Ἐτικέττες

Theodosius_the_Cenobiarch

Τί νομίζετε πὼς ἔκανε ὁ μέγας Θεοδόσιος, ποὺ ἤξερε πὼς τίποτε ἄλλο δὲν ὠφελεῖ τόσο τοὺς ἀνθρώπους στὸ νὰ γίνουνε ἐνάρετοι καὶ στὸ νὰ μένουνε πάντα τέτοιοι, ὅσο τὸ νὰ στοχάζονται καὶ νὰ θυμοῦνται πὼς κάποτε θὰ πεθάνουν;

Πρόσταξε τοὺς μαθητές του νὰ κατασκευάσουν ἕνα μεγάλο μνῆμα. Καὶ γιὰ νὰ τοὺς θυμίζει -ὅπως εἶναι καὶ τὸ ὄνομά του τὸ τέλος τους, καὶ γιὰ νὰ κεντρίζει τὸ ζῆλό τους στὴν ἀρετή. Μὰ καὶ γιὰ νὰ τοὺς δέχεται, ὅταν πεθαίνουνε· κι ἐπειδὴ καὶ προέβλεψε τί θὰ συνέβαινε. Ὅταν λοιπὸν ἑτοιμάσθηκε τὸ μνῆμα, πῆγε καὶ στάθηκε ἀπὸ πάνω του, καὶ οἱ μαθητές του τὸν περικύκλωσαν. Κι ἐπειδὴ μὲ τὰ προβλεπτικὰ μάτια τοῦ λογισμοῦ του ἔβλεπε καθαρὰ τί θὰ γινόταν, γύρισε καὶ τοὺς εἶδε καὶ τοὺς εἶπε χαριτωμένα καὶ πρόσχαρα. Τὸ μνῆμα εἶναι ἕτοιμο· νὰ δοῦμε τώρα ποιὸς ἀπὸ σᾶς θὰ τὸ ἐγκαινιάσει;

Κι αὐτὸς μὲν τὰ εἶπε αὐτὰ ἔτσι πρόσχαρα κι εὐχάριστα. Ὁ Βασίλειος ὅμως, ποὺ εἶχε τὸ ἀξίωμα τοῦ ἱερέα καὶ ὁ ζῆλός του γιὰ τὸ καλὸ ἦταν μεγάλος καὶ σύμφωνος μὲ τὴν Πατερικὴ παράδοση, κι ἔμοιαζε γι’ αὐτὸ στὸν πνευματικό του πατέρα –περισσότερο ἀπὸ ὅσο μοιάζουν τὰ παιδιὰ στὸ φυσικό τους πατέρα- αὐτὸς λοιπὸν κατάλαβε, πὼς ὁ δάσκαλος δὲν μίλησε ἄσκοπα κι οὔτε ἔριξε τὰ λόγια του στὸν ἀέρα, κι ἀμέσως πρωτάρπαξε τὸ λόγο του· καὶ ἦταν ἕτοιμος νὰ προτιμήσει ἀπὸ τὴ ζωὴ τὸ θάνατο· ἐπειδὴ ἤξερε πὼς αὐτὸ δὲν εἶναι ἕνα πράγμα ἀνεπιθύμητο, ἀλλὰ πολὺ ὠφέλιμο.

Ἀμέσως λοιπὸν γονάτισε κι ἀκουμπώντας στὸ χῶμα τὸ πρόσωπό του εἶπε: Εὐλόγησέ με, Πατέρα μου, κι ἂν τὸ θελήσεις ἐγὼ πρῶτος θὰ ἐγκαινιάσω αὐτὸν τὸν τάφο. Αὐτὸ τοῦ ζήτησε· κι ἐκεῖνος τοῦ τὸ παραχώρησε. Κι ἀπὸ τὴ στιγμὴ ἐκείνη ὁ τάφος τὸν περιέλαβε. Κι ἔδωσε ὁ ἅγιος Πατέρας ἐντολὴ νὰ τοῦ γίνονται ὅλα ἐκεῖνα ποὺ συνηθίζονται γιὰ τοὺς νεκρούς, τὰ τρίτα του δηλαδή, καὶ τὰ ἐννιάμερά του, καὶ τὰ σαράντα του.

Κι ὅταν πλέον τελείωσαν καὶ τὰ σαράντα του, ὁ Βασίλειος χωρὶς οὔτε πυρετὸς νὰ τὸν πιάσει καὶ χωρὶς νὰ αἰσθανθεῖ κανένα πόνο, εἴτε στὸ κεφάλι του εἴτε καὶ σ’ ἄλλο μέρος τοῦ κορμιοῦ του, ἐκδήμησε πρὸς τὸν Κύριο· σὰν νὰ κοιμήθηκε ἕναν ὕπνο ἥμερο καὶ εὐχαριστότατο, ποὺ τοῦ στάθηκε βραβεῖο τῆς ὑπακοῆς του καὶ τῆς προθυμίας νὰ παρουσιασθεῖ στὸ Θεὸ πρῶτος, καὶ πρῶτος αὐτὸς νὰ στεφανωθεῖ.

Σαράντα λοιπὸν ἀπὸ τότε ἥμερες κατὰ σειρά, ὁ ἱερὸς αὐτὸς Βασίλειος ἐρχόταν στὶς βραδυνὲς συνάξεις τῶν ἀδελφῶν καὶ στεκόταν ἀνάμεσα στὸν ἱερὸ χορό τους κι ἔψαλλε μαζί τους, καὶ μόνο ὁ μεγάλος Θεοδόσιος τὸν ἔβλεπε καὶ τὸν ἄκουγε. Κι ἐνῷ κανένας ἄλλος, οὔτε τὴν ὄψη του ἔβλεπε οὔτε κι ἄκουσε τὴ φωνή του, ἕνας ἀδελφὸς μόνο, ποὺ τὸν ἔλεγαν Ἀέτιο καὶ ἦταν μαθητὴς τοῦ Θεοδοσίου κι ἀκολουθοῦσε κατὰ πάντα τὰ χνάρια τοῦ μεγάλου του δασκάλου, τὸν ἄκουε μονάχα ποὺ ἔψαλλε, χωρὶς ὅμως νὰ βλέπει τὸ πρόσωπό του.

Τὸν ρώτησε λοιπόν, ἂν ἀκούει κι αὐτὸς τὴ φωνὴ τοῦ πεθαμένου. Κι ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε πὼς τὸν ἀκούει καὶ πὼς τὸν βλέπει· καὶ ὅτι ἂν τὸ ἤθελε, θὰ τοῦ τὸν ἔδειχνε ὅταν θὰ ἐρχόταν.

Ἔπιασε λοιπὸν ἡ νύχτα κι ἔγινε ἡ Σύναξη· κι ὁ ἅγιος τοῦ Θεοῦ ξεχώρισε πάλι καλὰ τὸ Βασίλειο ποὺ στεκόταν μὲ τοὺς ἄλλους ποὺ ψάλλανε κι ἔψαλλε κι αὐτὸς μαζί τους. Καὶ δείχνοντάς τον μὲ τὸ δάκτυλό του στὸν Ἀέτιο προσευχήθηκε στὸ Θεὸ καὶ εἶπε: Ἄνοιξε Κύριέ μου τὰ μάτια του καὶ καταξίωσέ τον νὰ δεῖ τὸ μεγάλο σου αὐτὸ θαῦμα καὶ μυστήριο.

Κι αὐτός, ὅταν τὸν εἶδε καὶ τὸν ἀναγνώρισε, ἀπὸ τὴ λαχτάρα του θέλησε νὰ τρέξει καὶ νὰ τὸν ἀγκαλιάσει. Ἦταν ὅμως ἄπιαστος κι ἀπὸ τὴ στιγμὴ ἐκείνη ἔγινε ὁ Βασίλειος ἀθέατος κι ἀκούστηκε μονάχα ἡ φωνή του: «Εἴθε νὰ σωθεῖτε, ἀδελφοὶ καὶ πατέρες μου. Ἐμένα πλέον δὲν θὰ μὲ ξαναδεῖτε».

Κι αὐτὸ ποὺ ἔγινε φανερώνει πὼς εἶναι ἀληθινότατο καὶ βεβαιότατο αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Χριστὸς στὸ Εὐαγγέλιό του «Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ, ζήσεται».

Ἐκ τοῦ Εὐεργετινοῦ