62-O Timios Prodromos

Ἀπὸ πολὺ παλιὰ ἔχει καθορισθεῖ νὰ ἑορτάζουμε κατὰ τὴν ἑπομένη ἡμέρα τῶν Ἁγίων Θεοφανείων τὴν Σύναξη τοῦ Προφήτου, Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ, γιὰ τὸ λόγο ὅτι ἀξιώθηκε νὰ βαπτίσει τὸν Ἰησοῦ Χριστό.

Ὁ Τίμιος Πρόδρομος ὑπῆρξε ὁ Ὄρθρος ποὺ προανήγγειλε τὸν ἐρχομὸ τῆς ἡμέρας τοῦ Κυρίου. Ὁ Ὄρθρος ποὺ προηγήθηκε τῆς Ἀνατολῆς τοῦ Ἡλίου τῆς δικαιοσύνης. Ἔτσι τὸν ὀνομάζει ἕνας ὕμνος τῶν Θεοφανείων.

«Φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν τοῦ Κυρίου». Ὁμιλεῖ τὸ στόμα τοῦ Ἀσκητοῦ. Ὁ χαρισματικὸς ἄνθρωπος ποὺ ἀναδείχθηκε «μείζων ἐν γεννητοῖς γυναικῶν». Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος κηρύσσει προδρομικὰ μέσα στὴν ἔρημο τὸ μήνυμά τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ. Ξαναθυμίζει τὰ προφητικὰ λόγια τοῦ Ἡσαΐου ὁ Εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος, ποὺ βεβαίως ἀναφέρονται στὸν μεγάλο ἐρημίτη τοῦ Ἰορδάνου. Ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος κηρύσσει, μὲ πέντε βαρυσήμαντες λέξεις ὅ,τι θὰ διδάξει λίγο ἀργότερα ὁ Ἰησοῦς: «Μετανοεῖτε, ἥγγικεν γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν».

Λίγες σὲ ἀριθμὸ οἱ λέξεις του, ἀλλὰ βαριὲς σὲ δύναμη μαρτυρίας. Ὁ ἄγγελος τῆς ἐρήμου προετοιμάζει τὸν ἐρχομὸ τοῦ Κυρίου καὶ κηρύσσει συνοπτικὰ τὶς διαστάσεις τοῦ λυτρωτικοῦ του ἔργου. Τὸ προδρομικὸ αὐτὸ ἔργο τοῦ Ἰωάννου καθαγιάζεται καὶ ἐπικυρώνεται ἀπὸ τὸν ἐν Τριάδι Θεὸ στὸ γεγονὸς τῆς βαπτίσεως τοῦ Κυρίου. Ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς ἦταν ἀναμφίβολα μιὰ ἀσκητικὴ φυσιογνωμία. «Εἶχε τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ ἀπὸ τριχῶν καμήλου καὶ ζώνην δερματίνην περὶ τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ, ἡ δὲ τροφὴ αὐτοῦ ἦν ἀκρίδες καὶ μέλι ἄγριον». Αὐτὸ σημαίνει πὼς ὁ Ἰώαννης ἦταν συγχρόνως καὶ πρόδρομος, ἀλλὰ καὶ ὑπόσχεση ὅλων τῶν Ἁγίων Ἀσκητῶν τῆς χριστιανικῆς ἐρήμου. Εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὸ ὅτι τὸ βασικὸ ἔργο τοῦ Ἰωάννου ἦταν ν’ ἀφυπνίσει τὶς συνειδήσεις τῶν ἀκουόντων τὸ κήρυγμά του καὶ ὄχι νὰ θωπεύσει τ’ αὐτιά τους.

Τὸ κήρυγμά του, κήρυγμα μετανοίας, σκόπευε στὴν συνειδητοποίηση καὶ ἐξαγόρευση τῆς ἐνοχῆς τους, τῶν ἁμαρτιῶν τους. «Καὶ ἐξεπορεύετο πρὸς αὐτὸν πᾶσα ἡ Ἰουδαία χώρα καὶ οἱ Ἱεροσολυμίται, καὶ ἐβαπτίζοντο πάντες ἐν τῷ Ἰορδάνῃ ποταμῷ ὑπ’ αὐτοῦ ἐξομολογούμενοι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν».

Ἡ μαρτυρία, ἡ φωνὴ τοῦ ἀγγέλου τῆς ἐρήμου εἶναι ἡ ἴδια ἡ φωνὴ τῆς Ἐκκλησίας ποὺ βοηθᾷ τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀναγνωρίσει στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ τὸν Μεσσία μέσα στὴν ξερὴ καὶ ἄνυδρη ἔρημο τοῦ παρόντος κόσμου.

Ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ στὴ σημερινὴ ἑορτὴ νὰ ἀκούσουμε τὴν «φωνὴ βοῶντος ἐν τῷ ἐρήμῳ…» καὶ νὰ προετοιμάσουμε ὅλοι μας «τὴν ὁδὸν Κυρίου», γιὰ νὰ ἐξανθίσει ἡ ἔρημος ποὺ ζοῦμε καὶ λέγεται σύγχρονη κοινωνία καὶ ὁ καθένας μας νὰ βιώσει τὸ βαθύτερο καὶ πολυδύναμο νόημά της μὲ τὸ «ἀπελθεῖν εἰς ἐρημίαν τῶν παθῶν του».

Ὅμως, τὴν ἡμέρα αὐτὴ ἑορτάζουμε καὶ τὸ γεγονὸς τῆς μεταφορᾶς στὴν Κωνσταντινούπολη τῆς τιμίας Χειρὸς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, ποὺ ἔγινε κατὰ τὸν ἀκόλουθο τρόπο:

Ὅταν ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς μετέβη στὴν πόλη Σεβαστῆ στὴν ὁποία εἶχε ἐνταφιασθεῖ τὸ τίμιο λείψανο τοῦ Προδρόμου, παρέλαβε ἀπὸ τὸν τάφο τὴ δεξιὰ χεῖρα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου καὶ τὴν μετέφερε στὴν Ἀντιόχεια. Διὰ τῆς δεξιᾶς χειρὸς τοῦ Προδρόμου γίνονταν στὴν Ἀντιόχεια πολλὰ θαύματα. Λέγεται μάλιστα ὅτι κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ὁ Ἐπίσκοπος ἀνύψωνε καὶ τὴν τιμία Χεῖρα. Τὴν ὥρα τῆς ἀνυψώσεως ἄλλοτε ἐκτεινόταν καὶ ἄλλοτε συστελλόταν. Μὲ τὴν ἔκτασή της δήλωνε εὐφορία καρπῶν, ἐνῷ μὲ τὴν συστολὴ δήλωνε ἀνέχεια καὶ φτώχεια. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ πολλοὶ αὐτοκράτορες τοῦ Βυζαντίου ἐπιθυμοῦσαν νὰ τὴν πάρουν καί, κυρίως, οἱ Κωνσταντῖνος καὶ Ῥωμανός, οἱ Πορφυρογέννητοι.

Ἔτσι, λοιπόν, κατὰ τὴν περίοδο ποὺ διετέλεσαν αὐτοκράτορες αὐτοὶ οἱ δύο, κάποιος διάκονος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἀντιοχέων, Ἰὼβ ὀνομαζόμενος, ἕνα βράδυ ποὺ κατὰ τὴν παράδοση οἱ Χριστιανοὶ τελοῦσαν τὴν ἀκολουθία τοῦ Ἁγιασμοῦ, ἅρπαξε τὴν ἁγία χεῖρα τοῦ Προδρόμου καὶ τὴν μετέφερε στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἐκεῖ ὁ φιλόχριστος αὐτοκράτορας, ἀφοῦ τὴν ἀσπάσθηκε μὲ πολὺ σεβασμό, τὴν τοποθέτησε στὰ βασιλικὰ ἀνάκτορα.

Ἡ σύναξη τῶν πιστῶν, σὲ ἀνάμνηση τοῦ γεγονότος τῆς μετακομιδῆς τῆς τιμίας Χειρὸς τοῦ Προδρόμου στὴν Κωνσταντινούπολη, ἐτελεῖτο στὴν περιοχὴ τοῦ Φορακίου (ἢ Σφωρακίου ).

Συναξαριστής τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας,

Ἐπισκόπου Φαναρίου Ἀγαθαγγέλου,

τ. Ἰανουαρίου, σελ. 99-102.

 

Στίχος

Ἐμή σέ γλώσσα, κῆρυξ, πῶς ἄν αἰνέση ὄν γλώσσα Χριστού γηγενῶν μείζων λέγει; Μνήνην ἐβδομάτη Προδρόμου λάχε αἰδοίοιο

 

Ἀπολυτίκιον Ἦχος β΄.

Μνήμη δικαίου μετ’ ἐγκωμίων σοί δέ ἀρκέσει ἡ μαρτυρία τοῦ Κυρίου Πρόδρομε, ἀνεδείχθης γάρ ὄντως καί προφητῶν σεβασμιώτερος, ὅτι καί ἐν ρείθροις βαπτίσαι

κατηξιώθης τόν κηρυττόμενον, ὅθεν της ἀληθείας ὑπερραθλήσας, χαίρων εὐηγγελίσω καί τοῖς ἐν Ἅδη, Θεόν φανερωθέντα ἐν σαρκί, τόν αἴροντα τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου,

καί παρέχοντα ἠμίν τό μέγα ἔλεος.

 

Κοντάκιον Ἦχος πλ. β΄.

Τήν σωματικήν σου παρουσίαν δεδοικῶς ὁ Ἰορδάνης, φόβω ἀπεστρέφετο, τήν προφητικήν δέ λειτουργίαν ἐκπληρῶν ὁ Ἰωάννης, τρόμω ὑπεστέλλετο, τῶν Ἀγγέλων αἵ τάξεις ἐξεπλήττοντο, ὀρῶσαι σέ ἐν ρείθροις σαρκί βαπτιζόμενον καί πάντες οἱ ἐν τῷ σκότει κατηυγάζοντο, ἀνυμνοῦντες σέ τόν φανέντα καί φωτίσαντα τά πάντα.

 

Μεγαλυνάρια

Πρόδρομε Κυρίου καί Βαπτιστά, λύχνε τοῦ Ἡλίου, ἑωσφόρε φωταγωγέ, τήν ἐσκοτισμένην, τοῖς πάθεσηιτου βίου, ψυχήν μου τήν ἀθλίαν, φωταγώγησον.

 

Χειρί σου βαπτίσας, ὤ Βαπτιστά, τόν διά θαλάσσης, ἀγαγόντα τό Ἰσραήλ, Προφητῶν ἁπάντων, ὑπέρτερος ἐδείχθης, διό ἀνευφημοῦμεν τήν θείαν χάριν σου.

 

Μείζονα κριθέντα τῶν Προφητῶν, σέ τόν τῆς ἐρήμου, μέγαν ὄντως καθηγητήν, Κήρυκα τόν θεῖον, καί Βαπτιστήν Κυρίου, τόν Πρόδρομον τόν Μέγαν, ὕμνοις δοξάζωμεν.