Ἐτικέττες

γρηγοριος ο παλαμας

1. Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν, Κύριος εἷς ἔστιν. Ὁ Κύριος ὁ Θεός σου, (Δευτ. 6:4), ποὺ ἀναγνωρίζεται ὡς Πατέρας, Υἱὸς καὶ Ἅγιο Πνεῦμα. Ὁ Πατέρας εἶναι ἀγέννητος, ὁ Υἱὸς ἔχει γεννηθεῖ ἀπὸ τὸν Πατέρα ἀνάρχως, ἀχρόνως καὶ ἀπαθῶς, ὡς Λόγος, καὶ ἔχει ὀνομαστεῖ Χριστός, ἐπειδὴ ἔχρισε ἀπὸ τὸν ἑαυτό Του τὴν ἀνθρώπινη φύση ποὺ πῆρε ἀπὸ μᾶς. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα προέρχεται ἀπὸ τὸν Πατέρα, ὄχι ὅμως μὲ γέννηση, ἀλλὰ μὲ ἐκπόρευση. Αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος Θεός, Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός, ὁ ἕνας Κύριος σὲ τρεῖς ὑποστάσεις, ποὺ δὲν διαιρεῖται ὡς πρὸς τὴ φύση, τὴ βουλή, τὴ δόξα, τὴ δύναμη, τὴν ἐνέργεια καὶ ὅλα τὰ γνωρίσματα τῆς θεότητος.

Αὐτόν, τὸν ἕνα Τριαδικὸ Θεό, μόνο θ’ ἀγαπήσεις καὶ Αὐτὸν μόνο θὰ λατρέψεις μ’ ὅλη τὴ διάνοιά σου καὶ μ’ ὅλη τὴν καρδιά σου καὶ μ’ ὅλη τὴ δύναμή σου. Καὶ θὰ εἶναι τὰ λόγια Του καὶ τὰ προστάγματά Του μέσα στὴν καρδιά σου, γιὰ νὰ τὰ πράττεις καὶ νὰ τὰ μελετᾷς καὶ νὰ τὰ λὲς ὅταν κάθεσαι, ὅταν βαδίζεις, ὅταν βρίσκεσαι στὸ κρεββάτι, ὅταν σηκώνεσαι. Νὰ θυμᾶσαι ἀδιάκοπα τὸν Κύριο, τὸν Θεό σου. Αὐτὸν μονάχα νὰ φοβᾶσαι. Οὔτε Ἐκεῖνον οὔτε τὶς ἐντολές του νὰ λησμονήσεις. Ἔτσι θὰ σοῦ δώσει δύναμη νὰ κάνεις τὸ θέλημά Του. Γιατὶ δὲν ζητάει ἀπὸ σένα τίποτ’ ἄλλο, παρὰ νὰ Τοῦ εἶσαι ἀφοσιωμένος καὶ νὰ Τὸν ἀγαπᾷς καὶ νὰ βαδίσεις στοὺς δρόμους ὅλων τῶν ἐντολῶν Του. Αὐτὸς εἶναι τὸ καύχημά σου καὶ Αὐτὸς ὁ Θεός σου. Μαθαίνοντας πὼς οἱ ὑπερκόσμιοι ἄγγελοι εἶναι ἀπαθεῖς καὶ ἀόρατοι καὶ πὼς ὁ διάβολος, ποὺ ξέπεσε ἀπὸ τὸν οὐρανό, εἶναι πολὺ κακός, σοφός, δυνατὸς καὶ πολυμήχανος στὸ νὰ πλανάει τὸν ἄνθρωπο, μὴ νομίσεις πὼς εἶναι κανένας τους ὁμότιμος μὲ τὸ Θεό. Βλέποντας, ἐπίσης, τὸ μέγεθος τοῦ οὐρανοῦ καὶ τὴν κινητική του πολυπλοκότητα, τὴ λαμπρότητα τοῦ ἡλίου, τὴ φωτεινότητα τῆς σελήνης, τὴν καθαρότητα τῶν ἄλλων ἄστρων, τὴν εὐχρηστία τοῦ ἀέρα στὴν ἀναπνοή, τὸν πλοῦτο τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῆς θάλασσας, μὴ θεοποιήσεις κανένα ἀπ’ αὐτά. Ὅλα εἶναι κτίσματα τοῦ μόνου Θεοῦ ὑποταγμένα σ’ Αὐτὸν ποὺ τὰ δημιούργησε ἀπὸ τὸ μηδὲν μὲ τὸ λόγο Του. «Αὐτὸς εἶπε κι ἔγιναν, Αὐτὸς πρόσταξε καὶ δημιουργήθηκαν» (Ψαλμ. 32:9). Μόνο Αὐτόν, λοιπόν, τὸν Κύριο καὶ Δημιουργὸ τοῦ σύμπαντος, θὰ δοξάσεις ὡς Θεό, σ’ Αὐτὸν θὰ προσκολληθεῖς μὲ ἀγάπη καὶ σ’ Αὐτὸν θὰ μετανοεῖς μέρα-νύχτα γιὰ τὰ ἑκούσια καὶ ἀκούσια ἁμαρτήματά σου. Γιατὶ Αὐτὸς εἶναι σπλαγχνικὸς καὶ ἐλεήμων, μακρόθυμος καὶ πολυέλεος καὶ ἀγαθοποιὸς αἰώνιος. Αὐτὸς ἔχει ὑποσχεθεῖ καὶ δίνει τὴν οὐράνια καὶ ἀδιάδοχη βασιλεία, τὸν ἀνώδυνο βίο, τὴν ἀθάνατη ζωὴ καὶ τὸ ἀνέσπερο φῶς, γιὰ νὰ τ’ ἀπολαμβάνουν ὅσοι Τὸν σέβονται, Τὸν προσκυνοῦν, Τὸν ἀγαποῦν καὶ τηροῦν τὶς ἐντολές Του.

Ἀλλὰ ὁ ἴδιος εἶναι καὶ Θεὸ ζηλωτὴς καὶ κριτὴς δίκαιος καὶ ἐκδικητὴς φρικτός. Στοὺς ἀσεβεῖς καὶ ἀνυπάκουους, ποὺ παραβαίνουν τὰ προστάγματά Του, ἐπιβάλλει κόλαση αἰώνια, φωτιὰ ἄσβεστη, ὀδύνη ἀκατάπαυστη, θλίψη ἀπαρηγόρητη, χώρα σκοτεινὴ καὶ στενάχωρη, ποὺ ἑτοίμασε γιὰ τὸν πρῶτο πονηρὸ ἀποστάτη, τὸ διάβολο, καὶ γιὰ ὅλους ὅσοι πλανήθηκαν ἀπ’ αὐτὸν καὶ τὸν ἀκολούθησαν, ἀφοῦ ἀρνήθηκαν τὸν Πλάστη τους μὲ τὰ ἔργα, τὰ λόγια καὶ τὶς σκέψεις τους.

2. Οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον, οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα Μὴν κατασκευάσεις ποτὲ ὁμοίωμα κάποιου ἀπ’ ὅσα εἶναι πάνω στὸν οὐρανὸ καὶ κάτω στὴ γῆ καὶ μέσα στὰ νερά, γιὰ νὰ τὰ λατρεύεις καὶ νὰ δοξάζεις σὰν θεοὺς(Εξ. 20:4-5). Γιατὶ ὅλα αὐτὰ εἶναι κτίσματα τοῦ μόνου Θεοῦ, ποὺ στοὺς στερνοὺς καιρούς, ἀφοῦ σαρκώθηκε σὲ παρθενικὴ μήτρα, φανερώθηκε στὴ γῆ καὶ συναναστράφηκε τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ ἀφοῦ ἔπαθε καὶ πέθανε καὶ ἀναστήθηκε γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, ἀνέβηκε μὲ τὸ σῶμά Του στοὺς οὐρανοὺς καὶ κάθησε ψηλά, στὰ δεξιὰ τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ. Μ’ αὐτὸ τὸ σῶμα θὰ ἔρθει πάλι μὲ δόξα, γιὰ νὰ κρίνει ζωντανοὺς καὶ νεκρούς.

Ἀπὸ ἀγάπη λοιπὸν σ’ Ἐκεῖνον, ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ τὴ σωτηρία μας, θὰ κάνεις τὴν εἰκόνα Του. Καὶ μέσῳ τῆς εἰκόνας θὰ θυμᾶσαι καὶ θὰ προσκυνᾷς Ἐκεῖνον. Μέσῳ τῆς εἰκόνας θὰ ὑψώνεις τὸ νοῦ σου στὸ προσκυνητὸ σῶμα τοῦ Σωτῆρα, ποὺ κάθεται στὰ δεξιὰ τοῦ Πατέρα, στὸν οὐρανό, θὰ κάνεις ἐπίσης καὶ τῶν ἁγίων τὶς εἰκόνες καὶ θὰ τὶς προσκυνᾷς κι αὐτὲς -ὄχι σὰν θεούς, γιατὶ εἶναι ἀπαγορευμένο, ἀλλὰ γιὰ τὴ σχέση σου μαζί τους καὶ γιὰ τὴ διάθεσή σου ἀπέναντί τους καὶ γιὰ τὴ μεγάλη τιμὴ ποὺ τοὺς πρέπει- ἐνῷ ὁ νοῦς σου καὶ πάλι θὰ πηγαίνει σ’ ἐκείνους μέσ’ ἀπὸ τὶς εἰκόνες. Ἔτσι ἔκανε καὶ ὁ Μωϋσῆς: ἔφτιαξε τὶς εἰκόνες τῶν Χερουβεὶμ καὶ τὶς ἔβαλε μέσα στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων γιὰ νὰ δοξάσει ὄχι τὰ κτίσματα, ἀλλὰ μέσῳ αὐτῶν τὸν κτίστη τοῦ κόσμου Θεό (Ἐξ. 25:17-19).

Κι ἐσὺ λοιπὸν δὲν θὰ θεοποιήσεις τὶς εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγίων, ἀλλὰ μέσῳ αὐτῶν θὰ προσκυνᾷς Ἐκεῖνον, πού, ἀφοῦ πρῶτα μᾶς ἔπλασε κατ’ εἰκόνα Του, ὕστερα εὐδόκησε ἀπὸ ἄφατη φιλανθρωπία νὰ πάρει ὁ ἴδιος τὴν ἀνθρώπινη εἰκόνα Του καὶ νὰ γίνει περιγραπτὸς σύμφωνα μ’ αὐτήν. Καὶ δὲν θὰ προσκυνήσεις μόνο τὴν εἰκόνα τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ καὶ τὸν τύπο τοῦ σταυροῦ Του. Γιατὶ εἶναι σημεῖο πανίσχυρο καὶ τρόπαιο τοῦ Χριστοῦ κατὰ τοῦ διαβόλου καὶ ὅλης τῆς δαιμονικῆς παρατάξεως. Γι’ αὐτὸ τοὺς πιάνει φρίκη καὶ τρέπονται σὲ φυγή, ὅταν βλέπουν νὰ γίνεται τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ. Καὶ πρὶν ἀπὸ τὴ Σταύρωση ἀκόμα, ὁ τύπος τοῦ σταυροῦ δοξάστηκε πολὺ ἀπὸ τοὺς προφῆτες κι ἔκανε μεγάλα θαύματα. Ἀλλὰ καὶ στὴ Δευτέρα παρουσία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ καρφώθηκε στὸ σταυρὸ καὶ ποὺ θὰ ἔρθει γιὰ νὰ κρίνει ζωντανοὺς καὶ νεκρούς, θὰ προπορεύεται αὐτὸ τὸ μεγάλο καὶ φοβερὸ σημεῖό Του μὲ δύναμη καὶ λαμπρότητα πολλή. Δόξασε λοιπὸν τώρα τὸ σταυρό, γιὰ νὰ τὸν ἀτενίσεις τότε μὲ θάρρος καὶ νὰ δοξαστεῖς μαζί Του.

Θὰ προσκυνήσεις καὶ τὶς εἰκόνες τῶν ἁγίων, ἐπειδὴ αὐτοὶ συσταυρώθηκαν μὲ τὸν Κύριο, κάνοντας στὸ πρόσωπό σου τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ φέρντοντας στὸ νοῦ σου τὴ συμμετοχή τους στὰ παθήματα τοῦ Χριστοῦ, θὰ προσκυνήσεις, ἐπίσης, καὶ τὰ ἅγια σκηνώματά τους καὶ κάθε λείψανο τῶν ὀστῶν τους, γιατὶ δὲν χωρίστηκε ἀπ’ αὐτὰ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἀκριβῶς δὲν χωρίστηκε ἡ θεότητα ἀπὸ τὸ προσκυνητὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ κατὰ τὸν ζωοποιό Του θάνατο.

Κάνοντας ἔτσι καὶ δοξάζοντας ἐκείνους ποὺ δόξασαν τὸ Θεό, γιατὶ φάνηκαν μὲ τὰ ἔργα τους τέλειοι στὴν ἀγάπη Του, θὰ δοξαστεῖς κι ἐσὺ μαζί τους ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ θὰ ψάλλεις μαζὶ μὲ τὸν Δαβίδ: «Πάρα πολὺ τίμησα τοὺς φίλους Σου, Θεέ μου» (Ψαλμ. 138:17).

3. Οὐ λήψει τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπὶ ματαίῳ.

Δὲν θὰ χρησιμοποιήσεις μάταια τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ σου(Εξ. 20:7), κάνοντας ψεύτικο ὅρκο γιὰ ὁποιοδήποτε γήϊνο πράγμα ἀπὸ φόβο ἀνθρώπου ἢ ἀπὸ ντροπὴ ἢ γιὰ δικό σου κέρδος. Γιατὶ ἡ ἐπιορκία εἶναι ἄρνηση τοῦ Θεοῦ.

Νὰ μὴν ὁρκίζεσαι λοιπὸν καθόλου. Ν’ ἀποφεύγεις τελείως τὸν ὅρκο, γιατὶ ἀπὸ τὸν ὅρκο ἔρχεται ἡ ἐπιορκία, ποὺ ἀποξενώνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ κατατάσσει τὸν ἐπίορκο μὲ τοὺς παρανόμους. Ἂν λὲς παντοτινὰ τὴν ἀλήθεια, θὰ σὲ πιστεύουν ὅπως ἂν ἔπαιρνες ὅρκο.

Κι ἂν ποτὲ συμβεῖ νὰ ὁρκιστεῖς –πράγμα ποὺ πρέπει νὰ ἀπεύχεσαι-, ἐφόσον μὲν πρόκειται γιὰ κάτι σύμφωνο μὲ τὸν θεῖο νόμο, θὰ τὸ ἐκτελέσεις ὡς νόμιμο, ἀλλὰ θὰ θεωρήσεις φταίχτη τὸν ἑαυτό σου γιὰ τὸν ὁρκοδοσία, καὶ μὲ ἐλεημοσύνη, ἱκεσία, πένθος καὶ κακοπάθεια τοῦ σώματος θὰ ζητήσεις τὸ ἔλεος τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶπε νὰ μὴν ὁρκίζεσαι διόλου· ἂν πάλι ὁρκίστηκες γιὰ κάτι παράνομο, πρόσεξε μὴν τυχὸν τὸ ἐκτελέσεις, ἐπειδὴ πῆρες ὅρκο, γιὰ νὰ μὴ κατατάξει ὁ Θεὸς μὲ τὸν προφητοκτόνο Ἡρώδη, ποὺ γιὰ νὰ μὴν ἀθετήσει τὸν ὅρκο του, ἀποκεφάλισε τὸν Τίμιο Πρόδρομο. Ἀθέτησε καλύτερα τὸν παράνομο ἐκεῖνο ὅρκο, βάλε νόμο στὸν ἑαυτό σου νὰ μὴν ὁρκιστεῖς ποτὲ πιὰ καὶ ζῆτα τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, χρησιμοποιώντας πιὸ ἐπίμονα τὰ παραπάνω φάρμακα μαζὶ μὲ δάκρυα.

4. Μνήσθητι τὴν ἡμέραν τῶν σαββάτων ἁγιάζειν αὐτήν. 

Μία ἡμέρα τῆς ἑβδομάδας ὀνομάζεται Κυριακή, ἐπειδὴ εἶναι ἀφιερωμένη στὸν Κύριο, ποὺ ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκροὺς αὐτὴ τὴν ἡμέρα, δείχνοντας καὶ πιστοποιώντας ἀπὸ πρὶν τὴν ἀνάσταση ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ὁπότε θὰ σταματήσει κάθε γήϊνο ἔργο.

Τὴν Κυριακὴ λοιπὸν θὰ τὴν ἀφιερώσεις στὸ Θεό. Δὲν θὰ κάνεις καμιὰ βιοτικὴ ἐργασία, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ἀναγκαῖες. Καὶ αὐτοὺς ποὺ ἐργάζονται γιὰ σένα ἢ μένουν μαζί σου, θὰ τοὺς ἀφήσεις ν’ ἀναπαυθοῦν γιὰ νὰ δοξάσετε ὅλοι μαζὶ Ἐκεῖνον ποὺ μᾶς ἀγόρασε μὲ τὸ θάνατό Του καὶ ἀναστήθηκε, ἀνασταίνοντας μαζί Του καὶ τὴν ἀνθρώπινη φύση μας.

Θὰ φέρεις στὸ νοῦ σου τὴ μέλλουσα ζωή, θὰ μελετήσεις ὅλες τὶς ἐντολὲς καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κυρίου, θὰ ἐξετάσεις τὸν ἑαυτό σου, μὴν τυχὸν ἔχεις παραβεῖ ἢ παραλείψει κάτι, καὶ θὰ τὸν διορθώσεις σὲ ὅλα.

Τὴν ἡμέρα αὐτή, ἐπίσης, θὰ πᾶς στὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ, θὰ πάρεις μέρος στὴ λατρευτικὴ σύναξη καὶ θὰ κοινωνήσεις μὲ εἰλικρινῆ πίστη καὶ ἀκατάκριτη συνείδηση τὸ ἅγιο σῶμα καὶ αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Καὶ θὰ βάλεις ἀρχὴ μιᾶς ζωῆς πιὸ ἅγιας, ἀνακαινίζοντας τὸν ἑαυτό σου καὶ ἑτοιμάζοντάς τον γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τῶν μελλοντικῶν αἰωνίων ἀγαθῶν.

Γιὰ χάρη αὐτῶν τῶν ἀγαθῶν, οὔτε τὶς ἄλλες ἡμέρες θὰ κάνεις κατάχρηση τῶν γήινων πραγμάτων καὶ φροντίδων. Τὴν Κυριακή, ὅμως, ἐπειδὴ θὰ εἶσαι ἀφοσιωμένος στὸ Θεό, θὰ τ’ ἀποφεύγεις ὅλα, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα, χωρὶς τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδύνατο νὰ ζήσεις. Κι ἔτσι, ἔχοντας τὸ Θεὸ καταφύγιό σου, οὔτε θὰ πᾶς πουθενά, οὔτε τὴ φωτιὰ τῶν παθῶν θ’ ἀνάψεις, οὔτε τὸ φορτίο τῆς ἁμαρτίας θὰ σηκώσεις.

Τὴν «ἡμέρα τῶν σαββάτων», λοιπὸν τὴν Κυριακή, θὰ τὴν ἀφιερώσεις στὸ Θεό, σαββατίζοντας μὲ τὴν ἀπραξία τῶν κακῶν, ἀπέχοντας δηλαδὴ ἀπὸ καθετὶ κακό. Στὶς Κυριακὲς νὰ προσθέσεις καὶ τὶς καθιερωμένες ἑορτές, τὰ ἴδια κάνοντας καὶ ἀπὸ τὰ ἴδια ἀπέχοντας.

 5. Τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου…

Τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου (Έξ. 20:12), γιατὶ μέσῳ αὐτῶν σ’ ἔφερε στὴ ζωὴ ὁ Θεὸς καὶ αὐτοί, μετὰ τὸ Θεό, εἶναι αἴτιοι γιὰ τὸ ὅτι ὑπάρχεις. Κι ἐσὺ λοιπόν, μετὰ τὸ Θεό, αὐτοὺς θὰ τιμήσεις καὶ θ’ ἀγαπήσεις, ἐφόσον, βεβαίως, ἡ ἀγάπη σου σ’ ἐκείνους συντελεῖ στὸ ν’ ἀγαπήσεις τὸ Θεό. Ἂν ὅμως δὲν συντελεῖ, φεῦγε ἀπὸ κοντά τους ἀμέσως. Ἂν ἐπιπλέον σοῦ εἶναι καὶ ἐμπόδιο, καὶ μάλιστα στὴν ἀληθινὴ καὶ σωτήρια πίστη, ἐπειδὴ ἔχουν ἄλλη πίστη, δὲν θὰ φύγεις μονάχα, ἀλλὰ καὶ θ’ ἀπαρνηθεῖς καὶ αὐτοὺς καὶ ὅλους, μ’ ὅσους ἔχεις συγγένεια ἢ φιλία ἢ ἄλλη σχέση, καὶ τὰ ἴδια σου τὰ μέλη καὶ τὶς ἐπιθυμίες τους καὶ τὸ σῶμά σου ὁλόκληρο καὶ τὴν διὰ τοῦ σώματος σχέση σου μὲ τὰ πάθη. Γιατὶ ὁ Χριστὸς εἶπε: «Ὅποιος δὲν ἀπαρνιέται τὸν πατέρα του καὶ τὴ μητέρα του, τὴ γυναῖκά του καὶ τὰ παιδιά του, τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τὶς ἀδελφές του, ἀκόμα καὶ τὴν ἴδια του τὴ ζωή, καὶ δὲν σηκώνει τὸ σταυρό του καὶ δὲν μὲ ἀκολουθεῖ, δὲν εἶναι ἄξιος γιὰ μαθητής μου».

Αὐτὰ γιὰ τοὺς σαρκικοὺς γονεῖς, τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τοὺς φίλους. Ἐκείνους, ὅμως, ποὺ ἔχουν τὴν ἴδια πίστη μ’ ἐσένα καὶ δὲν σ’ ἐμποδίζουν ἀπὸ τὴ σωτηρία, καὶ θὰ τοὺς τιμήσεις καὶ θὰ τοὺς ἀγαπήσεις.

Κι ἂν πρέπει νὰ τιμᾷς ἔτσι τοὺς σαρκικοὺς γονεῖς σου, πόσο περισσότερο πρέπει νὰ τιμήσεις καὶ ν’ ἀγαπήσεις τοὺς πνευματικούς σου πατέρες; Αὐτοὶ σὲ μετέφεραν ἀπὸ τὴν ἁπλὴ βιολογικὴ ζωὴ στὴν πνευματικὴ ζωὴ τῆς ἀρετῆς· σοῦ μετέδωσαν τὸ φωτισμὸ τῆς γνώσεως· σοῦ δίδαξαν τὴν ἀλήθεια· σὲ ἀναγέννησαν μὲ τὸ λουτρὸ τῆς παλιγγενεσίας· ἔβαλαν μέσα σου τὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως, τῆς ἀθανασίας καὶ τῆς οὐράνιας βασιλείας· σ’ ἔκαναν, ἀπὸ ἀνάξιο, ἄξιο τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν καί, ἀπὸ ἐπίγειο, οὐράνιο, καί, ἀπὸ πρόσκαιρο, αἰώνιο καὶ γιὸ καὶ μαθητὴ ὄχι ἀνθρώπου, ἀλλὰ τοῦ θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ σοῦ χάρισε τὸ Πνεῦμα, τὸ ὁποῖο κάνει τοὺς ἀνθρώπους παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, καὶ ποὺ εἶπε: «Μὴν ὀνομάσετε κανέναν πατέρα ἢ ἀρχηγό σας στὴ γῆ, γιατὶ ἕνας εἶναι ὁ πατέρας καὶ ὁ ἀρχηγός σας, ὁ Χριστός».

Ὀφείλεις λοιπὸν κάθε τιμὴ καὶ ἀγάπη στοὺς πνευματικούς σου πατέρες, γιατὶ ἡ τιμή, ποὺ ἀπονέμεις σ’ αὐτούς, ἀναφέρεται στὸ Χριστό, στὸ Πανάγιο Πνεῦμα, ποὺ σ’ ἔκανε παιδὶ τοῦ Θεοῦ, καὶ στὸν ἐπουράνιο Πατέρα, ποὺ δίνει ζωὴ καὶ ὕπαρξη σ’ ὅλα τὰ ὄντα, οὐράνια καὶ ἐπίγεια, θὰ φροντίσεις μάλιστα νὰ ἔχει σ’ ὅλη σου τὴ ζωὴ πνευματικὸ πατέρα, γιὰ νὰ τοῦ ἐξομολογεῖσαι κάθε ἁμαρτία καὶ κάθε λογισμό σου, καὶ νὰ παίρνεις ἀπ’ αὐτὸν τὴ θεραπεία καὶ τὴν ἄφεση.

Στοὺς πνευματικοὺς πατέρες ἔχει δοθεῖ ἡ ἐξουσία νὰ συγχωροῦν ἢ νὰ μὴ συγχωροῦν τὶς ψυχές. Καὶ ὅ,τι κρατήσουν ἀσυγχώρητο στὴ γῆ, θὰ εἶναι ἀσυγχώρητο καὶ στὸν οὐρανό, ἐνῷ ὅ,τι συγχωρήσουν στὴ γῆ, θὰ εἶναι συγχωρημένο καὶ στὸν οὐρανό. Αὐτὴ τὴ χάρη καὶ τὴ δύναμη ἔλαβαν ἀπὸ τὸν Χριστό. Γι’ αὐτὸ θὰ τοὺς ὑπακοῦς χωρὶς καμίαν ἀντιλογία, γιὰ νὰ μὴν ὁδηγήσεις τὴν ψυχή σου στὴν ἀπώλεια. Γιατὶ ἂν θανατωνόταν, σύμφωνα μὲ τὸν μωσαϊκὸ νόμο, ὅποιος ἀντιμιλοῦσε στοὺς σαρκικοὺς γονεῖς του, καὶ μάλιστα σὲ πράγματα ποὺ δὲν ἀπαγόρευε ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ, πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ μὴ διώχνει τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μακριά του καὶ νὰ μὴ χάνει τὴν ψυχή του ὅποιος ἀντιμιλάει στοὺς πνευματικούς του πατέρες; Γι’ αὐτό, ὡς τὸ τέλος τῆς ζωῆς σου, καὶ νὰ τοὺς συμβουλεύεσαι καὶ νὰ τοὺς ὑπακοῦς, γιὰ νὰ σωθεῖ ἡ ψυχή σου καὶ νὰ γίνεις κληρονόμος τῶν αἰωνίων καὶ ἀφθάρτων ἀγαθῶν.

 6.    Οὐ μοιχεύσεις.

   Δὲν θὰ μοιχεύσεις οὔτε θὰ πορνεύσεις, γιὰ νὰ μὴ γίνεις, ἀντὶ μέλος τοῦ Χριστοῦ, μέλος τῆς πόρνης καὶ ἀποκοπεῖς ἀπὸ τὸ θεϊκὸ σῶμα καὶ ξεπέσεις ἀπὸ τὴ θεϊκὴ κληρονομιὰ καὶ ῥιχθεῖς στὴ γέεννα. Γιατὶ ἄν, σύμφωνα μὲ τὸν μωσαϊκὸ νόμο, ἔπρεπε νὰ καίγεται ἡ κόρη τοῦ ἱερέα, ποὺ θὰ πιανόταν νὰ πορνεύει, ἐπειδὴ ἐξευτέλισε τὸν πατέρα της, πολὺ περισσότερο δὲν πρέπει νὰ καίγεται αἰώνια κόλαση ἐκεῖνος ποὺ κόλλησε τέτοιο μόλυσμα στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ;

Ὄχι μόνο νὰ μὴν πορνεύσεις, μὰ καὶ τὴν παρθενία, ἂν μπορεῖς, ν’ ἀσκήσεις, γιὰ νὰ ἀνήκεις ὁλοκληρωτικὰ στὸ Θεὸ καὶ νὰ προσκολληθεῖς σ’ Αὐτὸν μὲ τέλεια ἀγάπη, παραμένοντας κοντά Του σ’ ὅλη σου τὴ ζωὴ καὶ φροντίζοντας πάντοτε χωρὶς περισπασμοὺς ὅ,τι ἀφορᾷ τὸν Κύριο, ἀπολαμβάνοντας ἀπὸ τώρα τὴ μέλλουσα ζωὴ καὶ ζώντας σὰν ἄγγελος Θεοῦ πάνω στὴ γῆ. Γιατὶ ἡ παρθενία εἶναι γνώρισμα τῶν ἀγγέλων καὶ μ’ αὐτοὺς γίνεται ὅμοιος ὅσο εἶναι δυνατόν, ὅποιος ἀσκεῖ τὴν παρθενία, μολονότι ἔχει σῶμα· ἢ μᾶλλον, πρὶν ἀπ’ αὐτοὺς γίνεσαι ὅμοιος μὲ τὸν Πατέρα, ποὺ γέννησε προαιώνια τὸν Υἱὸ μὲ τρόπο παρθενικό, καὶ μὲ τὸν παρθένο Υἱό, ποὺ γεννήθηκε προαιώνια ἀπὸ Πατέρα παρθένο καὶ σαρκώθηκε στοὺς ἐσχάτους χρόνους ἀπὸ Μητέρα παρθένα, καὶ μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ προβάλλεται μὲ τρόπο ἀνέκφραστο μόνο ἀπὸ τὸν Πατέρα, ὄχι μὲ γέννηση, ἀλλὰ μὲ ἐκπόρευση. Μ’ Αὐτὸν τὸ Θεὸ ἐξομοιώνεται καὶ ἑνώνεται, συνάπτοντας μαζί Του ἄφθαρτο γάμο, ἐκεῖνος ποὺ διάλεξε τὴν ἀληθινὴ παρθενία, ποὺ παρθενεύει στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα, ποὺ ὀμορφαίνει ὅλες τὶς αἰσθήσεις καὶ τὸ λόγο καὶ τὴ διάνοια μὲ τὰ κάλλη τῆς παρθενίας.

Ἄν, πάλι, δὲν προτιμᾷς τὴν παρθενία οὔτε τὴν ὑποσχέθηκες στὸ Θεό, σοῦ ἐπιτρέπεται νὰ πάρεις μὲ γάμο μιὰ γυναῖκα, σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους τοῦ Κυρίου. Μόνο σ’ αὐτὴν νὰ συγκατοικεῖς, μόνο αὐτὴν νὰ ἔχεις δική σου, μὲ στόχο τὸν ἁγιασμό. Μ’ ὅλη σου τὴ δύναμη νὰ μένεις μακριὰ ἀπὸ ἄλλες γυναῖκες. Καὶ θὰ μπορέσεις νὰ φυλαχθεῖς ἀπ’ αὐτές, ἂν ἀποφεύγεις τὶς ἄκαιρες συνομιλίες μαζί τους, ἂν γυρίζεις τὰ μάτια καὶ τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς σου μακριά τους, ὅσο εἶναι δυνατόν, ἂν δὲν εὐχαριστιέσαι στὰ πορνικὰ λόγια καὶ ἀκούσματα καὶ ἂν συνηθίσεις νὰ μὴ βλέπεις μὲ περιέργεια τὴν ὀμορφιὰ τῶν προσώπων. Γιατὶ ὅποιος κοιτάξει γυναῖκα μὲ πονηρὴ ἐπιθυμία, ἔχει κιόλας διαπράξει μέσα του μοιχεία μαζί της, καὶ γι’ αὐτὸ εἶναι ἀκάθαρτος ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ, ποὺ βλέπει μέσα στὴν καρδιά. Ἐπιπλέον, ἀπ’ αὐτὸ τὸ πονηρὸ κοίταγμα, καταντάει, ὁ δύστυχος, καὶ στὴ διάπραξη μὲ τὸ σῶμα τῆς αἰσχρῆς ἁμαρτίας. Ἀλλὰ γιατὶ μιλῶ μόνο γιὰ πορνεῖες καὶ μοιχεῖες καὶ ὅλα τὰ μολύσματα ποὺ συνδέονται μὲ τὴ φυσικὴ λειτουργία, ἀφοῦ καὶ στὶς παρὰ φύση ἀσέλγειες σέρνεται ἀκόλαστα ὁ ἄνθρωπος, ὅταν περίεργα παρατηρεῖ τὰ κάλλη τῶν σωμάτων;

Ἂν λοιπὸν ἐσὺ κόψεις ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου τὶς πικρὲς ῥίζες, δὲν θὰ μαζέψεις θανατηφόρους καρπούς, ἀλλὰ θὰ καρπωθεῖς τὴν ἁγνεία καὶ τὴ συνακόλουθή της ἁγιότητα, χωρὶς τὴν ὁποία κανεὶς δὲν θ’ ἀντικρύσει τὸν Κύριο.

7.  Οὐ φονεύσεις.

Δὲν θὰ διαπράξεις φόνο, γιὰ νὰ μὴν πάψεις νὰ εἶσαι παιδὶ Ἐκείνου, ποὺ καὶ τοὺς νεκροὺς ζωοποιεῖ, καὶ γιὰ νὰ μὴ γίνεις μὲ τὰ ἔργα σου παιδὶ ἐκείνου, ποὺ ἦταν ἐξαρχῆς ἀνθρωποκτόνος. Καὶ ἐπειδὴ ὁ φόνος προέρχεται ἀπὸ χτύπημα, τὸ χτύπημα ἀπὸ βρισιά, ἡ βρισιὰ ἀπὸ ὀργὴ καὶ ἡ ὀργὴ ἀπὸ ζημιὰ ἢ χτύπημα ἢ βρισιὰ ἄλλου, γι’ αὐτὸ εἶπε ὁ Χριστός: Ἂν κάποιος σοῦ πάρει τὸ πανωφόρι, μὴν τὸν ἐμποδίσεις νὰ σοῦ πάρει καὶ τὸ πουκάμισο» (Λουκ. 6:29). Ἂν κάποιος σὲ χτυπήσει, μὴν τὸν χτυπήσεις κι ἐσύ. Ἂν κάποιος σὲ βρίσει, μὴν τὸν βρίσεις κι ἐσύ. Ἔτσι θὰ λυτρώσεις ἀπὸ τὸ ἁμάρτημα τοῦ φόνου τόσο τὸν ἑαυτό σου ὅσο κι ἐκεῖνον ποὺ σοῦ κάνει κακό. Ἐσὺ ἐπιπλέον θὰ λάβεις καὶ τὴ συγχώρηση τῶν ἁμαρτημάτων σου ἀπὸ τὸ Θεό. Γιατὶ λέει: «Συγχωρῆστε, καὶ θὰ συγχωρηθεῖτε». Ἐκεῖνος ὅμως, ποὺ λέει καὶ κάνει κακό, θὰ καταδικαστεῖ στὴν αἰώνια κόλαση. Γιατὶ ὁ Χριστὸς εἶπε: «Ὅποιος πεῖ τὸν ἀδελφό του ‘’ἠλίθιε’’, εἶναι ἔνοχος γιὰ τὴ φωτιὰ τῆς κολάσεως» (Ματθ. 5:22).

Ἂν λοιπὸν μπορέσεις ν’ ἀποσπάσεις μαζὶ μὲ τὶς ρίζες του τὸ κακό, ἐξασφαλίζοντας στὴν ψυχή σου τὴ μακαριότητα τῆς πραότητας, δόξασε τὸν Χριστό, τὸ δάσκαλο καὶ συνεργό μας στὴν κατόρθωση τῶν ἀρετῶν. Χωρὶς Αὐτόν, ὅπως ἔχεις μάθει, δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε κανένα καλό. Ἄν, πάλι, δὲν μπορέσεις νὰ παραμείνεις ἥρεμος καὶ νὰ μὴν ὀργιστεῖς, νὰ τὰ βάζεις μὲ τὸν ἑαυτό σου, ποὺ ὀργίζεται, καὶ νὰ ζητᾷς συγχώρηση τόσο ἀπὸ τὸ Θεὸ ὅσο καὶ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἄκουσε ἢ ἔπαθε κακὸ ἀπὸ σένα. Γιατὶ ὅποιος μετανοεῖ στὴν ἀρχὴ τῆς ἁμαρτίας, δὲν φθάνει στὸ τέλος της· καὶ ὅποιος δὲν πονάει γιὰ τὰ μικρὰ ἁμαρτήματα, θὰ πέσει, μετὰ στὰ μικρά, καὶ στὰ μεγάλα.

8. Οὐ κλέψεις.

Δὲν θὰ κλέψεις (Ἔξ. 20:14), γιὰ νὰ μὴ σοῦ ἀνταποδώσει πολλαπλάσια τὴν τιμωρία ὁ Θεός, ποὺ γνωρίζει τὶς κρυφὲς πράξεις. Καλύτερα λοιπὸν νὰ δίνεις κρυφὰ καὶ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά σου σ’ ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἀνάγκη, γιὰ νὰ λάβεις ἀπὸ τὸ Θεό, ποὺ βλέπει καθετὶ κρυφό, ἑκατὸ φορὲς περισσότερα καὶ ζωὴ αἰώνια στὸν μελλοντικὸ κόσμο.

9. Οὐ ψευδομαρτυρήσεις κατὰ τοῦ πλησίον σου…

Δὲν θὰ συκοφαντήσεις, γιὰ νὰ μὴ μοιάσεις στὸ διάβολο, ποὺ συκοφάντησε τὸ Θεὸ στὴν Εὔα, καὶ γίνεις καταραμένος, ὅπως ἐκεῖνος. Καλύτερα λοιπὸν νὰ σκεπάσεις κιόλας τὸ ἁμάρτημα τοῦ πλησίον -ἐκτὸς κι ἂν αὐτὸ βλάψει πολλοὺς ἄλλους-, γιὰ νὰ μὴ μοιάσεις στὸν Χάμ, ἀλλὰ στὸν Σὴμ καὶ τὸν Ἰάφεθ, κι ἔτσι νὰ πετύχεις τὴν εὐλογία.

 

10Οὐκ ἐπιθυμήσεις… ὅσα τῷ πλησίον σου ἐστί.

Δὲν θὰ ἐπιθυμήσεις κάτι τοῦ πλησίον σου, οὔτε κτῆμα οὔτε χρήματα οὔτε δόξα οὔτε τίποτ’ ἄλλο ἀπ’ ὅσα ἀνήκουν σ’ αὐτόν. Γιατὶ ἡ ἐπιθυμία, ὅταν συλληφθεῖ στὴν ψυχή, γεννᾷ τὴν ἁμαρτία· καὶ ἡ ἁμαρτία, ὅταν ὁλοκληρωθεῖ, γεννᾷ τὸ θάνατο.

 Ἂν ἐσὺ δὲν ἐπιθυμεῖς τὰ ξένα, θὰ μείνεις μακριὰ ἀπὸ τὴν πλεονεξία καὶ τὴν ἁρπαγὴ τῶν ξένων. Καλύτερα εἶναι, λοιπόν, νὰ δώσεις καὶ ἀπὸ τὰ δικά σου σ’ ἐκεῖνον ποὺ σοῦ ζητάει, νὰ νὰ ἐλεήσεις, ὅσο μπορεῖς ἐκεῖνον ποὺ ἔχει ἀνάγκη. Ἂν κάποιος θέλει νὰ τοῦ δανείσεις κάτι, μὴν τοῦ τὸ ἀρνηθεῖς. Ἂν βρεῖς κάτι ποὺ ἔχει χαθεῖ, νὰ τὸ παραδώσεις στὸν ἰδιοκτήτη του, ἀκόμα κι ἂν εἶναι ἐχθρός σου. Ἔτσι, καὶ θὰ συμφιλιωθεῖς μαζί του καὶ θὰ νικήσεις τὸ κακὸ μὲ τὸ ἀγαθό, ὅπως σὲ προστάζει ὁ Χριστός.

Ἂν τηρεῖς τὰ παραπάνω μ’ ὅλη σου τὴ δύναμη καὶ μ’ αὐτὰ ζεῖς, θὰ ἀποθηκεύσεις στὴν ψυχή σου τὸ θησαυρὸ τῆς εὐσεβείας, θὰ εὐαρεστήσεις τὸ Θεό, θὰ εὐεργετηθεῖς ἀπ’ Αὐτὸν καὶ τοὺς ἀνθρώπους Του καὶ θὰ γίνεις κληρονόμος τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν, ποὺ εἴθε νὰ τ’ ἀποκτήσουμε ὅλοι, μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρά μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σ’ Αὐτὸν πρέπει κάθε δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνηση, μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα Του καὶ τὸ πανάγιο καὶ ἀγαθὸ καὶ ζωοποιὸ Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς ἀτελείωτους αἰῶνες. Ἀμήν.

(«Φωνὴ τῶν Πατέρων», τ.Γ΄σ.145-158, Ἱ.Μ.Παρακλήτου, Ὠρωπὸς-Ἀττικῆς)