Ἐτικέττες

,

Μυστήριον ξένον καὶ παράδοξον βλέπω· ποιμένες μου περιηχοῦσι τὰ ὦτα, οὐκ ἔρημον συρίζοντες μέλος, ἀλλ’ οὐράνιον ᾄδοντες ὕμνον. Ἄγγελοι ᾄδουσιν,  ἀρχάγγελοι μέλπουσιν, ὑμνεῖ τὰ Χερουβὶμ, δοξολογεῖ τὰ Σεραφὶμ, πάντες ἑορτάζουσι Θεὸν ἐπὶ γῆς ὁρῶντες, καὶ ἄνθρωπον ἐν οὐρανοῖς· τὸν ἄνω κάτω δι’ οἰκονομίαν, καὶ τὸν κάτω ἄνω διὰ φιλανθρωπίαν. Σήμερον Βηθλεὲμ τὸν οὐρανὸν ἐμιμήσατο· ἀντὶ μὲν ἀστέρων ἀγγέλους ὑμνοῦντας δεξαμένη, ἀντὶ δὲ ἡλίου τὸν τῆς δικαιοσύνης ἀπεριγράπτως χωρήσασα. Καὶ μὴ ζήτει πῶς· ὅπου γὰρ βούλεται Θεὸς, νικᾶται φύσεως τάξις. Ἠβουλήθη γὰρ, ἠδυνήθη, κατῆλθεν, ἔσωσε· σύνδρομα τὰ πάντα τῷ Θεῷ. Σήμερον ὁ ὢν τίκτεται, καὶ ὁ ὢν γίνεται ὅπερ οὐκ ἦν· ὢν γὰρ Θεὸς, γίνεται ἄνθρωπος, οὐκ ἐκστὰς τοῦ εἶναι Θεός. Οὐδὲ γὰρ κατ’ ἔκστασιν θεότητος γέγονεν ἄνθρωπος, οὐδὲ πάλιν κατὰ προκοπὴν ἐξ ἀνθρώπου γέγονε Θεός· ἀλλὰ Λόγος ὢν, διὰ τὸ ἀπαθὲς σὰρξ ἐγένετο, ἀμεταβλήτου μενούσης τῆς φύσεως.

Πάντων οὖν σκιρτώντων, σκιρτῆσαι θέλω κἀγὼ, χορεῦσαι βούλομαι, πανηγυρίσαι θέλω· χορεύω δὲ, οὐ κιθάραν πλήττων, οὐ θυρσὸν κινῶν, οὐκ αὐλοὺς ἔχων, οὐ δᾷδας ἅπτων, ἀλλ’ ἀντὶ μουσικῶν ὀργάνων τὰ τοῦ Χριστοῦ σπάργανα φέρων. Αὐτὰ γάρ μοι ἐλπὶς, αὐτά μοι ζωὴ, αὐτά μοι σωτηρία, αὐτά μοι αὐλὸς, αὐτά μοι κιθάρα. ∆ιὸ καὶ αὐτὰ ἔρχομαι φέρων, ἵνα τῇ αὐτῶν δυνάμει ἰσχὺν λόγων λαβὼν μετ’ ἀγγέλων εἴπω· ∆όξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ· μετὰ δὲ ποιμένων, Καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία. Σήμερον ὁ γεννηθεὶς ἀῤῥήτως ἐκ Πατρὸς, ἐκ παρθένου τίκτεται, ἀφράστως δι’ ἐμέ. Ἀλλὰ τότε μὲν κατὰ φύσιν ἐκ τοῦ Πατρὸς πρὸ αἰώνων ἐγεννήθη, ὡς ὁ γεννήσας οἶδε· σήμερον δὲ πάλιν παρὰ φύσιν ἐτέχθη, ὡς ἡ τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐπίσταται χάρις. Καὶ ἡ ἄνω αὐτοῦ γέννησις ἀληθὴς, καὶ ἡ κάτω γέννησις ἀψευδὴς, καὶ ἀληθῶς Θεὸς ἐκ Θεοῦ ἐγεννήθη, καὶ ἀληθῶς ἄνθρωπος ὁ αὐτὸς ἐκ παρθένου ἐτέχθη. Ἄνω μόνος ἐκ μόνου Μονογενὴς, κάτω μόνος ἐκ παρθένου μόνης Μονογενὴς ὁ αὐτός. Ὥσπερ γὰρ ἐπὶ τῆς ἄνω γεννήσεως ἀσεβὲς ἐννοῆσαι μητέρα· οὕτω βλάσφημόν ἐστιν ὑπολαβεῖν καὶ ἐπὶ τῆς κάτω γεννήσεως πατέρα. Ὁ Πατὴρ ἀῤῥεύστως ἐγέννησε, καὶ ἡ παρθένος ἀφθόρως ἔτεκεν· οὔτε γὰρ ὁ Θεὸς ῥεῦσιν ὑπέμεινε γεννήσας· θεοπρεπῶς γὰρ ἐγέννησεν· οὔτε ἡ παρθένος φθορὰν ὑπέμεινε τεκοῦσα· πνευματικῶς γὰρ ἔτεκεν.

Ὥσπερ τεχνίτης εὑρὼν ὕλην χρησιμωτάτην, κάλλιστον ἀπεργάζεται σκεῦος· οὕτω καὶ ὁ Χριστὸς εὑρὼν τῆς παρθένου ἅγιον καὶ τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχὴν, ἔμψυχον ἑαυτῷ κατεκόσμησε ναὸν, ὃν ἐβουλήθη τρόπον πλάσας τὸν ἄνθρωπον ἐν τῇ παρθένῳ, καὶ ἐνδυσάμενος αὐτὸν, σήμερον προῆλθεν, οὐκ αἰδεσθεὶς τὸ δυσειδὲς τῆς φύσεως. Οὐδὲ γὰρ ὕβριν ἔφερεν αὐτῷ, φορέσαι τὸ ἴδιον ἔργον· καὶ τὸ πλάσμα δὲ μεγίστην ἐκαρποῦτο δόξαν, ἔνδυμα τοῦ τεχνίτου γινόμενον. Ὥσπερ γὰρ παρὰ τὴν πρώτην πλάσιν ἀδύνατον ἦν συνεστάναι τὸν ἄνθρωπον, πρὶν ἢ τὸν πηλὸν εἰς τὰς χεῖρας αὐτοῦ ἐλθεῖν· οὕτω καὶ τὸ φθαρὲν σκεῦος ἀδύνατον μεταποιηθῆναι, εἰ μὴ γέγονεν ἔνδυμα τοῦ ποιήσαντος. Ἀλλὰ τί εἴπω, ἢ τί λαλήσω; Ἐκπλήττει γάρ με τὸ θαῦμα. Ὁ Παλαιὸς ἡμερῶν παιδίον γέγονεν, ὁ ἐπὶ θρόνου ὑψηλοῦ καὶ ἐπηρμένου καθήμενος ἐν φάτνῃ τίθεται, ὁ ἀναφὴς, καὶ ἁπλοῦς, καὶ ἀσύνθετος, καὶ ἀσώματος χερσὶν ἀνθρωπίναις ἑλίσσεται, ὁ τὰ τῆς ἁμαρτίας διασπῶν δεσμὰ σπαργάνοις ἐμπλέκεται, ἐπειδὴ τοῦτο θέλει. Θέλει γὰρ τὴν ἀτιμίαν ποιῆσαι τιμὴν, τὴν ἀδοξίαν ἐνδῦσαι δόξαν, τὸν τῆς ὕβρεως ὅρον, ἀρετῆς δεῖξαι τρόπον. Ὅθεν ὑπέρχεται τὸ ἐμὸν σῶμα, ἵνα ἐγὼ χωρήσω τὸν αὐτοῦ Λόγον· καὶ λαβὼν τὴν ἐμὴν σάρκα, δίδωσί μοι τὸ ἑαυτοῦ Πνεῦμα, ἵνα διδοὺς καὶ λαμβάνων θησαυρόν μοι ζωῆς ἐμπορεύσηται. Λαμβάνει μου τὴν σάρκα, ἵνα με ἁγιάσῃ· δίδωσί μοι τὸ Πνεῦμα αὐτοῦ, ἵνα με διασώσῃ. Ἀλλὰ τί εἴπω, καὶ τί λαλήσω; Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει. Οὐκέτι λέγεται ὡς γενησόμενον, ἀλλὰ θαυμάζεται ὡς πεπραγμένον.

____20110926_1376847642

Μετάφραση:

Μυστήριο παράξενο καὶ παράδοξο βλέπω. Ποιμένες ἀκούγονται στὰ αὐτιά μου, ὄχι ἐπειδὴ παίζουν ἕνα ὑπαίθριο σκοπό, ἀλλὰ ἐπειδὴ παίζουν ἕνα ὑπαίθριο σκοπό, ἀλλὰ ἐπειδὴ τραγουδοῦν οὐράνιο ὕμνο. Ἄγγελοι τραγουδοῦν, Ἀρχάγγελοι μέλπουν, ὑμνοῦν τὰ Χερουβίμ, δοξολογοῦν τὰ Σεραφίμ, οἱ πάντες γιορτάζουν ἐπειδὴ βλέπουν τὸν Θεὸ πάνω στὴ γῆ καὶ τὸν ἄνθρωπο στοὺς οὐρανούς. Τὸν (Θεὸ ποὺ εἶναι) ἄνω (τώρα νὰ εἶναι) κάτω ἀπὸ οἰκονομία καὶ τὸν (ἄνθρωπο ποὺ εἶναι) κάτω (τώρα νὰ εἶναι) ἄνω ἀπὸ φιλανθρωπία. Σήμερα ἡ Βηθλεὲμ τὸν οὐρανὸ ἐμιμήθηκε. Ἐπειδὴ ἀντὶ γιὰ ἀστέρια ἀγγέλους ποὺ ὑμνοῦν δέχθηκε κὰι ἀντὶ γιὰ τὸν ἥλιο τὸν Ἥλιο τῆς Δικαιοσύνης ἀπεριγράπτως ἐχώρεσε. Καὶ μὴν ἀναζητᾷς πῶς. Ἐπειδὴ ὅπου θέλει ὁ Θεὸς νικιέται ἡ τάξη τῆς φύσεως. Ἐπειδὴ θέλησε, τὸ θέλησε, τὸ κατόρθωσε, κατῆλθε, ἔσωσε. Ὅλα (τὰ κτίσματα) συντρέχουν μὲ τὸν Θεὸ (τὸν Κτίστη). Σήμερα ὁ Ὢν τίκτεται καὶ ὁ Ὢν γίνεται αὐτὸ ποὺ δὲν ἦταν. Γιατὶ ἐνῷ εἶναι Θεός, γίνεται ἄνθρωπος, χωρὶς νὰ πάψει νὰ εἶναι Θεός. Ἐπειδὴ δὲν ἔγινε ἄνθρωπος μὲ τὸ νὰ πάψει νὰ εἶναι Θεός, ἀλλὰ οὔτε πάλι μὲ τὸ νὰ προκόψει ἀπὸ ἄνθρωπος ἔγινε Θεός. Ἀλλὰ ἐνῷ εἶναι (Θεὸς) Λόγος, ἔγινε σὰρξ (δηλαδὴ καὶ ἄνθρωπος) μὲ ἀπάθεια, χωρὶς νὰ μεταβληθεῖ ἡ φύση Του. (σημ: στὸ Ἕνα πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἀποδίδονται ἡ Θεία καὶ ἡ ἀνθρώπινη φύση).

Ἐπειδὴ λοιπὸν ὅλοι σκιρτοῦν ἀπὸ χαρά, νὰ σκιρτήσω θέλω κι ἐγώ, νὰ χορεύσω ἐπιθυμῶ, νὰ πανηγυρίσω θέλω. Ἀλλὰ χορεύω χωρὶς νὰ παίζω κιθάρα, χωρὶς νὰ κινῶ κλαδιὰ κισσοῦ, χωρὶς νὰ κρατῶ αὐλούς, χωρὶς νὰ ἀνάβω λαμπάδες, ἀλλὰ ἀντὶ γιὰ μουσικὰ ὄργανα κρατώντας τὰ σπάργανα τοῦ Χριστοῦ. Γιατὶ αὐτὰ εἶναι ἡ ἐλπίδα μου, αὐτὰ ἡ ζωή μου, αὐτὰ ἡ σωτηρία μου, αὐτὰ ὁ αὐλός μου, αὐτὰ ἡ κιθάρα μου. Γι’ αὐτὸ κι ἔρχομαι κρατώντας αὐτά, γιὰ νὰ λάβω μὲ τὴν δύναμή τους ἰσχὺ λόγων καὶ νὰ πῶ μαζὶ μὲ τοὺς Ἀγγέλους «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ» καὶ μαζὶ μὲ τοὺς ποιμένες «κι ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία». Σήμερα αὐτός, ποὺ γεννήθηκε ἀῤῥήτως ἐκ τοῦ Πατρός, ἀφράστως τίκτεται ἀπὸ Παρθένο γιὰ μένα. Ἀλλὰ τότε γεννήθηκε κατὰ φύσιν ἀπὸ τὸν Πατέρα πρὶν τοὺς αἰῶνες, καθὼς ὁ Πατέρας γνωρίζει. Ἐνῷ πάλι σήμερα παρὰ φύσιν ἐτέχθη καθὼς γνωρίζει ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ ἡ ἄνω γέννησή του ἀληθὴς καὶ ἡ κάτω γέννηση ἀψευδής. Καὶ ἀληθινὰ Θεὸς ἐκ Θεοῦ ἐγεννήθη καὶ ἀληθινὰ ἄνθρωπος ὁ Ἴδιος ἐκ Παρθένου ἐτέχθη. Ἄνω μόνος ἐκ μόνου Μονογενής, κάτω μόνος ἐκ Παρθένου μόνης Μονογενὴς ὁ Ἴδιος. Ἐπειδὴ ὅπως ἀκριβῶς (εἶναι) ἀσεβὲς νὰ ἐννοήσουμε μητέρα γιὰ τὴν ἄνω γέννηση ἔτσι (εἶναι) βλάσφημο νὰ ὑπονοήσουμε πατέρα γιὰ τὴν κάτω γέννηση. Ὁ Πατέρας γέννησε ἀπαθῶς χωρὶς νὰ μειωθεῖ ἡ Θεία Του φύση καὶ ἡ Παρθένος ἀφθόρως ἔτεκε. Ἐπειδὴ οὔτε ὁ Πατέρας ἔπαθε κάποια μείωση ὅταν γέννησε, ἐπειδὴ θεοπρεπῶς ἐγέννησε. Οὔτε ἡ Παρθένος ἔπαθε φθορὰ ὅταν ἔτεκε, ἐπειδὴ πνευματικῶς ἔτεκε.

Ὅπως ἀκριβῶς ὁ τεχνίτης ὅταν βρεῖ χρησιμότατο ὑλικὸ κατασκευάζει ὡραιότατο σκεῦος ἔτσι κι ὁ Χριστὸς ὅταν βρῆκε τῆς Παρθένου ἅγιο τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή, κατεκόσμησε γιὰ τὸν ἑαυτόν Του ἔμψυχο ναό, μὲ τρόπο ποὺ θέλησε ἔπλασε ἄνθρωπο μέσα στὴν Παρθένο καὶ ἀφοῦ ντύθηκε αὐτὸν (σημ: ἀπὸ τὴν σύλληψή Του ἦταν τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος), σήμερα ἔρχεται, χωρὶς νὰ ντραπεῖ τὴν ἀσχήμια τῆς (ἀνθρωπίνης) φύσεως. Ἐπειδὴ δὲν θεωροῦσε ὕβρη γιὰ τὸν ἑαυτό Του νὰ φορέσει τὸ δικό Του ἔργο. Καὶ τὸ πλάσμα ἀπέκτησε μεγίστη δόξα ἐπειδὴ ἔγινε ἔνδυμα τοῦ Τεχνίτη. Ἐπειδὴ ὅπως ἀκριβῶς κατὰ τὴν πρώτη δημιουργία ἦταν ἀδύνατον νὰ κατασκευάσει τὸν ἄνθρωπο πρὶν ἔλθει ὁ πηλὸς στὰ χέρια Του, ἔτσι καὶ τὸ φθαρμένο σκεῦος ἦταν ἀδύνατον νὰ μεταποιηθεῖ ἐὰν δὲν γινόταν ἔνδυμα τοῦ Δημιουργοῦ. Ἀλλὰ τί νὰ πῶ καὶ τὶ νὰ λαλήσω; Ἐπειδὴ τὸ θαῦμα μὲ ἐκπλήττει. Ὁ Παλαιὸς τῶν ἡμερῶν Παιδὶ ἔγινε, Αὐτὸς ποὺ κάθεται σὲ θρόνο ὑψηλὸ καὶ ἀνυψωμένο τοποθετεῖται σὲ φάτνη, ὁ ἀνέγγιχτος, ὁ ἁπλὸς κι ἀσύνθετος κι ἀσώματος μὲ ἀνθρώπινα χέρια τυλίγεται, Αὐτὸς ποὺ σπάει τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας μὲ σπάργανα ἐμπλέκεται, ἐπειδὴ αὐτὸ θέλει. Ἐπειδὴ θέλει τὴν ἀτιμία νὰ τὴν κάνει τιμή, τὴν ἀδοξία νὰ τὴν ντύσει μὲ δόξα, τὴν ὕβρη νὰ κάνει ἀρετή. Γι’ αὐτὸ καὶ λαμβάνει τὸ δικό μου σῶμα γιὰ νὰ χωρέσω ἐγὼ τὸν δικό του Λόγο (σημ: μὲ τὴν Θεία Μετάληψη ὁ πιστὸς γίνεται ναὸς τοῦ Χριστοῦ). Καὶ ἐπειδὴ ἔλαβε τὴν δική μου σάρκα μοῦ δίνει τὸ δικό Του Πνεῦμα. Ἔτσι ὥστε δίνοντας καὶ λαμβάνοντας νὰ μοῦ ἐμπορευθεῖ τὸν θησαυρὸ τῆς ζωῆς. Μοῦ λαμβάνει τὴν σάρκα γιὰ νὰ μὲ ἁγιάσει. Μοῦ δίνει τὸ Πνεῦμα γιὰ νὰ μὲ διασώσει. Ἀλλὰ τί νὰ πῶ καὶ τί νὰ λαλήσω; «Νά, ἡ Παρθένος θὰ συλλάβει». Δὲν λέγεται πιὰ σὰν κάτι ποὺ θὰ γίνει, ἀλλὰ θαυμάζεται σὰν πεπραγμένο.

small_Winter%20Wallpaper-307_jpg