Ἐτικέττες

Ἐπειδὴ λίγο πρὶν κλείσω τὰ πρῶτα «-άντα» μου, δηλαδὴ λίγο πρὶν γίνω τριάντα χροντῶν, μπορεῖ νὰ θεωροῦμαι ἀκόμα νέος, σκέφτηκα νὰ ἀφήσω ἕνα σημείωμα σὲ ὅλους καὶ ὅλες ἀπὸ τὴ γενιά μου καὶ τοὺς νεότερους, γιατὶ ἀκόμα νομίζω ὅτι μπορῶ νὰ τοὺς μιλάω πρόσωπο μὲ πρόσωπο, δίχως νὰ ὑπάρχει κάποιο χάσμα καὶ χωρὶς νὰ βρίσκομαι σὲ πλεονεκτικὴ ἢ ἀπολογητικὴ θέση ἀπέναντί τους.

Δὲν ἔχω διάθεση οὔτε σκοπὸ νὰ κάνω «κήρυγμα», οὔτε νὰ συμβουλέψω κανέναν μὲ τὸ ὕφος τοῦ «μεγάλου ἀδελφοῦ». Σὲ ἕναν κόσμο ὅπου ὅλοι ἔχουμε ἄποψη γιὰ ὅλα, ὅπου ὑπάρχει πολλὴ θεωρία καὶ λίγη ἕως καθόλου πράξη καὶ βίωμα, μᾶλλον θὰ ἦταν καλύτερο ἁπλὰ νὰ σιωπήσω. Ὡστόσο ἐκτιμῶ τὴν παραχώρηση αὐτοῦ τοῦ σημαντικοῦ βήματος καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ ἀνοίξω ἕναν φιλικὸ διάλογο.

Ὁ Χριστὸς μᾶς ἀποκάλυψε τὸν Θεὸ Πατέρα καὶ προέτρεψε καὶ ἐμᾶς τοὺς ἴδιους νὰ τοῦ ἀπευθύνουμ τὶς προσευχές μα ἀποκαλώντας τον «Πάτερ ἡμῶν», δηλαδὴ «Πατέρα μας». Ἐπίσης ὁ Θεὸς μᾶς ἀποκαλύφθηκε ὡς πρόσωπο καὶ μᾶς καλεῖ νὰ ἔχουμε μιὰ σχέση μαζί Του, κατὰ τὸν ἴδιο ἀκριβῶς τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο συναναστρεφόμαστε πρόσωπα τῆς καθημερινότητάς μας. Δὲν πρόκειται λοιπὸν γιὰ ἕνα ἀπρόσωπο τραχὺ πνεῦμα, ὅπως παρουσιάζεται στὶς μὴ χριστιανικὲς θρησκεῖες, ἀλλὰ στὸν χριστιανισμὸ ὁ Θεὸς ἀντιπαραβάλλεται συνέχεια μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ φυσικοῦ μας πατέρα

Γνωρίζοντας ὅλα αὐτὰ κάποιος ἀπὸ ἐμᾶς θὰ μποροῦσε νὰ καυχηθεῖ -καὶ ὄχι ἄδικα- γιὰ τὴν ἀνωτερότητα τῆς πίστης μας καὶ τὸ Θεὸ-πατέρα μας. Ἀναπάντεχα ὅμως σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο ἀρχίζει ἡ ἀμφισβήτηση τῶν νέων, ἀπὸ τὴν ἐφηβεία εἰδκὰ καὶ μετά. Ἀκόμα καὶ ἂν γνωρίζει ἕνας νέος ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι πατέρας μας –καὶ ὄχι μιὰ βροντερὴ φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ὅπως ἐμφανίζεται σὲ πολλὲς κινηματογραφικὲς ταινίες-, ἀκόμα καὶ τότε τὸν συγκρίνει ὑποσυνείδητα μὲ τὸν φυσικό του πατέρα καὶ προσπαθεῖ νὰ «ἀπεγκλωβιστεῖ» ἀπὸ τὴν πατρική του ἀγκαλιά.

Ἐξάλλου καὶ τοὺς φυσικούς μας γονεῖς κάποια στιγμὴ σύμφωνα μὲ τὰ ἤθη τῆς κοινωνίας μας τοὺς ἀποχωριζόμαστε, ὅσο κι ἂν τοὺς ἀγαπᾶμε, προκειμένου νὰ βροῦμε τὸν δρόμο μας. Νομοτελειακὰ λοιπὸν τὸ ἴδιο ἐπιθυμοῦμε νὰ συμβεῖ καὶ μὲ τὸν Θεό· νὰ ἀπογαλακτιστοῦμε ἀπὸ αὐτὸν καὶ τὰ «παραμυθάκια» ποὺ μαθαίναμε στὸ σχολεῖο καὶ νὰ γίνουμε συναισθηματικὰ καὶ ὑλικὰ αὐτάρκεις.

Ἡ ἀλήθεια ὅμως εἶναι ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἄπειρος καὶ ἰδιαίτερα ἐμεῖς οἱ νέοι χρειάζεται νὰ ἀφήσουμε στὴν ἄκρη τὸ στερεότυπο ἑνὸς Θεοῦ ποὺ μοιάζει μὲ ἕναν ἐπαναπαυμένο ἡλικιωμένο ἐκτὸς ἐποχῆς, ποὺ δὲν εἶναι σὲ θέση ἢ δὲν θέλει νὰ καταλάβει τὰ προβλήματά μας καλύτερα ἀπ’ ὅ,τι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι. Γιὰ νὰ εἴμαστε εἰλικρινεῖς ἀπέναντι στὸν ἑαυτό μας καὶ στὸν Θεό, ὀφείλουμε νὰ τὸν δοῦμε ὅπως ἀκριβῶς μᾶς συστήθηκε: ὡς ἕναν φίλο μας (Ἰωάν. 15,15). Ὡς κάποιον ποὺ θὰ βρίσκεται πάντοτε δίπλα μας (Ματθ. 28,20), γιὰ νὰ μᾶς συγχαρεῖ στὴ χαρά μας, νὰ μᾶς παρηγορήσει στὴ στεναχώρια μας, νὰ μᾶς χτυπήσει τὴν πόρτα (Ἀποκ. 3,20) ὅταν αἰσθανθοῦμε μόνοι.

Πάντως ἡ προσωπικὴ σχέση τοῦ κάθε νέου καὶ τῆς κάθε νέας ξεχωριστὰ μὲ τὸν Θεὸ εἶναι ἀκόμα καὶ στὶς μέρες μας ὑπαρκτὴ καὶ πολὺ συνηθισμένη, ἴσως καὶ λόγῳ τῆς ἀνάγκης ἑνὸς στηρίγματος τῆς νεολαίας στὸ πλαίσιο μιᾶς ζοφερῆς πραγματικόητας. Ὁ Θεὸς εἶναι ἡ βασικὴ πηγὴ ἐλπίδας τώρα ποὺ ὅλα ἔχουν καταρρεύσει.

Τὸ πρόβλημα ὅμως εἶναι ὅτι οἱ νέοι δὲν κάνουμε αὐτὸ τὸ παραπάνω βῆμα γιὰ νὰ γνωρίσουμε καλύτερα τὸν Θεό. Ἐγκλωβιζόμαστε στὸ μοντέλο ἑνὸς «προσωπικοῦ Θεοῦ» -ποὺ εἶναι παρεμπιπτόντως καὶ πολὺ τῆς μόδας-, νομίζουμε ὅτι μόνοι μας μποροῦμε νὰ ὁλοκληρώσουμε τὴ σχέση μας μαζί του καὶ καταλήγουμε νὰ εἴμαστε «χριστιανοὶ τοῦ παγκαριοῦ»: ἀνάβουμε ἕνα κεράκι καὶ αὐτοϊκανοποιούμαστε ἔχοντας τὴν ἐντύπωση ὅτι ἐκπληρώσαμε τὰ θρησκευτικά μας καθήκοντα.

Ὅμως, ὅπως ἔγραψε ὁ Κωστῆς Παλαμᾶς: «ὁ Χριστὸς νὰ καίγονται γυρεύει καρδιές, ὄχι κεριά» [5]. Ἂν δὲν δοῦμε τὴν Ὀρθοδοξία ὡς ἕναν ζωντανὸ ὀργανισμό, ὡς τὴν Ἐκκλησία ποὺ εἶναι τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ ὡς μία ἀκόμα θρησκεία ἐνταγμένη στὶς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων, τὴν περιορίζουμε ἄθελά μας μέσα στὸν φθαρτὸ αὐτὸ κόσμο ποὺ ἔχει ἡμερομηνία λήξης.

Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι κάτι φτιαγμένο ἀπὸ ἄνθρωπο· τὴν ἵδρυσε ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ μπορέσουμε οἱ ἄνθρωποι μαζὶ μὲ ὅλη τὴν κτίση νὰ σωθοῦμε ἀπὸ τὸ προδιαγεγραμμένο τέλος μας. Ἑπομένως, τὸ ἑπόμενο βῆμα στὴ σχέση μας μὲ τὸν Θεὸ εἶναι μέσα στὴν Ἐκκλησία· ὄχι σὲ κάποια φιλοσοφία, ἢ σὲ κάποια τυπικὴ «αὐτάρεσκη» τήρηση κανόνων, ἀλλὰ μέσα στὴν πράξη καὶ τὸ βίωμα, μέσα στὰ μυστήρια ποὺ μᾶς παρέχονται ἁπλόχερα ἀπὸ τὸν Χριστό, γιατὶ «χωρὶς Αὐτὸν δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε τίποτα» (Ἰωάν. 15,5). Πέρα ἀπὸ τὸν ἀτομισμό, τὸν ἐγωϊσμὸ καὶ τὴν καχυποψία ποὺ μαστίζουν τὴν κοινωνία μας, ὑπάρχουν ποικίλοι λόγοι ποὺ οἱ νέοι διστάζουμε νὰ προχωρήσουμε σὲ μιὰ εὐρύτερη συμμετοχὴ στὴν κοινὴ λατρευτικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Παραθέτουμε μὲ τυχαία σειρὰ κάποιες ἀπὸ τὶς ἀπαντήσει τῶν νέων στὸ ἐρώτημα γιατὶ δὲν ἐκκλησιάζονται [4] καὶ τὶς σχολιάζουμε.

Μία ἀπάντηση ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν γλῶσσα τῆς Θείας Λειτουργίας ποὺ εἶναι δυσνόητη γιὰ τοὺς νέους, οἱ ὁποῖοι ἔχουμε γαλουχηθεῖ μέσα ἕνα ἐχθρικὸ ἐκπαιδευτικὸ σύστημα πρὸς τὰ Ἀρχαῖα Ἑλληνικά. Ἔχουν γίνει κάποια δειλὰ βήματα γιὰ τὴν ἀπόδοση στὰ Νέα Ἑλληνικά, ξεκινώντας ἀπὸ τὸν μακαριστὸ Χριστόδουλο ὁ ὁποῖος προέτρεψε νὰ διαβάζεται δύο φορὲς τὸ Εὐαγγέλιο, τὴ μία στὰ Ἀρχαῖα καὶ τὴν ἄλλη στὰ Νέα Ἑλληνικά. Ἡ ἀπόδοση περιέχεται καὶ στὸ φυλλάδιο τῆς «Φωνῆς Κυρίου» [1] ποῦ μοιράζεται σὲ ὅλους κάθε Κυριακή, ἀλλὰ πολλοὶ ξεχνοῦμε νὰ τὸ ἀνοίξουμε. Ἐν πολλοῖς πάντως ἐπικρατεῖ μιὰ ἀδιαφορία γιὰ τὸ θέμα, κατ’ ἀρχὰς πρὸς τοὺς μυημένους στὴ μεγαλοπρεπῆ πράγματι γλῶσσα τῆς Λειτουργίας ποὺ ἀδιαφοροῦν γιὰ τὴν ἄγνοια τοῦ πλησίον, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς νέους ποὺ δὲν ἀναζητοῦν ἔστω καὶ στὸ διαδίκτυο μία μετάφραση τῆς Θείας Λειτουργίας καὶ ἀρκοῦνται στὴν παπαγαλία μιᾶς ἀκαταλαβίστικης ὑμνολογίας.

Μία δεύτερη ἀπάντηση ἀφορᾷ τὸ ἐκπαιδευτικὸ σύστημα καὶ τὴν ἀσέβειά του πρὸς τὸν ἐλεύθερο χρόνο τῶν μαθητῶν καὶ τῶν σπουδαστῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι περισσότερο δεσμευμένοι καὶ ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἐργαζομένους. Ἡ Κυριακὴ ἀργία ἀντὶ νὰ ἀποτελεῖ εὐκαιρία ἀναψυχῆς καὶ διεύρυνσης τῶν ὀριζόντων τῶν νέων, ὑπηρετεῖ τὴ …Δευτέρα, τὰ διαγωνίσματα καὶ τὶς ἐργασίες ποὺ πρέπει νὰ παραδοθοῦν. Ἐδῶ ἡ εὐθύνη βαρύνει ἀποκλειστικὰ τοὺς μεγάλους, ἀφοῦ ἐκεῖνοι (πολιτικοί, καθηγητές, γονεῖς κ.ἄ.) ἔχουν περάσει τὴ νοοτροπία ὅτι τὸ φροντιστήριο τὴν Κυριακὴ εἶναι φυσιολογικό, ἐνῷ ὁ ἐκκλησιασμὸς περισσεύει.

Ὑπάρχουν ὅμως καὶ οἱ νέοι ποὺ ἔχουν χρόνο τὴν Κυριακή, ἀλλὰ εἴτε δηλώνουν ὅτι εἶναι ἐξαντλημένοι ἀπὸ τὴν καθημερινότητα, εἴτε προβάλλουν ὡς δικαιολογία ὅτι δὲν μποροῦν νὰ ξυπνήσουν τὸ πρωΐ, τὴν ὥρα ποὺ γίνεται ἡ Θεία Λειτουργία, ἰδιαίτερα ἂν ξενυχτοῦν τὰ σαββατόβραδα. Ἄλλοι πάλι ἀναφέρουν ὅτι τὴν Κυριακὴ τὸ πρωΐ φεύγουν γιὰ ἐκδρομές.

Ἄλλες ἀπαντήσεις ἀφοροῦν τὸ κακὸ κήρυγμα καὶ ἐδῶ μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι στὴν Ἐκκλησία ἔχουμε τὴν τάση νὰ κάνουμε μονόλογο καὶ ὄχι διάλογ. Ἡ κακὴ ἐνίοτε ψαλμῳδία ἀποτελεῖ μία ἀκόμα ἀπάντηση γιὰ τὸν μὴ ἐκκλησιασμό.

Μιὰ πολὺ συνηθισμένη αἰτία ἔχει νὰ κάνει μὲ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ βλέπει ἕνας νέος ἢ μία νέα ὅταν εἰσέρχεται στὸν ναό. Κατ’ ἀρχὰς κάποιοι λένε ὅτι αἰσθάνονται μοναξιά, καθὼς δὲν συναντοῦν ἄλλους νέους. Καὶ κατὰ δεύτερο λόγο πολλοὶ ἐνοχλοῦνται ἀπὸ τὸ κουτσομπολιὸ καὶ τὰ σχόλια τῶν ἡλικιωμένων πιστῶν. Ἐνῷ λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία διακηρύσσει ὅτι εἶναι ἕνα ἐνιαῖο σῶμα στὸ ὁποῖο μποροῦν νὰ προσκολληθοῦν κυρίως οἱ νέοι, οἱ ὁποῖοι παρεμπιπτόντως ἔχουν ἔντονη τὴν ἀνάγκη νὰ ἀνήκουν κάπου, ἡ πραγματικὴ εἰκόνα τῶν διασκορπισμένων, ὑποχόνδριων καὶ ὑποκριτῶν μερικὲς φορὲς πιστῶν ἀπογοητεύει τὸν νεοεισερχόμενο, ὁ ὁποῖος φυσικὰ στὴν ἀρχὴ δὲν ἔχει τὶς ἄμυνες ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχει, ὥστε νὰ μὴν σκανδαλίζεται (Λουκ. 6,42).

Ὅποιος νέος ξεπεράσει τοὺς παραπάνω ἀρχικοὺς φραγμοὺς καὶ δισταγμούς, ἀπὸ τὴ μία θὰ νιώσει τὴν ἀνάταση καὶ τὸ ξεθόλωμα τῆς ψυχῆς του μέσα στὴ λαμπρότητα τῆς δοξολογίας καὶ στὸ φῶς τὸ ὁποῖο ἐκπέμπει ὁ Θεός. Ἀπὸ τὴν ἄλλη ὅμως θὰ ἔχει ἄλλα προβλήματα καὶ συμπεριφορὲς νὰ ἀντιμετωπίσει. Κάποιοι, ἂν εἶναι νεαρός, θὰ ποῦν ὅτι πάει –σώνει καὶ καλὰ- γιὰ καλόγερος, ἐνῷ ἂν εἶναι κοπέλα θὰ ποῦν σκωπτικὰ ὅτι ἔχει γίνει «θεοῦσα». Ὅμως, γιὰ νὰ μὴν λέμε συνέχεια γιὰ τοὺς «ἄλλους», σὲ ὅλους μας λίγο ἢ πολὺ ἔχει περάσει τὸ στερεότυπο ὅτι ὅποιος εἶναι στὴν Ἐκκλησία δὲν θὰ γλεντήσει τὴ ζωή του, εἰδικὰ ἂν εἶναι νέος. Σὲ αὐτὸ τὸ κλισὲ ἔχει συντελέσει καὶ ἡ μίζερη συμπεριφορὰ ὁρισμένων πιστῶν, λὲς καὶ ὁ Χριστὸς δὲν ἔλεγε «χαίρετε» (Ματθ. 28,9), δηλαδὴ «νὰ χαίρεστε», λὲς καὶ δὲν ἔκανε τὸ πρῶτό του θαῦμα σὲ ἕναν γάμο (Ἰωάν. 2,1-11), γεμίζοντας τὰ κρασοπότηρα σὲ μιὰ κατεξοχὴν κοινωνικὴ ἐκδήλωση γλεντιοῦ.

Τέλος, ὁ μητροπολίτης Ἀχελώου κ.Εὐθύμιος ψάχνοντας τὰ βαθύτερα αἴτια τῶν δυσκολιῶν τῆς πνευματικῆς ζωῆς τῶν νέων ἀναφέρει ἀνάμεσα σὲ ἄλλα τὸν «ὀγκόλιθο τοῦ σέξ» [2]. Δυστυχῶς ἔχει χαθεῖ ἡ ἰσοῤῥοπία πάνω στὸ θέμα αὐτό, τόσο στὸν ἐσωτερικὸ ὅσο καὶ στὸν ἐξωτερικὸ κόσμο τῶν νέων, οἱ ὁποῖοι βρισκόμαστε ἀνάμεσα σὲ μία διελκυστίνδα μὲ τὴ μία πλευρὰ νὰ ἀποθεώνει καὶ τὴν ἄλλη νὰ δαιμονοποιεῖ τὸ σέξ. Ἀλλὰ γιὰ αὐτὰ τὰ ἀδιέξοδα καὶ τὶς ἀμφιβολίες ὑπάρχει ὁ Θεός! Γιὰ νὰ μᾶς ἀπεγκλωβίζει μέσα ἀπὸ τὴ μυστηριακή του ἐνέργεια καὶ νὰ μᾶς δείχνει τὸν δρόμο, ὅταν ἔχουμε ἤδη ταπεινωθεῖ ἀπὸ τὴν ἀνεπάρκεια τῶν «θεωριῶν» μας καὶ τὴν ἀδυναμία μας. Γιὰ νὰ φανερωθεῖ, ὄχι ἡ προσωπικὴ ἐλάχιστη ἀξία μας, ἀλλὰ τὸ μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ προτρέψουμε καὶ ἄλλους συνομήλικούς μας καὶ μὴ: «ἐλάτε κι ἐσεῖς νὰ δεῖτε» (Ἰωάν. 1,46).

Αναφορές

[1] Ἀποστολικὴ Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος:: Φωνή Κυρίου.

[2] Εὐθύμιος Στύλιος, Μητροπολίτης Ἀχελώου: Εκκλησία και Σύγχρονη Νεολαία, Ὁμιλία ἐκφωνηθεῖσα στὴν Ἐκπαιδευτικὴ καὶ Θεολογικὴ Ἡμερίδα ποὺ διοργάνωσε ἡ Ἕνωση Θεολόγων Νομοῦ Λέσβου, 2007.

[3] Ἱερὰ Μητρόπολη Βέροιας, Ναούσης καὶ Καμπανίας:: Την αρχαιοπρεπή θεία λειτουργία των αποστολικών διαταγών τέλεσε ο Μητροπολίτης Βεροίας για νέους και νέες, 2011 (Πηγὴ φωτογραφίας).

[4] Ἱερὸς Ναὸς Θείας Ἀναλήψεως Δραπετσώνας: Γονεῖς καὶ Λατρευτικὴ Ζωὴ τῶν Παιδιῶν, 2011.

[5] Κωστῆς Παλαμᾶς: Ἡ Νύκτα τῶν Χριστουγέννων.

Νικόλαος Ποθητός

Πρώτη Δημοσίευση: «ντιαιρετικς»