Ἐτικέττες

,

32b. Άγ.Αθανάσιος

«Κάποτε λοιπὸν δύο φιλόσοφοι ἦλθαν πρὸς αὐτόν, εἰδωλολάτρες, ποὺ νόμιζαν ὅτι μποροῦν νὰ ἐλέγξουν τὸν Ἀντώνιο. Ἦταν στὸ ὄρος τὸ ἔξω. Ὁ Ἀντώνιος κατάλαβε ποιοὶ ἄνθρωποι εἶναι ὅταν τοὺς εἶδε καὶ ἐξῆλθε πρὸς αὐτοὺς καὶ εἶπε μὲ διερμηνέα: «Γιατὶ τόσο πολὺ κοπιάσατε νὰ ἔλθετε, ὦ φιλόσοφοι, πρὸς ἀνόητο ἄνθρωπο;» Ὅταν εἶπαν αὐτοὶ ὅτι δὲν εἶναι ἀνόητος, ἀλλὰ καὶ πολὺ φρόνιμος, εἶπε πρὸς αὐτούς: «Ἂν μὲν πρὸς ἀνόητο ἤλθατε, περιττὸς ὁ κόπος σας. Ἂν ὅμως θεωρεῖτε ὅτι εἶμαι φρόνιμος, νὰ γίνετε ὅπως εἶμαι ἐγώ. Ἐπειδὴ πρέπει νὰ μιμούμαστε τὰ καλά. Καὶ ἂν μὲν ἐγὼ ἐρχόμουν πρὸς ἐσᾶς, τότε θὰ ἐμιμόμουν ἐσᾶς. Ἂν ὅμως ἐσεῖς (ἤλθατε) πρὸς ἐμένα, νὰ γίνετε ὅπως ἐγώ. Ἐπειδὴ εἶμαι Χριστιανός. Αὐτοὶ θαυμάζοντας ἀνεχώρησαν ἐπειδὴ ἔβλεπαν καὶ τοὺς δαίμονες νὰ φοβοῦνται τὸν Ἀντώνιο… Ὅταν ἄλλοι ἀπὸ αὐτοὺς τὸν συνάντησαν πρὸς τὸ ὄρος τὸ ἔξω καὶ νόμισαν ὅτι θὰ τὸν χλευάσουν ἐπειδὴ δὲν εἶχε μάθει γράμματα, εἶπε πρὸς αὐτοὺς ὁ Ἀντώνιος: «Ἐσεῖς τί λέτε; Ποιὸ εἶναι πρῶτο, ὁ νοῦς ἢ τὰ γράμματα; καὶ ποιὸ εἶναι αἴτιο ποίου, ὁ νοῦς τῶν γραμμάτων, ἢ τὰ γράμματα τοῦ νοῦ;» Ὅταν αὐτοὶ ἀπάντησαν ὅτι πρῶτος εἶναι ὁ νοῦς καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ ἐφευρέτης τῶν γραμμάτων, τοὺς εἶπε ὁ Ἀντώνιος: «Σὲ ὅποιον λοιπὸν ὁ νοῦς ὑγιαίνει, σὲ αὐτὸν δὲν εἶναι ἀναγκαῖα τὰ γράμματα».

68

Μὲ αὐτὸ καὶ τοὺς παρόντες καὶ αὐτοὺς ἐξέπληξε. Ἀπῆλθαν λοιπὸν θαυμάζοντας, ἐπειδὴ τόση πολλὴ σύνεση ἔβλεπαν σὲ ἀγράμματο ἄνθρωπο. Καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶχε ἄγριο τὸ ἦθος, λόγῳ τοῦ ὅτι ἀνατράφηκε στὸ ὄρος καὶ ἐκεῖ ἐγέρασε, ἀλλὰ ἦταν γεμάτος χάρη καὶ κοινωνικός. Καὶ τὸν λόγο τὸν εἶχε νοστιμίσει μὲ τὸ θεῖο ἀλάτι, ἔτσι ὥστε κανεὶς δὲν τὸν φθονοῦσε, ἀλλὰ νὰ χαίρονται μὲ αὐτόν, ὅλοι ὅσοι ἔρχονταν πρὸς αὐτόν. Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ἔτυχε νὰ ἔλθουν πάλι μερικοὶ ἀπὸ αὐτούς. Κι ἦταν ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ οἱ εἰδωλολάτρες θεωροῦσαν σοφούς. Καὶ ἀπαιτοῦσαν λόγο ἀπὸ αὐτὸν λόγο περὶ τῆς πίστης μας στὸν Χριστό. Καὶ ἐπεχείρησαν νὰ μιλήσουν γιὰ τὸ κήρυγμα τοῦ θείου Σταυροῦ καὶ ἤθελαν νὰ τὸν χλευάσουν. Ὁ Ἀντώνιος λυπήθηκε τὴν ἄγνοιά τους, ἔλεγε μὲ διερμηνέα, ποὺ καλῶς διερμήνευε: «Τί εἶναι καλύτερο; Νὰ ὁμολογοῦμε τὸν Σταυρὸ ἢ μοιχεῖες καὶ δολοφονίες παιδιῶν νὰ προσάπτετε σὲ αὐτοὺς ποὺ ὀνομάζετε θεούς; Ἐπειδὴ τὸ πρῶτο ποὺ λέμε ἐμεῖς εἶναι ἀπόδειξη ἀνδρείας καὶ γνώρισμα καταφρονήσεως θανάτου, ἐνῷ τὰ δικά σας εἶναι ἀσέλγειας πάθη. Ἔπειτα τί εἶναι καλύτερο νὰ λέμε, ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ δὲν μεταβλήθηκε, ἀλλὰ παραμένοντας ὁ Ἴδιος, γιὰ τὴν σωτηρία καὶ τὴν εὐεργεσία τῶν ἀνθρώπων, ἔλαβε σῶμα ἀνθρώπινο, ἔτσι ὥστε νὰ κοινωνήσει τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ νὰ κάνει τοὺς ἀνθρώπους νὰ κοινωνήσουν τὴν θεία καὶ νοερὴ φύση, ἢ νὰ ἐξομοιώνετε τὸν Θεὸ μὲ ἄλογα ζῶα, καὶ γιὰ αὐτὸ νὰ σέβεστε τετράποδα κι ἐρπετὰ καὶ ὁμοιώματα ἀπὸ ἀνθρώπους; Ἐπειδὴ αὐτὰ εἶναι τὰ σεβάσματα σὲ ἐσᾶς τοὺς σοφούς. Καὶ πῶς τολμᾶτε νὰ μᾶς χλευάζετε ἐμᾶς ἐπειδὴ λέμε ὅτι ὁ Χριστὸς φανερώθηκε σὰν ἄνθρωπος, ὅταν ἐσεῖς λέτε ὅτι ἡ ψυχὴ χωρίστηκε ἀπὸ τὸν οὐρανό, καὶ λέτε ὅτι πλανήθηκε ἡ ψυχὴ καὶ ἔπεσε ἀπὸ τὴν ἀψίδα τῶν οὐρανῶν σὲ σῶμα, καὶ μακάρι σὲ ἀνθρώπινο, καὶ ὄχι καὶ σὲ τετράποδα καὶ σὲ ἐρπετὰ νὰ ἔρχεται καὶ νὰ πέφτει. Ἐπειδὴ ἡ δική μας πίστη λέει τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ λόγῳ τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων. Ἐσεῖς ὅμως πλανᾶσθε ὅταν λέτε γιὰ ψυχὴ ἀγέννητη (ἀδημιούργητη). Καὶ ἐμεῖς πιστεύουμε στὸ δυνατὸ καὶ φιλάνθρωπο τῆς Πρόνοιας, ὅτι καὶ αὐτὸ δὲν ἦταν ἀδύνατο στὸν Θεό, ὅμως ἐσεῖς, λέτε ὅτι ἡ ψυχὴ εἶναι εἰκόνα τοῦ Νοῦ, καὶ τῆς προσάπτετε πτώσεις καὶ μυθολογεῖτε ὅτι εἶναι μεταβλητή. Καὶ λοιπὸν λόγῳ τῆς ψυχῆς καὶ τὸν νοῦν τὸν θεωρεῖτε τρεπτό. Ἐπειδὴ ὅποια εἶναι …ρα λοιπὸν εἶναι ἄξιος χλεύης τοῦτος (ὁ Σταυρὸς) ἢ μᾶλλον αὐτὰ ποὺ καταργήθηκαν ἀπὸ αὐτὸν καὶ ἀποδείχτηκαν ἀδύναμα; Ἐπειδὴ καὶ τοῦτο εἶναι ἀξιοθαύμαστο: ὅτι τὰ δικά σας οὐδέποτε ἐδιώχθησαν, ἀλλὰ σὲ κάθε πόλη τιμῶνται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἐνῷ οἱ (πιστοὶ) τοῦ Χριστοῦ διώκονται καὶ περισσότερο ἀπὸ τὰ δικά σας ἀνθοῦν καὶ πληθαίνουν. Καὶ τὰ δικά σας, ἂν καὶ τιμῶνται καὶ προφυλάσσονται, καταστρέφονται, ἀλλὰ ἡ πίστη καὶ ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, ἂν καὶ χλευάζεται ἀπὸ ἐσᾶς καὶ πολλὲς φορὲς διώχθηκε ἀπὸ τοὺς βασιλεῖς, ἔχει γεμίσει τὴν οἰκουμένη. Ἐπειδὴ πότε (ἄλλοτε) ἐξέλαμψε ἔτσι ἡ θεογνωσία; Καὶ πότε φανερώθηκε ἔτσι ἡ σωφροσύνη καὶ ἡ ἀρετὴ τῆς παρθενίας; Καὶ πότε περιφρονήθηκε ἔτσι ὁ θάνατος παρὰ τότε ποὺ πραγματοποιήθηκε ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ; Γιὰ τοῦτο κανεὶς δὲν ἀμφιβάλλει ὅταν βλέπει τοὺς μάρτυρες γιὰ τὸν Χριστὸ νὰ περιφρονοῦν τὸν θάνατο καὶ ὅταν βλέπει τὶς παρθένες (μοναχὲς) τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὸν Χριστὸ νὰ φυλᾶνε καθαρὰ καὶ ἀμόλυντα τὰ σώματα».

(Πηγή: gerontes.wordpress.com)