μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ σχηματίζοντας σταυρὸ στὸ μέρος ὅπου θὰ ἔκανε τὴν τομή.

Πολλοὶ ἄνθρωποι ποὺ χειρούργησε βρῆκαν τὴν ὑγεία τους.

Ἕνας διαπρεπὴς Ῥῶσος γιατρός, φοιτητὴς τότε, μιλοῦσε μὲ θαυμασμὸ γιὰ τὸν ἐπίσκοπο Λουκᾶ:

«Κοντά του ἔμαθα πάρα πολλὰ πράγματα. Ἔκανε τὶς πιὸ ἀπίθανες ἐγχειρήσεις, ποὺ καλὰ καλὰ δὲν τὶς ἔγραφαν οὔτε τὰ ἐπιστημονικὰ βιβλία. Θαύμαζα μὲ πόσο ἀριστοτεχνικὸ τρόπο πραγματοποιοῦσε ἐπεμβάσεις ὀγκολογικές, ἕλκους στομάχου, καρδιολογικές. Τὸν ῥωτοῦσα γιὰ τὶς τεχνικές του καὶ μοῦ ἀπαντοῦσε μὲ ἀγάπη καὶ ἐνδιαφέρον.

Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν ἦταν ἀπ’ αὐτὸν τὸν κόσμο. Ἦταν θαυμάσιος καὶ ἐκπληκτικὸς χειρουργός. Οὔτε μιὰ ἀπὸ τὶς ἐπεμβάσεις του δὲν ἦταν ἀποτυχημένη».

Σημείωση:

1. Ἀποσπάσμα ἀπὸ τὸν ἐγκωμιαστικὸ λόγο τοῦ Μεγάλου Βασιλείου γιὰ τοὺς Σαράντα Μάρτυρες.

 Πηγή: Γιώτας Παρασκευᾶ-Χατζηκώστα, Ἕνα ἀστέρι στὸν οὐρανό· Ὁ Ἅγιος Ἐπίσκοπος καὶ Γιατρὸς Λουκᾶς Βόϊνο-Γιασενέτσκι, ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ § Στὸ μακρινὸ παγωμένο Τουρουχάνσκ, σελ 118-122, Ἐκδόσεις «Ἐν Πλῷ», Α’