Ἐτικέττες

,

Στὴν ἐποχὴ τῆς σύγχυσης ποὺ ζοῦμε, κάθε φορὰ ποὺ βρισκόμαστε μπροστὰ σὲ κάποιο νέο τεχνολογικὸ ἐπίτευγμα, ἀντιδροῦμε σπασμωδικά: πολλοὶ ἀπὸ ἐμπας φοβόμαστε τοὺς νεοτερισμοὺς ποὺ ἀπειλοῦν τὶς παραδόσεις μας, ἐνῷ κάποιοι ἄλλοι ἀπὸ ἐμᾶς τρέχουμε νὰ ἀγοράσουμε ὅποια καινούρια μικροσυσκευὴ λανσαριστεῖ στὴν ἀγορά.

Γενικά, αὐτὸ ποὺ τελικὰ συμβαίνει εἶναι ὅτι τὰ ἴδια γεγονότα μᾶς προσπερνοῦν, ἀφοῦ ἡ ἀφομοίωση ἢ ἡ ἀπόῤῥιψη ἀπὸ τὴν κοινωνία μίας δυνατότητας ποὺ μᾶς προσφέρει ἡ τεχνολογία εἶναι κάτι ποὺ γίνεται σχεδὸν ἀνεξέλεγκτα. Κάτι τέτοιο ἀναμένεται νὰ συμβεῖ καὶ μὲ τὴν Τεχνητὴ Νοημοσύνη [1], γιὰ τὴν ὁποία θὰ μιλήσουμε σὲ αὐτὸ τὸ ἄρθρο.

1   Εἰσαγωγὴ

Πρὶν ὅμως ξεδιπλώσουμε τὶς ὅποιες σκέψεις μας πάνω στὸ θέμα αὐτό, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἀπαντήσουμε στὸ ἐρώτιμα τί εἶναι Τεχνητὴ Νοημοσύνη. Μιὰ ἁπλὴ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα αὐτὸ θὰ ἦταν ἡ ἐξῆς: Τεχνητὴ Νοημοσύνη εἶναι ἡ ἐνσωμάτωση τῆς ἀνθρώπινης νοημοσύνης μέσα σὲ ἕναν ὑπολογιστή. Αὐτὴ ἡ ἀπάντηση ὅμως δὲν εἶναι πλήρης ἀφοῦ δὲν ξεκαθαρίζει ἕνα πράγμα:  τί εἶναι ἀνθρώπινη νοημοσύνη;

 Ἡ πικρὴ ἀλήθεια εἶναι ὅτι οἱ ἐπιστήμονες τῆς Πληροφορικῆς γιὰ πάνω ἀπὸ μισὸ αἰῶνα δὲν ἔχουν καταφέρει νὰ δώσουν ἱκανοποιητικὲς ἀπαντήσεις σὲ αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα. Αὐτὸς εἶναι ἄλλωστε καὶ ὁ λόγος ποὺ ἀκόμα καὶ σήμερα δαπανῶνται ἀρκετὰ χρήματα καὶ γίνονται πολλὲς προσπάθειες ἀπὸ τοὺς ἐρευνητὲς σὲ αὐτὸν τὸν χῶρο.

2   Σημαντικὰ πιτεύγματα

Το 1950 ο Άγγλος μαθηματικός Άλαν Τούρινγκ διατύπωσε μία πρόταση [2], η οποία με απλά λόγια λέει το εξής: Ας υποθέσουμε ότι συνομιλούμε με κάποιον άλλον στο διαδίκτυο, αλλά δεν τον βλέπουμε· η συζήτηση είναι ζωντανή και φυσιολογική· στο τέλος ο συνομιλητής μάς αποκαλύπτει ότι δεν είναι άνθρωπος, αλλά υπολογιστής· το γεγονός ότι τόση ώρα νομίζαμε (λανθασμένα) ότι συνομιλούσαμε με άνθρωπο, δεν είναι μία απόδειξη ότι ο υπολογιστής αυτός έχει νοημοσύνη;

2.1   Συνομιλία ΥπολογιστήΑνθρώπου

Δὲν πέρασαν οὔτε δύο δεκαετίες καὶ ὁ Τζόζεφ Οὐαϊζενπάουμ παρουσίασε τὸ 1966 ἕναν ὑπολογιστὴ μὲ τὸ ὄνομα «Eliza» [3], ποὺ ἔκανε αὐτὸ ἀκριβῶς: ἦταν σὲ θέση νὰ ἐξαπατήσει τοὺς συνομιλητές του, ὅτι εἶναι ἄνθρωπος. Γιὰ νὰ πετεύχει τὸν σκοπό του, ὁ ὑπολογιστὴς αὐτὸς χρησιμοποιοῦσε διάφορα τεχνάσματα. Π.χ. ὅταν τοῦ μίλαγες γιὰ κάποιο θέμα ποὺ δὲν ἤξερε, ἂς ποῦμε γιὰ παράδειγμα τὸ ἀγαπημένο σου ἐπιτραπέζιο παιχνίδι, ἀντὶ νὰ  μπεῖ στὸ νόημα ἐπαναλάμβανε μηχανικὰ προτάσεις τοῦ στὺλ «περίγραψέ μου τὸ ἀγαπημένο σου ἐπιτραπέζιο», «πές μου περισσότερα γιὰ τὸ ἐπιτραπέζιο»· καὶ ὅταν τοῦ ἀπαντοῦσες π.χ. ὅτι «παίζεται μ πέντε πιόνια», τότε θὰ σοῦ ἀπαντοῦσε «τί θὰ ἔλεγες νὰ μιλήσουμε γιὰ τὰ πιόνια;». Δηλαδὴ προέκυψε ἕνας ὑπολογιστὴς-παπαγάλος ὁ ὁποῖος κρεμόταν ἀπὸ τὰ χείλη σου, γιὰ νὰ δεῖ τί λέξεις θὰ χρησιμοποιήσεις καὶ νὰ σὲ ρωτήσει γιὰ αὐτές, χωρὶς νὰ μπαίνει στὸ νόημα τῶν λεγομένων σου.

2.2   Παρτίδα Σκάκι Υπολογιστὴ ἐναντίνον Ἀνθρώπου

Καθὼς κυλοῦσαν ὅμως τὰ χρόνια σημειώθηκαν καὶ μεγάλες ἐπιτυχίες ἀπὸ τὴ μεριὰ τῶν ὑπλογιστῶν. Τὸ 1997 ὁ ὑπολογιστὴς ὀνόματι «Deep Blue» τῆς ἑταιρείας IBM νίκησε τὸν Γκάρι Κασπάροφ, ποὺ εἶναι ἴσως ὁ μεγαλύτερος σκακιστὴς ὅλων τῶν ἐποχῶν [4]. Σίγουρα αὐτὴ ἡ ἦττα τοῦ μεγάλου Κασπάροφ ὑποχρεώνει καὶ τὸν πλέον δύσπιστο νὰ παραδεχθεῖ ὅτι ὁ ὑπολογιστὴς «Deep Blue» διαθέτει κάποιο εἶδος Τεχνητῆς Νοημοσύνης, ἔστω καὶ ἂν αὐτὴ περιορίζεται στὸ σκάκι, ἔστω καὶ ἂν αὐτὴ δὲν στηρίζεται σὲ κάποια ὑψηλὴ στρατηγική, ἀλλὰ στὸ ξεδίπλωμα ὅλων τῶν δισεκατομμυρίων κινήσεων ποὺ μπορεῖ νὰ κάνει ὁ ἀντίπαλος.

2.3   Σύγκριση Νοημοσύνης Ὑπολογιστῶν, Ζώων καὶ Ἀνθρώπων

Ὁ διεθνῶς καταξιωμένος καὶ πολυβραβευμένος ἐπιστήμονας τῆς Πληροφορικῆς καθηγητὴς Χρῆστος Παπαδημητρίου ἀναφέρει σὲ ἄρθρο του [5] ὅτι ὁ ὑπολογιστὴς «Deep Blue» εἶναι τόσο ἔξυπνος ὅσο μία σαύρα. Αὐτὸ μοιάζει ἀστεῖο, ἀφοὺ μία σαύρα δὲν μπορεῖ κἂν νὰ παίξει σκάκι. Αὐτὴ ὅμως ἡ ἀδυναμία της ἐξισοῤῥοπεῖται ἀπὸ τὴν ἱκανότητά της νὰ κυνηγᾷ ἔντομα, νὰ ἐπιζεῖ καὶ νὰ ἀναπαράγεται κάτω ἀπὸ ἀντίξοες συνθῆκες, πράγμα ποὺ δὲν μπορεῖ φυσικὰ νὰ κάνει ἕνας ὑπολογιστής.

Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἄνθρωπο, 1 ὅτι τὸ 2020 οἱ ὑπολογιστὲς θὰ τὸν φτάσουν σὲ «ἀκατέργαστη ἐξυπνάδα». Μποροῦν ὅμως οἱ ὑπολογιστὲς νὰ ἔχουν συναισθήματα; ἴσως κάποιος ἀναρωτηθεῖ. Ἐπιστήμονες ἀπὸ τὸ χῶρο τῆς Νευροψυχολογίας2 ἔχουν ὑποστηρίξει ὅτι τὰ συναισθήματα δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο παρὰ ἁπλοποιήσεις τῆς διαδικασίας ἀποφάσεων τοῦ μυαλοῦ μας, ποὺ χρησιμεύουν στὴν ἐπιβίωσή μας μὲ τὸ νὰ προτρέπουν π.χ. νὰ τὸ βάζουμε στὰ πόδια (φόβος), νὰ τολμᾶμε (ἐπιθυμία), νὰ συμμορφωνόμαστε (ντροπή) [9].

Ἀλλὰ ἂς δοῦμε πρῶτα στὴν ἑπόμενη ἑνότητα ποιὲς εἶναι οἱ πραγματικὲς δυνατότητες ἑνὸς ὑπολογιστὴ (ἢ ἑνὸς προγράμματος) καὶ στὴ συνέχεια θὰ ἐξετάσουμε ἂν μπορεῖ νὰ προσομοιώσει ὅλη τὴν ἀνθρώπινη ψυχοσύνθεση.

3   Δυνατότητες Ὑπολογιστικῶν Μηχανῶν

Ἡ νίκη τοῦ ὑπερ-ὑπολογιστὴ «Deep Blue» στὸ σκάκι βασίστηκε περισσότερο στὰ ποσοτικὰ καὶ λιγότερο στὰ ποιοτικὰ χαρακτηριστικά του. Πράγματι, οἱ ἀποθηκευτικὲς δυνατότητες, καθὼς καὶ ἡ ταχύτητα μὲ τὴν ὁποία ἐκτελεῖ ἐντολὲς ἕνας ὑπολογιστὴς ἔχουν αὐξηθεῖ δραματικὰ τὶς τελευταῖες δεκαετίες.

Τὰ ποιοτικὰ χαρακτηριστικὰ ὡστόσο μιᾶς ὑπολογιστικῆς μηχανῆς παραμένουν τὰ ἴδια ἀπὸ τότε ποὺ δημιουργήθηκε ὁ πρῶτος ὑπολογιστὴς μέχρι σήμερα καὶ εἶναι ὁρισμένα μὲ ῥητὸ τρόπο. Στὴ συνέχεια παρουσιάζουμε μέσα ἀπὸ ἁπλὰ παραδείγματα τὰ τρία θεμέλια πάνω στὰ ὁποῖα χτίζονται ὅλα τὰ προγράμματα:

  1. Ἐκτέλεση συγκεκριμένων σαφῶς ὁρισμένων ἐντολῶν. Π.χ. μία σαφὴς ἐντολὴ μπορεῖ νὰ εἶναι «πολόγισε τὸ ἄρθροισμα δύο ἀριθμῶν καὶ ἀποθήκευσέ το στὴ μνήμη». Ὅλες οἱ ἐντολὲς ἐκτελοῦνται σὲ μιὰ συγκεκριμένη σειρά.
  2. Ἡ δεύτερη δυνατότητα ἑνὸς προγράμματος εἶναι νὰ ἐπιλέγει ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ ποιὰ ἐντολὴ θὰ ἐκτελέσει. Π.χ. ἂν βρέξει, πάρε μπρέλα, ἀλλιῶς φόρεσε καπέλο. Τονίζουμε ὅτι ἡ συνθήκη γιὰ τὸ ἂν θὰ ἐκτελεστεῖ μία ἐντολὴ (δηλαδὴ τὸ «ἂν θὰ βρέξει») πρέπει ὑποχρεωτικὰ νὰ ὁριστεῖ σαφέστατα. Δὲν μποροῦμε δηλαδὴ νὰ ποῦμε: ἂν βρέξει λίγο, πάρε ἀδιάβροχο, ἐκτὸς ἂν ὁρίσουμε μὲ σαφῆ τρόπο τί θὰ πεῖ τὸ «ἂν βρέξει λίγο».
  3. Ἐπανάληψη μίας ἐντολῆς μέχρι νὰ ἱκανοποιηθεῖ ἕνας στόχος. Π.χ. κάνε κουπ μέχρι νὰ φτάσεις στὴν ἀκτή. Καὶ σὲ αὐτὴν τὴν περίπτωση βέβαια ὁ στόχος πρέπει νὰ εἶναι σαφής.

Συνδυάζοντας τὰ τρία παραπάνω θεμέλια εἴμαστε ἐν πολλοῖς σὲ θέση νὰ προγραμματίσουμε ὁποιονδήποτε ὑπολογιστή, ἔτσι ὥστε νὰ παρουσιάσει τὴ συμπεριφορὰ ποὺ ἐμεῖς ἐπιθυμοῦμε. Ἐπαναλαμβάνουμε ὅτι αὐτὰ εἶναι τὰ θεμέλια ὅλων τῶν προγραμμάτων. Ἔτσι μποροῦμε νὰ φτιάξουμε ἕνα πρόγραμμα τὸ ὁποῖο θὰ δέχεται κάποια εἴσοδο, θὰ τὴν πεξεργάζεται μέσῳ τῶν παραπάνω τριῶν δυνατοτήτων καὶ στὴ συνέχει θὰ δίνει κάποιο ἀποτέλεσμα στὴν ἔξοδό του.

4   Ἂς ποθέσουμε ὅτι Εἴμαστεπολογιστὲς

Ὅλη αὐτὴ ἡ κουραστικὴ παρουσίαση τῶν ποιοτικῶν δυνατοτήτων ἑνὸς ὑπολογιστὴ στὴν προηγούμενη ἑνότητα εἶχε σκοπὸ νὰ δείξει τὸ ἑξῆς: ὅτι ἡ λειτουργία του εἶναι σαφῶς ὁρισμένη, προκαθορίζεται ὅταν τὸν φτιάχνουμε καὶ ἐξαρτᾶται μόνο ἀπὸ τὸ περιβάλλον του –δηλαδὴ τὴν εἴσοδό του ἢ τὰ δεδομένα μὲ τὰ ὁποῖα τὸν «ταΐζουμε» κάθε στιγμή.

Ἂς κάνουμε τὴν ὑπόθεση ἐργασίας ὅτι τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ὅτι ὅλη ἡ ἐξέλιξή του καὶ ἡ ἐν γένει συμπεριφορά του (ἡ «ἔξοδός» του) ἐξαρτᾶται μόνο ἀπὸ τὸ περιβάλλον του (τὴν «εἴσοδό» του) καθὼς καὶ χαρακτηριστικὰ ποὺ κληρονόμησε ἀπὸ τοὺς ἐγγεῖς ἢ μακρινοὺς προγόνους του (δηλαδὴ τὸ γενετικὸ ὑλικὸ ἢ «πρόγραμμά» του).

Ἂν δοῦμε ὅμως τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ αὐτὴν τὴν σκοπιά, τὸν ἀπαλλάσσουμε ἀπὸ τὶς εὐθύνες τῶν πράξεών του. Ἂν κάνουμε κάτι καλὸ δὲν ἀξίζουμε ἔπαινο, ἀλλὰ ἡ τιμὴ ἀνήκει ἐξ ὁλοκλήρου στὸ περιβάλλον καὶ στοὺς δημιουργούς μας. Ἂν πάλι κάνουμε κάτι ἄσχημο, μποροῦμε ἄνετα νὰ μετακυλήσουμε τὴν εὐθύνη στὸ περιβάλλον ποὺ μᾶς ὤθησε στὸ κακὸ καὶ στὰ ἔμφυτα ἔνστικτά μας τὰ ὁποῖα ἐξουσιάζουν τὴ ζωή μας.

Ἡ «ἔξοδός» μας, τὰ λόγια καὶ οἱ πράξεις μας, εἶναι μὲ ἀκρίβεια καθορισμένες ἀπὸ τὴν «εἴσοδο» καὶ τὸ «πρόγραμμα».3 Αὐτὸ εἶναι τὸ γεγονός, ἀλλὰ ὡς ἕναν βαθμό. Ἂν εἶναι 100% ἀλήθεια, τότε δὲν εἴμαστε τίποτα ἄλλο ἀπὸ καλοκουρδισμένες ἢ κακοκουρδισμένες μηχανὲς καὶ ἡ πρόοδός μας, ἡ πορεία μας δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμᾶς, ἀλλὰ εἶναι προκαθορισμένη.

Σύμφωνα μὲ κάποιες φιλοσοφικὲς θεωρίες, τὰ πάντα εἶναι προκαθορισμένα νὰ λειτουργοῦν ὅπως ἕνας μηχανισμὸς ῥολογιοῦ.

5   Μπορεῖ ἡ Ὕλη νὰ ἔχει Ἐλεύθερη Βούληση;

Ἕνα ἐρώτημα ποὺ ἔχει ἐγείρει πολλὲς συζητήσεις ἐδῶ καὶ αἰῶνες εἶναι τὸ ἂν ἡ ὕλη ―καὶ καθετὶ τὸ ὑλικὸ― μπορεῖ νὰ ἔχει ἐλεύθερη βούληση. Ὁ Γάλλος φιλόσοφος, μαθηματικὸς καὶ ἐπιστήμονας φυσικῶν ἐπιστημῶν Καρτέσιος τὸ 1641 διατύπωσε τὴ θεωρία τοῦ δυϊσμοῦ· ὑποστήριξε δηλαδὴ ―μὲ φιλοσοφικὰ ἐπιχειρήματα― ὅτι ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα εἶναι δύο διακριτὰ πράγματα, ἄρα καὶ ἡ ἐλεύθερη βούληση εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸ ὑλικό μας σῶμα [10].

5.1   Οι Υλιστικές Θέσεις

Κατὰ ἕναν ἀπροσδόκητο τρόπο, οἱ ἰδέες τοῦ Καρτέσιου ἦταν ἡ ἀφορμή, ὄχι γιὰ τὴν ἐπικράτησή τους, ἀλλὰ γιὰ τὴ διατύπωση ἀντίθετων κοσμοθεωριῶν, ὅπως αὐτὴ τοῦ μονισμοῦ ἢ ὑλισμοῦ, σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖον δὲν ὑπάρχει ἄϋλη ψυχή, παρὰ μόνο ὑλικὰ ἀντικείμενα. Ὁ ὑλισμός, ὅμως, εἶχε ―εἰδικὰ τοὺς πρώτους αἰῶνες «ζωῆς» του― ἕνα σημαντικὸ ἐρώτημα νὰ ἀντιμετωπίσει.

Πῶς ἀπὸ τὴν ὕλη, ἡ ὁποία ἐλέγχεται ἀπὸ τοὺς αὐστηροὺς φυσκοὺς νόμους, μπορεῖ νὰ προκύψει κάτι ὅπως ἡ ἐλεύθερη βούληση; Πῶς μπορεῖ, π.χ., τὸ μέταλλο νὰ ἀντισταθεῖ σὲ ἕναν ἰσχυρὸ μέταλλο νὰ ἀντισταθεῖ σὲ ἕναν ἰσχυρὸ μαγνήτη ποὺ τὸ ἕλκει; Γίνεται νὰ ἀφήσουμε μία πέτρα στὸ κενὸ καὶ νὰ μὴν πέσει στὸ ἔδαοφος; Κατὰ συνέπεια, εἶναι δυνατὸν ἡ ὑλική μας ―ὑποτίθεται― βούληση νὰ ἐναντιωθεῖ στοὺς νόμους τῆς φύσης ποὺ τὴν κυβερνοῦν καί, ὡς ἐκ τούτου, νὰ χαρακτηριστεῖ ὡς ἐλεύθερη βούληση;

Γιὰ νὰ ἀπαντήσουν οἱ ὑλιστὲς σὲ αὐτὸ σὲ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα, ἀναγκάστηκαν νὰ ἐπαναπροσδιορίσουν μὲ διάφορους τρόπους τὴν ἔννοια τῆς «ἐλεύθερης βούλησης», ἔτσι ὥστε νὰ ταιριάζει μὲ τὴ θεωρία τοῦ ὑλισμοῦ καὶ νὰ μπορεῖ νὰ ἀντέξει μπροστὰ στὰ δύσκολα αὐτὰ ἐρωτήματα [11]. Ἄλλοι πάλι φιλόσοφοι δέχτηκαν οὐσιαστικὰ τὴν ἀπουσία τῆς ἐλεύθερης βούλησης· παίρνοντας ὤθηση καὶ ἀπὸ τὸ ῥεῦμα τῆς ἐξελικτικῆς θεωρίας τοῦ Κάρολου Δαρβίνου [12], ἰσχυρίστηκαν ὅτι πρακτικὰ τὰ πάντα κατευθύνονται σὲ μία συγκεκριμένη κατεύθυνση· θέλουμε–δὲν θέλουμε, μὲ ἢ χωρὶς τὸν Ἄνθρωπο.

5.2   Ἀνατροπὴ ποὺ ἔφερε Ἀρχὴ τῆς Ἀβεβαιότητας

Ἡ Φυσικὴ ὅμως ἄλλαξε τὸν 20ὸ αἰῶνα. Ὁ Γερμανὸς φυσικὸ Βέρνερ Χάιζενμπεργκ διατύπωσε τὴν Ἀρχὴ τῆς Ἀβεβαιότητας [13], σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ―μὲ ἁπλὰ λόγια― ἡ συμπεριφορὰ τῶν σωματίων ἀπὸ τὰ ὁποῖα χτίζεται ἡ ὕλη, δὲν εἶναι δυνατὸν ὄχι μόνο νὰ προβλεφθεῖ, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ νὰ παρατηρηθεῖ. Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι, κατὰ κάποιον τρόπο, ὅταν πάρουμε ἕνα πανίσχυρο μικροσκόπιο γιὰ νὰ παρατηρήσουμε τὰ μόρια ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀποτελούμαστε, τότε αὐτὰ θὰ παίξουν… κρυφτούλι καὶ θὰ μᾶς ξεγελάσουν ὅσον ἀφορᾷ τὴ θέση στὴν ὁποία βρίσκονται καὶ στὴν ταχύτητα μὲ τὴν ὁποία κινοῦνται. Ἔτσι ἐξασφαλίζεται ἡ αὐτονομία τῆς ὕλης καὶ οἱ νόμοι τῆς Φυσικῆς δὲν φαντάζουν πλέον καὶ τόσο αὐστηροί.

Ἡ ὕλη ἀφήνει λοιπὸν περιθώρια ἐλεύθερης κίνησης/βούλησης καὶ δὲν διέπεται ἀπαραίτητα ἀπὸ αὐστηροὺς φυσικοὺς νόμους. Οἱ ὑπολογιστές, ὅμως, ποὺ εἶναι ὑποκατηγορία τῆς ὕλης, δουλεύουν βάσει αὐστηρὰ προκαθορισμένων μαθηματικῶν κανόνων καὶ ―σύμφωνα καὶ μὲ ὅσα εἴπαμε στὴν προηγούμενη ἑνότητα ― δὲν ἀφήνουν περιθώρια ἐλευθερίας βουλήσεως.

6   Τεχνητὴ ἢ Ἐλεύθερη Βούληση;

Σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο, θὰ κάνουμε τὸ ἅλμα, ἀντιπαραβάλλοντας τὶς ἀπόψεις τῶν ἐπιστημόνων ποὺ παραθέσαμε παραπάνω, στὶς θέσεις τῆς Ἐκκλησίας πάνω στὸ θέμα τῆς σωτηρίας ἢ τῆς ἀπώλειάς μας. Δὲν ἔχουμε σκοπὸ νὰ προκαλέσουμε κάποια ἀντιπαράθεση, γιατὶ πιστεύουμε ὅτι ἡ ἐπιστήμη συμπληρώνει τὴ θρησκεία καὶ τὸ ἀντίστροφο [14]· στόχος μας εἶναι ὁ διάλογος καὶ ἡ ἀντικειμενικὴ θεώρηση τοῦ θέματος.

Σύμφωνα λοιπὸν μὲ τοὺς Πατέρες, ἡ τελικὴ κατάληξη τῆς ζωῆς μας, ἡ σωτηρία ἢ ἡ ἀπώλειά μας δὲν εἶναι προκαθορισμένη ἀπὸ τὸν Δημιουργό. Ἀκόμα καὶ στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία, ὁ Ἰουστῖνος ὁ Μάρτυρας ὑποστηρίζει, περίπου τὸ 150μ.Χ. στὴν  Απολογία του [15], ὅτι ἡ πορεία πρὸς τὴν τελείωση ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ βούλησή μας. Οὔτε ἡ φθαρμένη ἢ διεφθαρμένη ἰδιοσυγκρασία μας (θυμηθεῖτε τὸν ληστὴ ποὺ σταυρώθηκε μαζὶ μὲ τὸν Χριστό [16]), οὔτε τὸ δύσκολο ἴσως περιβάλλον στὸ ὁποῖο κινούμαστε (θυμηθεῖτε ποὺ ζοῦσε ὁ Λὼτ [17]) εἶναι σὲ θέση νὰ καταδυναστεύσουν τὴν ἀνεξάρτητη βούλησή μας.

Τρεῖς αἰῶνες σχεδὸν μετὰ τὴν πολογία τοῦ Ἰουστίνου, ἔρχεται ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης (περ. 335-394) καὶ γράφει ὁλόκληρο βιβλίο Κατὰ Εἰμαρμένης[18], σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο οὔτε μοῖρα ὑπάρχει γιὰ τὸν καθένα καὶ τὴν καθεμία ἀπὸ ἐμᾶς, οὔτε «πεπρωμένο». Ὁ Δημιουργὸς καὶ Θεὸς δὲν μᾶς προορίζει γιὰ κάτι, ὅμως μέσα στὴν πανσοφία του προγνωρίζει κάθε πράξη μας καὶ τὸ ἂν θὰ προκόψουμε πνευματικὰ ἢ ὄχι.4 Οὔτε δούλους ἔφτιαξε ποὺ θὰ ἐκτελοῦν πιστὰ τὶς ἐντολές του, οὔτε καὶ «πνεύματα ἀντιλογίας» καὶ «ἐχθροὺς» γιὰ νὰ περνᾷ τὴν ὥρα του ἐπιτιμώντας τους.

Σίγουρα κάποιος μπορεῖ νὰ διαφωνήσει μὲ αὐτὲς τὶς θέσεις, ἴσως ἐμμείνει στὴν ἄποψη ὅτι μποροῦμε νὰ φτιάξουμε ῥομπὸτ μὲ θέληση ὅπως ἡ ἀνθρώπινη. Ἡ δική μας ἄποψη εἶναι ὅτι ἂν ἰσχύει αὐτό, τότε τὸ ὅλο σκηνικὸ θυμίζει τοὺς στίχους τοῦ Μίκη Θεοδωράκη [20]:

Ἡ τροχιά σου ῥυθμίζεται μὲ κούρδισμα

Τὴ νύχτα κουρδίζεις, τὴ μέρα ξεκουρδίζεις

ὑπόκλιση, χαμόγελο, φωνή, κραυγή, βαστήμια

ὅλα ῥυθμισμένα ἀπ’ τὸν κατασκευαστή

7   Συμπεράσματα

Ὁ καθηγητὴς Χρῆστος Παπαδημητρίου ἔχει πεῖ τὸ ἑξῆς: «ποιος φοβᾶται ὅτι οἱ ὑπολογιστὲς θὰ μᾶς ἐξουσιάσουν μιὰ μέρα δὲν παρακολουθεῖ ὅσα κάνουν αὐτοὶ ποὺ μᾶς ἐξουσιάζουν σήμερα» [5]. Σίγουρα ἡ πολιτικὴ συγκυρία εὐνοεῖ αὐτὴ τὴ θέση. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πάντως ὅτι τὸ παραπάνω ῥητὸ θυμίζει κάτι ἀπὸ τὴν πρόταση: «ἀπὸ τότε ποὺ γνώρισα τὰ ζῶα, σιχάθηκα τὸν ἄνθρωπο».

Ἀπέναντι σὲ αὐτὴ τὴν ἀπαξίωση τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς φθαρμένης, ἀλλὰ ὄχι κατεστραμμένης φύσης του, δὲν καταφεύγουμε ἀμέσως σὲ ὑποκατάστατα, ἀλλὰ ὀφείλουμε καταρχὴν νὰ θεραπεύσουμε τὸν ἑαυτό μας, ἐνεργοποιώντας τὴν αὐτόνομη θεόδοτη βούλησή μας.

ποσημειώσεις

1 Σημειώνεται, ὡστόσο, ὅτι ἡ πρόβλεψη αὐτὴ βασίζεαι (καὶ) στὸν νόμο τοῦ Μοὺρ ποὺ ἴσχυε γιὰ δεκαετίες καὶ βάσει τοῦ ὁποίου οἱ ταχύτητες τῶν ἐπεξεργαστῶν αὐξάνονται μὲ γεωμετρικὴ πρόοδο[6]. Ἀλλὰ αὐτὸς ὁ «νόμος» παύει σιγὰ σιγὰ νὰ ὑφίσταται, καθὼς οἱ κατασκευαστὲς τῶν ἐπεξεργαστῶν βρίσκονται πιὰ ἀντιμέτωποι μὲ ἀνυπέρβλητα ἐμπόδια ψύξης τους καὶ στρέφονται πλέον στὴν παράλληλη χρήση πολλῶν μικροεπεξεργαστῶν [7].

2 Μὲ προεξάρχοντα τὸν προεξάρχοντα τὸν Πορτογάλο Ἀντόνιο Νταμάσιο, ἕνα βιβλίο τοῦ ὁποίου ἔχει μάλιστα μεταφραστεῖ καὶ στὰ Ἑλληνικὰ καὶ τιτλοφορεῖται μὲ «νόημα» ὡς Τὸ Λάθος τοῦ Καρτέσιου [8].

3 Ἴσως ἕνας παράγοντας τῆς συμπεριφορᾶς μας εἶναι καὶ ἡ «τύχη», ἀλλὰ δὲν τὴν ἀναφέρουμε ξεχωριστὰ γιατὶ μπορεῖ νὰ περιέχεται στὴν «εἴσοδο» ἢ/καὶ στὸ «πρόγραμμά» μας. Τόσο τὸ χειρότερο βέβαια ἂν ὑπεύθυνη γιὰ τὶς πράξεις μας εἶναι ἡ «τύχη».

4 Ὡστόσο, στὴ Δυτικὴ Θεολογία ἔχουν ἀναπτυχθεῖ δόγματα, ὅπως αὐτὸ τοῦ ἀπολύτου προορισμοῦ, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Θεὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἐπιλέγει αὐτοὺς ποὺ θὰ σωθοῦν [19]. Προφανῶς αὐτὸ τὸ δόγμα δὲν εἶναι ἀποδεκτὸ στὴν Ὀρθοδοξία.

Αναφορές

[1] Stuart Russell and Peter Norvig: Τεχνητὴ Νοημοσύνη: Μία Σύγχρονη Προσέγγιση. Κλειδάριθμος, 2η ἔκδοση, 2005.

[2] Alan M. Turing: Computing machinery and intelligence. Mind, 59(236):433-460, 1950.

[3] Joseph Weizenbaum: Eliza―a computer program for the study of natural language communication between man and machine. Communications of the ACM, 9(1):36-45, 1966.

[4] David Goodman and Raymond Keene: Man Versus Machine: Kasparov Versus Deep Blue. H3, Cambridge, Massachusetts, 1997.

[5] Χρῆστος Χ. Παπαδημητρίου: Ἰσόβια στοὺς Χάκερ; πόψεις γιὰ τὸ Ἴντερνετ, τὴν πιστήμη καὶ Ὅλα τὰ πόλοιπα, σελ. 68-72. Ἐκδόσεις Καστανιώτη, 2004.

[6] Gordon E. Moore: Cramming more components onto integrated circuits. Electronics, 38(8):114-117, 1965.

[7] Joseph M. Hellerstein: Programming a parallel future. Technical Report UCB/EECS-2008-144, EECS Department, University of California, Berkeley, 2008.

[8] António R. Damásio: Τὸ Λάθος τοῦ Καρτέσιου: Συγκίνηση, Λογικὴ & Ἀνθρώπινος Ἐγκέφαλος. Σύναλμα, 2000.

[9] António R. Damásio: The Feeling of What Happens: Body and Emotion in the Making of Consciousness. Harcourt, New York, 1999.

[10] René Descartes: Στοχασμο περ τς Πρώτης Φιλοσοφίας (Meditationes de Prima Philosophia). Εκκρεμές, 2003.

[11] Thomas Hobbes: Leviathan or The Matter, Forme and Power of a Common Wealth Ecclesiasticall and Civil. Andrew Crooke, London, 1651.

[12] Charles Darwin: On the Origin of Species by Means of Natural Selection, or the Preservation of Favoured Races in the Struggle for Life. John Murray, London, 1859.

[13] Werner Heisenberg: Über den anschaulichen inhalt der quantentheoretischen kinematik und mechanik. Zeitschrift für Physik, 43(3-4):172-198, 1927.

[14]  Γαλλικὴ Ἀκαδημία τῶν Ἐπιστημῶν περὶ Σχέσεως Θρησκείας καὶ Ἐπιστήμης, μετάφραση Κωνσταντίνου Μεταλληνοῦ, σελ. 83, 1932.

[15] Ἰουστῖνος: Ἀπολογία Α’, κεφάλαιο 43, στίχος 1. Patrologia Graeca 6, 327-440.

[16] Κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο, κεφάλαιο 23, στίχοι 39-43.

[17] Γένεσις, κεφάλαιο 19.

[18] Γρηγόριος ἐπίσκοπος Νύσσης: Κατὰ Εἰμαρμένης. Patrologia Graeca 45, 145-174.

[19] Iohanne Calvino: Institutio Christianæ Religionis, book 3, chapter xxi, 5. Oliua Roberti Stephani, Genev, 1559.

[20] Μίκης Θεοδωράκης: Ὁ ἥλιος κι ὁ χρόνος. Στίχοι ἀπὸ τὸ ὁμώνυμο τραγούδι τοῦ δίσκου Μὲ τὴν Πλάτη στὸν Τοῖχο, σὲ σύνθεση καὶ ἐκτέλεση Διονύση Τσακνῆ. Ἀκτή, 1999.

Νικόλαος Ποθητός

Πρώτη Δημοσίευση: «Ἀντιαιρετικός»