Ἐτικέττες

, ,

Η ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΣ (ΦΩΤ.ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ) Ι.Ν.ΑΓ.ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΥΨΕΛΗΣ

Η ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΣ (ΦΩΤ.ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ) Ι.Ν.ΑΓ.ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΥΨΕΛΗΣ

Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ

ΚΑΙ Ο ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΚΟΣ ΤΗΣ ΚΥΚΛΟΣ

(ὑπὸ Ἀρχιμ.Φιλοθέου Νικολάκη)

Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ – Ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ.

Στὴν Καινὴ Διαθήκη ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ λαμβάνει χῶρα ἐνσάρκως, πλέον. Ὅλοι οἱ Προφῆτες τῆς Παλαιὰς Διαθήκης «εἶδαν» τὴν ἐνσάρκωση τοῦ Μεσσία ὁ ὁποῖος θὰ λυτρώσει τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπὸ τὴ δουλεία τοῦ διαβόλου καὶ τῆς ἁμαρτίας, ὅμως δὲν ἔζησαν τὸ μεγάλο αὐτὸ γεγονός. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Παναγία, ὁ Ἰωσήφ, οἱ Ἄγγελοι, οἱ Ποιμένες, ὅλη ἡ κτίση συμμετέχει στὴ Γέννηση τοῦ Κυρίου καὶ λαμβάνει Χάρη ἀπὸ τὴν ἐνανθρώπιση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὅλη ἡ κτίση ἀνυμνεῖ κατ’ αὐτὴν τὸν Δημιουργό της. Κύριος δὲ καὶ πρωταρχικὸς σκοπὸς καὶ στόχος αὐτῆς τῆς ἐνανθρωπίσεως τοῦ Δευτέρου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ἡ θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καὶ σ’ αὐτὴν ἀποβλέπει.[1]

Ἀποβλέπει ἐν ὀλίγοις διὰ τῆς ἐνανθρωπίσεώς του στὴν καταστροφὴ τῶν ἔργων τοῦ διαβόλου, στὸ νὰ σηκώσει τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων, νὰ σώσει τοὺς ἁμαρτωλοὺς καλῶντάς τους σὲ μετάνοια, νὰ εἶναι τὸ φῶς τοῦ κόσμου, νὰ δώσει ζωὴ στοὺς ἀνθρώπους, νὰ σώσει αὐτοὺς καὶ τὸν κόσμο. Δίνει τὴν εὐκαιρία τῆς ἀνακαινίσεως στὸν ἄνθρωπο, ἁγιάζει τὴν ἀνθρώπινη σάρκα καὶ τὸν φέρνει κοντὰ στὸν Θεό. Διώχνει τὴν ἄγνοια τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν πλάνη, διδάσκει τὴν ταπείνωση καὶ ἀποκτείνει τὸν θάνατο. Εἶναι ὁ Νέος Ἀδὰμ ποὺ ἐπανορθώνει τὸ παράπτωμα τοῦ παλαιοῦ Ἀδὰμ καὶ εὐεργετεῖ τοὺς ἀνθρώπους ντύνοντάς τους μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς ἀθανασίας. Φέρνει τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἀγαλλίαση καὶ χαρίζει τὴν ἐλευθερία, τὴ ζωὴ καὶ τὴ λύτρωση. Ἀποτέλεσμα εἶναι νὰ «οἰκειώνει» καὶ πάλι τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν παράδεισο τῆς τρυφῆς καὶ νὰ τὸν ἐπαναγάγει στὴν Ἐδέμ.[2]

Αὐτὸ τὸ μεγάλο γεγονός, «τὴ γιορτὴ τοῦ κόσμου καὶ τῆς Ἱστορίας, τῆς Ἐνανθρωπίσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, αὐτοῦ τοῦ ἄστρου ποὺ φωτίζει μόνιμα τὴ νύχτα τοῦ κόσμου καὶ δείχνει τὴν ὁδὸ στοὺς σοφούς, ποὺ ξέρουν νὰ προσκυνᾶνε μόνο τὴ σαρκωμένη Σοφία τοῦ Θεοῦ, τὴ Σοφία ποὺ οἰκοδομεῖ, μὲ τὸ ὑλικὸ τῆς ἀνθρώπινης ἀποτυχίας καὶ ἁμαρτίας, τὴν κοινὴ πόλη τῆς Βασιλείας, τὸ σῶμα τοῦ ἀναστημένου Ἀδάμ,[3] ὥρισε ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία νὰ ἑορτάζεται στὶς 25 Δεκεμβρίου.

ΙΙ. Χρονολόγηση τῆς Γεννήσεως τοῦ Ἰησοῦ.

Ἕνα ἀπὸ τὰ βασικότερα προβλήματα ποὺ ἐξ ἀρχῆς ἀπησχόλησαν τοὺς χριστιανοὺς ἦταν καὶ τὸ πρόβλημα τῆς ἐπακριβοῦς χρονολόγησης τῶν γεγονότων τῆς γεννήσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καθόσον τὸ Ἱερὸ κείμενο δὲν μᾶς παρέχει ἀκριβεῖς πληροφορίες περὶ αὐτῶν.

Πρῶτο ἀπ’ ὅλα ἀπησχόλησε τοὺς ἱστορικοὺς ἡ ἀκριβὴς χρονολογία τῆς γεννήσεως τοῦ Κυρίου. Τὸ σημερινὸ ἡμερολόγιο, στηρίζεται βασικὰ στοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ μοναχοῦ καὶ ἀστρονόμου Διονυσίου τοῦ Μικροῦ, ποὺ κατὰ τὸν δ΄ μ.Χ. αἰῶνα καθόρισε ὁ ἴδιος μὲ τὰ δεδομένα ποὺ εἶχε τότε τὸ ἔτος 754 ἀπὸ κτίσεως Ῥώμης ὡς τὸ χρόνο γέννησης τοῦ Ἰησοῦ, ἀντὶ τοῦ ἔτους 747 ὅπως θὰ ἔπρεπε μὲ τὰ σημερινὰ δεδομένα. Βέβαια σήμερα πλέον λέμε, ὅτι ἡ γέννηση τοῦ Ἰησοῦ πρέπει νὰ τοποθετηθεῖ γύρω στὸ 7 ἢ 6 π.Χ.[4]

Ὅμως οὔτε ἡ ἀκριβὴς ἡμερομηνία τῆς γεννήσεως δὲν μᾶς εἶναι γνωστὴ ἀπὸ τὰ Εὐαγγέλια. Ἀπὸ ἐνδείξεις ποὺ ἔχουμε ἀπὸ τὸν εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ (ἀπογραφή, ταξείδι ἐπιτόκου γυναικός, παραμονὴ σὲ σταῦλο ζώων, ποιμένες ἀγραυλοῦντες καὶ φυλάσσοντες τὰς φυλακὰς τῆς νυκτὸς) φαίνεται ὅτι ἡ γέννηση τοῦ Κυρίου δὲν ἔγινε κατὰ τοὺς χειμερινοὺς μῆνες. Οἱ ὁπαδοὶ τοῦ Βασιλείδου τὴν καθόριζαν στὶς 20 Μαΐου ἢ στὶς 19 ἤ στὶς 20 Ἀπριλίου.[5]

Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὴν ἡμέρα ὑπῆρχε διαφορά. Ὁ Ἀθηνῶν Μελέτιος τὴν τοποθετεῖ τὴν τετάρτη τῆς ἑβδομάδος – ὅπως τὴν ἡμέρα αὐτὴ κτίσθηκε ὁ αἰσθητὸς ἥλιος ἔτσι τὴν ἴδια ἡμέρα ἔλαμψε στὴ γῆ καὶ ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης – ἐνῷ ὁ Καλμέτιος τὴν πέμπτη. Ὁ Νικαίας Ἰωάννης σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Ζαχαρία πατριάρχη καθολικὸ τῶν Ἁρμενίων ὑποστηρίζει ὅτι γεννήθηκε ἡμέρα στ΄ (Παρασκευὴ) καὶ ὥρα ζ΄ τῆς νυκτός, ἐνῷ ὁ Ἱππόλυτος ὁ Θηβαῖος δέχεται ὡς ἡμέρα γεννήσεως τοῦ Κυρίου τὴν Κυριακή.[6]

ΙΙΙ. ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων.

Ἀρχικὰ τὰ Χριστούγεννα ἑορτάζονταν στὶς 6 Ἰανουαρίου ἀπὸ κάποιες γνωστικὲς αἱρετικὲς παραφυάδες μαζὶ μὲ τὴ βάπτιση τοῦ Κυρίου. Ἀλλὰ καὶ οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ ἑόρταζαν τὴν γέννηση τοῦ Σωτῆρος τὴν ἴδια ἡμέρα μὲ τὴν τῆς Βαπτίσεως, ἀπαλλαγμένη βεβαίως ἀπὸ τὶς γνωστικὲς ἀντιλήψεις περὶ τοῦ ζητήματος.

Συνεορτάζονταν δὲ τὰ δύο γεγονότα τῆς Βαπτίσεως καὶ τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου ἀλλὰ ὑπῆρχε ἀμφιταλάντευση ὡς πρὸς τὸ ποιὸ ἀπὸ τὰ δύο γεγονότα[7] ἑορταζόταν. Ἄλλωστε δὲν εἶναι γνωστὸ πότε ἀκριβῶς γεννήθηκε καὶ βαπτίσθηκε ὁ Κύριος. Ἐὰν ἦταν γνωστὸ θὰ ὑπῆρχαν σχετικὲς ἑορτὲς στὴν Ἐκκλησία πολὺ νωρὶς καὶ ὄχι μετὰ ἀπὸ τόσες ἑκατονταετηρίδες ἀλλὰ καὶ δὲν θὰ συνδυάζονταν στὴν ἴδια ἑορτὴ δύο γεγονότα ποὺ ἀπέχουν τόσο πολὺ μεταξύ τους χρονολογικά, στὶς 6 Ἰανουαρίου οὔτε θὰ ξεχώριζε κάποια στιγμὴ ἡ μία ἑορτὴ ἀπὸ τὴν ἄλλη.[8]

Τὰ Ἐπιφάνεια λοιπὸν ὁρίσθηκαν στὶς 6 Ἰανουαρίου διότι ἐκείνη ἀκριβῶς τὴν ἡμέρα ἑορτάζονταν στὴν Ἀλεξάνδρεια τὰ γενέθλια τοῦ πολιούχου θεοῦ «Αἰῶνος» (τοῦ αἰωνίου χρόνου). Ἤδη οἱ γνωστικοὶ εἶχαν τοποθετήσει ἐκείνη τὴν ἡμέρα τὴν ἑορτὴ τοῦ Χριστοῦ ὡς «αἰῶνα» καὶ ἀκολούθησε προφανῶς καὶ ἡ Ἐκκλησία προσπαθῶντας καὶ αὐτὴ νὰ προφυλάξει τοὺς ὁπαδούς της ἀπὸ τὸν ἐθνισμό.[9]

Μία – θεολογικὴ βέβαια – ἑρμηνεία περὶ τῆς καθιερώσεως τῶν ἑορτῶν αὐτῶν στὶς 6 Ἰανουαρίου εἶναι καὶ ἡ ἑξῆς: ὁ Ἀπόστολος Παῦλος παραβάλλει τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ πρὸς τὸν Ἀδὰμ «ἐπειδὴ γὰρ δι’ ἀνθρώπου ὁ θάνατος καὶ δι’ ἀνθρώπου ἀνάστασις νεκρῶν. Ὥσπερ γὰρ ἐν τῷ Ἀδὰμ πάντες ἀποθνήσκουσι, οὕτω καὶ ἐν τῷ Χριστῷ πάντες ζωοποιηθήσονται» (Α΄ Κορ. 15,20). Ἐπειδὴ δὲ ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ὁ χοϊκὸς πλάσθηκε τὴν ἕκτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας, καὶ οἱ χριστιανοὶ καθώρισαν αὐτὴν τὴν ἑορτὴ στὶς 6 Ἰανουαρίου πρὸς ἀνάμνηση τῆς ἐπὶ γῆς παρουσίας τοῦ Σωτῆρος, τοῦ δευτέρου ἀνθρώπου ἐξ οὐρανοῦ κατὰ τὸν Ἀπόστολο (1 Κορ. 15,47).[10]

Ὁ συνεορτασμὸς τῶν δύο αὐτῶν μεγάλων Δεσποτικῶν ἑορτῶν στηριζόταν στὴν εὐθὺς μετὰ τὴν ἱστόρηση τοῦ Βαπτίσματος τοῦ Ἰησοῦ ἀπὸ τὸν Ἰωάννη, ῥήση τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ «καὶ αὐτὸς ἦν ὁ Ἰησοῦς ὡσεὶ ἐτῶν τριάκοντα ἀρχόμενος» (γ΄ 23), ἀπὸ τὴν ὁποία εἱκάζετο ὅτι ὁ Ἰησοῦς βαπτίσθηκε στὸν Ἰορδάνη κατὰ τὴν ἴδια ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποία πρὶν ἀπὸ τριάντα χρόνια εἶχε γεννηθεῖ κατὰ σάρκα.[11]

Εἶχε ὅμως καθιερωθεῖ νὰ ἑορτάζονται στὶς 6 Ἰανουαρίου καὶ τὰ δύο γεγονότα καὶ γιὰ ἕναν ἀκόμη λόγο. Ἐκείνη τὴν ἡμέρα ἀκριβῶς συνέπιπτε τὸ χειμερινὸ ἡλιοστάσιο, σύμφωνα μὲ τὸ παλαιὸ ἡμέρολόγιο.[12]

1. Στὴ Δύση.

Κάποια στιγμὴ ὅμως ἡ πρακτικὴ τῆς Δύσης ἀλλάζει. Ἀπὸ τὸν δ΄ αἰῶνα οἱ Ἐκκλησίες τῆς Δύσεως τελοῦν τὴν ἑορτὴ τῆς Γεννήσεως στὶς 25 Δεκεμβρίου, ἐνῷ στὴν Ἀνατολή, δηλαδὴ οἱ Ἐκκλησίες Ἀντιοχείας, Ἱεροσολύμων, Ἀλεξανδρείας καὶ Κύπρου συνεόρταζαν ἀκόμη στὶς 6 Ἰανουαρίου τὴν θεία Ἐνανθρώπιση καὶ τὴν Βάπτιση τοῦ Κυρίου. Μάλιστα γιὰ τὴν διαφορὰ αὐτὴ κάνουν λόγο πολλοί, ὅπως ὁ Ἰωάννης ὁ Κασσιανὸς καὶ ὁ Ἱερώνυμος, λέγοντας συγκεκριμένως ὁ πρῶτος πὼς οἱ ἱερεῖς τῆς Αἰγύπτου ὑπὸ τὴν ἑορτὴ καὶ ἡμέρα τῆς Θεοφανείας ἐννοοῦν καὶ τὴν ἡμέρα τῆς Βαπτίσεως καὶ τὴν ἡμέρα τῆς Γεννήσεως κατὰ σάρκα τοῦ Κυρίου, γι’ αὐτὸ τὸ λόγο καὶ συνεορτάζουν τὸ μυστήριο καὶ τῶν δύο γεγονότων, ὄχι δύο φορὲς ὅπως γίνεται στὴ Δύση, ἀλλὰ αὐτὴ τὴν ἴδια ἡμέρα τῶν Θεοφανείων.[13]

2. Οἱ μαρτυρίες.

Μία πρώτη ἀξιόπιστος μαρτυρία περὶ τοῦ ἑορτασμοῦ στὴ Δύση τῶν Χριστοῦ Γεννῶν στὶς 25 Δεκεμβρίου εἶναι σὲ λόγο τοῦ Πάπα Λιβερίου (352-366) ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς κουρᾶς τῆς ἀδελφῆς του Μαρκελλίνας καὶ τῆς συναριθμήσεώς της στὶς τάξεις τῶν μοναχῶν. Λέγει πρὸς αὐτὴν: «βλέπεις πόσος ὁ συναθροισθεὶς τῇ ἡμέρᾳ τῆς γεννήσεως τοῦ σοῦ νυμφίου Χριστοῦ». Ἄρα λοιπὸν ἀποδεικνύεται πὼς κατὰ τὴν ἐποχή του ἤδη ἡ ἑορτὴ αὐτὴ τελοῦνταν πανηγυρικῶς καὶ συνέῤῥεε πλῆθος λαοῦ. Κατὰ συνέπεια ἡ ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων τελοῦνταν χωριστὰ ἀπὸ τὴν ἑορτὴ τῶν Ἐπιφανείων τῆς 6ης Ἰανουαρίου πολὺ πρὶν στὴν Ρώμη καὶ ἴσως εἶχε ἤδη καθιερωθεῖ ἐπὶ Πάπα Ἰουλίου (337-352).[14]

Ἡ ἀρχαιότερη ὅμως ἀξιόπιστη μαρτυρία εἶναι τοῦ Ἀμμιανοῦ Μαρκελλίνου (21,2 + περὶ τὸ 400) σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης τὸ 361[15] στὴ Βιέννη (ὄχι στὸ Παρίσι τῆς Γαλλίας) μετεῖχε τῆς ἑορτῆς τῶν ἐκεῖ χριστιανῶν.[16]

3. Οἱ λόγοι ποὺ συνετέλεσαν ὥστε νὰ μετατεθεῖ ἡ ἑορτή.

Πράγματι ἡ ἑορτὴ τῶν Χριστοῦ Γεννῶν μετατέθηκε στὶς 25 Δεκεμβρίου ὄχι βέβαια γιατὶ κατ’ ἐξοχὴν ὑπελόγισαν ὅτι γεννήθηκε ὁ Χριστός, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἐξισορροπηθεῖ μὲ τὴν λαμπρότητα τῆς ἐθνικῆς ἑορτῆς τοῦ Ἡλίου {dies invicti Solis ἢ πλησιέστερον dies natalis Solis invicti =ἡ γενέθλιος ἡμέρα τοῦ ἀηττήτου (Ἡλίου)}. Κατ’ αὐτὴν οἱ ἐθνικοὶ ἑόρταζαν τὴν γενέθλιο ἡμέρα τοῦ ἀηττήτου ἡλίου, τὴν αὔξηση δηλαδὴ τῆς ἡμέρας, τὴν νίκη τοῦ φωτὸς κατὰ τοῦ σκότους.[17]

Συνέπεσε ὅμως καὶ πρὸς τὴν ἀγαπημένη ἑορτὴ Διονύσου τοῦ Σωτῆρος, τὰ Βρουμάλια. Εἶναι ὁ γνωστὸς τύπος θεοῦ ποὺ πεθαίνει καὶ ξαναγεννιέται κάθε χρόνο, εἶναι ἕνα πνεῦμα τῆς βλαστήσεως, εἶναι ἕνα θεϊκὸ πρότυπο τῆς ἀμείλικτης μοίρας τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Διόνυσος μάλιστα πέθαινε καὶ θαβόταν κάθε χρόνο στοὺς Δελφούς.[18]

Πρὶν ὅμως καὶ ἀπὸ τὰ Βρουμάλια προηγοῦνταν τὰ Κρόνια ἀπὸ τὶς 17 ἕως τὶς 24 Δεκεμβρίου. Στὶς 24 Δεκεμβρίου τελοῦνταν τὰ Σιγγιλάρια, κατὰ τὰ ὁποῖα προσφέρονταν στὰ παιδιὰ δῶρα ἀπὸ κερὶ ἢ πηλό, εἴδωλα καὶ ἀγαλμάτια.[19]

Στὶς παγανιστικὲς αὐτὲς ἑορτὲς ἡ χριστιανικὴ Ἐκκλησία πολὺ σοφὰ ἀντέταξε τὴν γέννηση τοῦ ἀληθινοῦ φωτός, τοῦ νοητοῦ ἡλίου[20], ἀλλὰ καὶ τῆς δικαιοσύνης, τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀνέτειλεν ἐκ Παρθένου καὶ ἐφώτισε τὴν ἐν σκότει καὶ σκιᾷ θανάτου ἀνθρωπότητα.[21]

Ὁ καθορισμὸς μάλιστα καὶ ἡ σύσταση τῆς νέας αὐτῆς ἑορτῆς χρησίμευε καὶ ὡς ὅπλο ἐναντίον τῶν Ἀρειανῶν. Ὡς ἀντιστάθμισμα καὶ διαμαρτυρία κατὰ τῆς ἀμφιβολίας τῶν ἀρειανῶν περὶ τοῦ τρισυποστάτου τῆς θεότητος καὶ τῆς διδασκαλίας τοῦ ἀρειανισμοῦ ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς μόνον στὸ βάπτισμα ἔλαβε τὴν θεία σοφία συστήθηκε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ἰδιαιτέρα καὶ ἀνεξάρτητη ἑορτή, τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ ἡ ἑορτὴ καὶ πανήγυρις τῆς Ἐκκλησίας ἦταν ἡ πρακτικὴ ἔκφραση τοῦ δόγματος τῆς ἑνότητος στὴν Ἁγία Τριάδα καὶ τῆς Τριάδος στὴ Μονάδα.[22]

Ἀλλὰ καὶ ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν Γνωστικῶν καὶ Μανιχαίων οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται τὴν θεία ἐνσάρκωση καὶ δίδασκαν πὼς ὁ «αἰὼν» Σωτὴρ ἐνώθηκε μὲ τὸν ἄνθρωπο Ἰησοῦ κατὰ τὸ βάπτισμα καθιερώθηκε ξεχωριστὴ ἑορτὴ τῆς Γεννήσεως.[23]

Ἕνας ἄλλος λόγος ἦταν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου ἡμερολογίου. Ὅταν εἰσῆλθε τὸ νέο ἡμερολόγιο στὴ Δύση, τὸ χειμερινὸ ἡλιοστάσιο μετετέθη στὶς 25 Δεκεμβρίου ἀπὸ τὶς 6 Ἰανουαρίου, ὁπότε κατὰ συνέπειαν, μετατέθηκε καὶ ἡ ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων.[24]

Η ΒΑΠΤΙΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ (ΦΩΤ.ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ) Ι.Ν.ΑΓ.ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΥΨΕΛΗΣ

Η ΒΑΠΤΙΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ Ι.Ν.ΑΓ.ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΥΨΕΛΗΣ

4. Στὴν Ἀνατολή.

Ἡ διάκριση τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων ἀπὸ τὴν ἑορτὴ τῶν Θεοφανείων καὶ ἡ καθιέρωσή της διαδόθηκε, ἀρχικά, στὴν Ἀνατολὴ προφανῶς ἀπὸ τοὺς Εὐσταθιανοὺς τῆς Ἀντιχείας, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονταν σὲ κοινωνία μὲ τὴ Ρώμη.

Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀναφέρεται στὶς ἑορτὲς τῶν Χριστουγέννων, τῶν Ἐπιφανείων καὶ τῶν ἁγίων Φώτων (PG 36,312 κἑξ 356-360), ὑπῆρξε δὲ προφανῶς ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἑορτῆς στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἐργάσθηκε πάρα πολὺ γιὰ νὰ ἐπικρατήσει ἡ νέα ἑορτή.[25]

Μέγας Βασίλειος εἰσήγαγε τὴν ἑορτὴ στὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας γύρω στὸ 376 καὶ ἐκφώνησε «Λόγον εἰς τὴν Ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ γέννησιν» (PG 31, 1473).

Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐπίσης ἐκφώνησε Λόγο τὸ 386 γιὰ τὴν ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων στὴν Ἀντιόχεια ὑπὸ τὸν τίτλο «Λόγος εἰς τὴν γενέθλιον ἡμέραν τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» (PG 49, 351-362).

Ἡ ἑορτὴ αὐτὴ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἀναφέρει πὼς ἦταν γνωστὴ ἀπὸ δεκαετίας («καίτοι γε οὔπω δέκατόν ἐστιν ἔτος, ἐξ οὗ δήλη καὶ γνώριμος ἡμῖν αὕτη ἡ ἡμέρα γεγένηται» PG 49, 352). Βέβαια ἡ γνώση της δὲν σημαίνει καὶ τὴν ἐπίσημη καθιέρωσή της στὸ ἑορτολόγιο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀντιοχείας. Τὸ ὑπαινίσσεται καὶ ἡ ἔκφραση τῆς ἐπιθυμίας τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου γιὰ τὴν ἐπίσημη καθιέρωσή της «πάλαι ταύτην ἐπεθύμουν ἐγὼ τὴν ἡμέραν ἰδεῖν, καὶ οὐχ ἁπλῶς ἰδεῖν, ἀλλὰ μετὰ πλήθους τοσούτου· καὶ τούτου διηνεκῶς ηὐχόμην οὕτως ἡμῖν πληρωθῆναι τὸ θέατρον, ὥσπερ ἐστὶ νῦν ὁρᾶν πεπληρωμένον…» (αὐτόθι).

H. Lietzmann ὑποθέτει πὼς εἶχε καθιερωθεῖ ὁ ἑορτασμὸς τῶν Χριστουγέννων στὴν μικρὴ κοινότητα τῶν Εὐσταθιανῶν[26] τοῦ Παυλίνου καὶ ἔγινε ἀποδεκτὸς ἀπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀντιοχείας Φλαβιανὸ τὸ 386 ὕστερα ἀπὸ εἰσήγηση τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου σ’ αὐτόν, στὸν ὁποῖο μάλιστα ἀσκοῦσε μεγάλη ἐπιρροή.[27]

Τὸ ὅτι εἶχε χωρισθεῖ ἡ ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων ἀπὸ τὴν τῶν Θεοφανείων συμπεραίνει κανεὶς καὶ ἀπὸ ἐπιστολὴ τοῦ ἱ.Αὐγουστίνου, στὴν ὁποία κάνει λόγο περὶ τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων ὅτι αὐτὴ ἐτελεῖτο κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους. Ἀλλὰ καὶ σὲ ὁμιλία τοῦ Ἐπισκόπου Ἑμέσης Παύλου, ἡ ὁποία ἐκφωνήθηκε στὶς 29 τοῦ μῆνα Χοιὰκ (25 Δεκεμβρίου) στὴν μεγάλη Ἐκκλησία τῆς Ἀλεξανδρείας «λόγος εἰς τὴν γέννησιν τοῦ Κυρίου» (PG 77, 1433-1444) φαίνεται ὅτι στὶς Ἐκκλησίες τῆς Αἰγύπτου, κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου διακρίθηκε ἡ ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων ἀπὸ τὴν τῶν Θεοφανείων.[28] Ἀρχικῶς στὴν Ἀλεξάνδρεια ἡ ἑορτὴ τῶν Θεοφανείων ἐτελεῖτο ὄχι στὶς 6 Ἰανουαρίου ἀλλὰ στὶς 8 Νοεμβρίου καὶ ὅταν ὡρίσθηκε ἡ 8η Νοεμβρίου γιὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, μετατέθηκε ἡ ἑορτὴ τῶν Θεοφανείων στὴν 6η Ἰανουαρίου, συμπεριλαμβάνοντας καὶ τὴν τῶν γενεθλίων τοῦ Κυρίου γιὰ νὰ ἀντιμετωπισθεῖ καὶ τὸ πρόβλημα τῶν Γνωστικῶν καὶ τῶν ἐθνικῶν.[29]

Μετὰ ὅμως ἀπὸ συζητήσεις τοῦ Ἁγ.Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας μὲ ἄλλους Ἱεράρχες στὴν Γ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο πείσθηκε νὰ εἰσάγει τὴν νέα ἑορτὴ στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀλεξανδρείας. Μάλιστα ἡ νέα αὐτὴ ἑορτὴ τελέσθηκε γιὰ πρώτη φορὰ στὴν Ἀλεξάνδρεια τὴν 25η Δεκεμβρίου 432 ὅταν βρισκόταν ἐκεῖ ὁ Παῦλος Ἑμέσης ἀπὸ τὴν Συρία καὶ ἐκφώνησε τὸν ὡς ἄνω λόγο.[30]

Ἐπίσης ὁ Γρηγόριος Νύσσης στὸ λόγο του «εἰς τὴν ἡμέραν τῶν Φώτων, ἐν ᾗ ἐβαπτίσθη ὁ Κύριος ἡμῶν» (PG 46,577-600 ἡ παραπομπὴ τοῦ συντάκτου) διακρίνει σαφῶς τὴν ἑορτὴ τῶν Γενεθλίων τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὴν ἑορτὴ τῶν Φώτων, δηλαδὴ τῆς Ἐπιφανείας. Ὡσαύτως ὁ Ἀστέριος Ἀμασείας στὸν «Λόγῳ κατηγορικῷ τῆς ἑορτῆς τῶν Καλανδῶν» [31] ἀπαριθμώντας σαφῶς τὶς ἑορτές, διακρίνει τὴν ἑορτὴ τῶν Γενεθλίων ἀπὸ τῆς Βαπτίσεως.[32]

Τελευταῖα ὅμως ἀπ’ ὅλες τὶς Ἀνατολικὲς Ἐκκλησίες εἰσήγαγε τὴν νέα αὐτὴ ἑορτὴ ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων καὶ τοῦτο ἐπὶ Ἐπισκόπου Ἰουβεναλίου (422-458). Μετὰ ὅμως ἀπὸ τὸν θάνατό του, τοὺς πρώτους μῆνες τοῦ 458, οἱ Ἱεροσολυμίτες ἐπανῆλθαν στὴν παλαιὰ ἑορτὴ συμπανηγυρίζοντας τὰ Χριστούγεννα μὲ τὰ Θεοφάνεια, γεγονὸς ποὺ ἐπιβεβαιώνει ὁ Κοσμᾶς Ἰνδικοπλεύστης στὴν «Χριστιανικὴ Τοπογραφία» του, ἀλλὰ καὶ ὁ Ἀβραὰμ Ἐφέσου σὲ λόγο του στὴν Θεοτόκο, στηλιτεύοντας παράλληλα τὴν ἐπιμονὴ τῶν Παλαιστινίων καὶ τῶν προσκειμένων σ’ αὐτοὺς Ἀράβων, στὸν συνεορτασμὸ τῶν δύο μεγάλων αὐτῶν ἑορτῶν. Ὅπως ὅμως ἀναφέρει ὁ ἰστορικὸς Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος (Νικηφ. Ἐκκλ. Ἰστορία, βιβλ. ιζ΄), ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανὸς καθόρισε νὰ τελεῖται ἡ ἑορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς στὶς 2 Φεβρουαρίου (ὕστερα δηλαδὴ ἀπὸ 40 ἡμέρες ἀπὸ τὴν ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων σύμφωνα μὲ τὴν εὐαγγελικὴ διήγηση) ἐπὶ τῇ ἀπαλλαγῇ τῆς Κ/πολης ἀπὸ λοιμικὴ νόσο τὸ 542. Ἑπόμενο ἦταν νὰ ἑορτάζεται ἡ ἑορτὴ αὐτὴ καὶ στὰ Ἱεροσόλυμα τὴν 2α Φεβρουαρίου. Ὅμως ἐξακολουθοῦσε ἡ Ἐκκλησία αὐτὴ νὰ ἑορτάζει τὰ Χριστούγεννα μαζὶ μὲ τὰ Θεοφάνεια στὶς 6 Ἰανουαρίου. Συνέπεια δὲ αὐτοῦ ἴσως ἦταν καὶ τὸ διάταγμα τοῦ Ἰουστίνου β΄ πρὸς ἄρση αὐτῆς τῆς ἀνωμαλίας στὴν Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων.[33]

Ἔτσι λοιπὸν ὁ ξεχωριστὸς ἑορτασμὸς τῶν Χριστουγέννων καὶ τῆς Βαπτίσεως εἰσάγεται βαθμηδὸν καὶ στὴν Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων ὅπως εἰσήχθη καὶ σὲ ὅλες τὶς Ἐκκλησίες τῆς Ἀνατολῆς.

Ἀρμενικὴ ὅμως Ἐκκλησία προτίμησε νὰ ἐμμείνει στὴν διπλὴ ἑορτὴ τῆς 6ης Ἰανουαρίου, πολεμώντας μὲ μεγάλη σφοδρότητα τὴν παραδοχὴ τῆς 25ης Δεκεμβρίου ὡς ἡμέρας τῆς γεννήσεως τοῦ Κυρίου. Τὸ ἀπόγευμα τῆς 5ης Ἰανουαρίου τελοῦν τὴν λειτουργία τῶν Χριστουγέννων τὸ δὲ πρωΐ τῆς 6ης τὴν λειτουργίαν τῶν Ἐπιφανείων καὶ τὸν ἁγιασμό.[34] Συνέπεια δὲ τούτου εἶναι ὁ ἑορτασμὸς τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου στὶς 14 Φεβρουαρίου.[35]

IV. «Πάσχα τοῦ Χειμῶνα»

Ἡ ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων λόγῳ τῆς μεγάλης θεολογικῆς της σπουδαιότητος  ἀποτελεῖ μαζὶ μὲ τὴν ἑορτὴ τοῦ Πάσχα τοὺς δύο μεγάλους πόλους γύρω ἀπὸ τοὺς ὁποίους στρέφεται τὸ λειτουργικὸ ἔτος. Τὸ Πάσχα εἶναι ἡ κορωνὶς τῶν κινητῶν καὶ τὰ Χριστούγεννα τῶν ἀκινήτων ἑορτῶν. Εἰδικὰ δὲ ἡ ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων εἶναι ἡ «μητρόπολις» τῶν ἑορτῶν κατὰ τὸν Ἅγ. Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο, γιατὶ τὸ γεγονὸς ποὺ ἑορτάζουμε κατ’ αὐτὴ εἶναι ἡ προϋπόθεση ὅλων τῶν ἄλλων σταθμῶν τῆς σωτηρίας μας. Ἂν δὲν ἐγεννᾶτο ὁ Χριστὸς οὔτε θὰ ἐβαπτίζετο, οὔτε θὰ ἐδίδασκε καὶ θὰ ἐθαυματούργει, οὔτε θὰ ἔπασχε καὶ θὰ ἀνίστατο.[36]

Οἱ ἀκολουθίες τῶν Χριστουγέννων εἶναι συνειδητὰ κατασκευασμένες κατὰ τὸ πρότυπο τῶν ἀκολουθιῶν τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα τοῦ Κυρίου, τῆς ἁγίας Του Ἀναστάσεως. Τηρεῖται μία τεσσαρακονθήμερη νηστεία. Γίνονται προεόρτιες ἑτοιμασίες. Ὑπάρχουν οἱ Μεγάλες Ὧρες μὲ τὰ ἀναγνώσματα τῶν προφητειῶν, οἱ ἀποστολικὲς ἐπιστολές, τὰ Εὐαγγέλια καὶ οἱ ὕμνοι τῆς παραμονῆς τῆς ἑορτῆς, ποὺ ἀκολουθοῦνται ἀπὸ τὴν ἑσπερινὴ λειτουργία τοῦ Ἁγ. Βασιλείου τοῦ Μεγάλου. Τὴν κυριώνυμο ἡμέρα τελεῖται ὁ Ὄρθρος ποὺ καταλήγει στὴν Θεία Λειτουργία τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Ὁ ἑορτασμὸς συνεχίζεται γιὰ νὰ φθάσει στὴν ὁλοκλήρωσή του σαράντα ἡμέρες ἀργότερα μὲ τὴν ἑορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου. Στὴν καρδιὰ τῆς ἑορταστικῆς περιόδου ἐξακολουθεῖ νὰ βρίσκεται ἡ ἀρχικὴ «Ἑορτὴ τῶν Φώτων», τὰ Ἅγια Ἐπιφάνεια.

Τὰ ᾄσματα τῶν ἀκολουθιῶν καὶ οἱ ὕμνοι τῶν Χριστουγέννων καὶ τῶν Θεοφανείων, τοῦ Πάσχα τῆς ἐνσαρκώσεως καὶ τῆς ἐν σαρκὶ ἐπιφανείας τοῦ Χριστοῦ, ἐπαναλαμβάνουν ἐκεῖνα τῆς Λαμπρῆς, τοῦ Πάσχα τοῦ θανάτου καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Γέννηση καὶ ἡ Βάπτιση τοῦ Κυρίου συνδέονται ἄμεσα μὲ τὸ θάνατο καὶ τὴν Ἀνάστασή Του. Γεννήθηκε μὲ σκοπὸ νὰ πεθάνει. Βαπτίστηκε μὲ σκοπὸ νὰ ἀναστηθεῖ.

Τὸ Πάσχα τοῦ Σταυροῦ Του προετοιμάσθηκε ἀπὸ τὸ Πάσχα τῆς ἐλεύσεώς Του. Τὸ Πάσχα τῆς Ἀναστάσεώς Του ξεκίνησε μὲ τὸ Πάσχα τῆς ἐνσαρκώσεώς Του. Τὸ Πάσχα τῆς δόξης Του προαναγγέλθηκε μὲ τὸ Πάσχα τοῦ Βαπτίσματός Του. Νὰ τὶ ἑορτάζουν κάθε χρόνο οἱ Χριστιανοὶ σὲ ἐκεῖνο ποὺ πρῶτο ὁ π. Ἀλ.Σμέμαν ἀποκάλεσε «Πάσχα τοῦ χειμῶνα».[37]

Ἀς δοῦμε ὅμως πῶς ἐξελίχθηκε χρονολογικὰ ὅλος αὐτὸς ὁ ἑορταστικὸς κύκλος περὶ τὴν ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων, ξεκινώντας ἀπὸ τὸ συνεορτασμὸ τῶν δύο αὐτῶν μεγάλων ἑορτῶν.

1. Ὁ ἑορτασμὸς τῶν Ἐπιφανείων (5 καὶ 6 Ἰανουαρίου).

Στὴ λειτουργικὴ διαμόρφωση τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων ἐπέδρασε  -ὡς προελέχθη- ἡ προϋφισταμένη, ἑορτὴ τοῦ Πάσχα. Κατὰ τὸν Δ΄ αἰῶνα στὰ Ἱεροσόλυμα (ὅταν συνεορτάζονταν ἀκόμη τὰ Θεοφάνεια καὶ ἡ Γέννησις τοῦ Κυρίου) καθὼς μαρτυρεῖ ἡ προσκυνήτρια Αἰθερία στὸ Ὁδοιπορικό της (Peregrinatio Silviae ἤτοι Aetheriae), κατὰ μίμηση τοῦ Πάσχα ἐγίνετο νυκτερινὴ λειτουργία ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Ἱεροσολύμων στὸ Ναὸ τῆς Γεννήσεως στὴ Βηθλεέμ. Μετὰ ἀπὸ αὐτὴν ὅλος ὁ λαὸς μὲ ἐπικεφαλὴς τὸν κλῆρο καὶ τὸν ἐπίσκοπο κατηυθύνοντο ἐν λιτανείᾳ στὰ Ἱεροσόλυμα ψάλλοντες τὸ «Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου».[38]

Ὅταν κατέφθανε ἡ πομπὴ στὴν Ἀνάσταση, πρῶτα ἔψαλλαν ἕναν ψαλμὸ καὶ ἔπειτα εὐλογοῦνταν ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο οἱ κατηχούμενοι καὶ οἱ πιστοί. Ἀφοῦ ἀπέρχονταν γιὰ μικρὴ ἀνάπαυση, ἐπανέρχονταν καὶ ἐτελεῖτο ἡ Θ. Λειτουργία.[39]

Ἡ τελετὴ λοιπὸν τῶν Ἐπιφανείων ἄρχιζε τὸ ἀπόγευμα τῆς 5ης Ἰανουαρίου (ὅπως καὶ τῶν Γνωστικῶν) καὶ ἐξακολουθοῦσε καὶ πέραν τοῦ μεσονυκτίου. Στὸ ναὸ ὑπῆρχε ἄπλετος φωτισμός, διότι οἱ χριστιανοὶ κρατοῦσαν ἀναμμένες λαμπάδες. Γι’ αὐτὸν ἄλλωστε τὸν λόγο ἡ ἑορτὴ τῶν Ἐπιφανείων ὀνομάσθηκε «Φῶτα».[40]

Τὸ μεσονύκτιο γινόταν ὁ καθαγιασμὸς τοῦ ὕδατος, στὸ ὁποῖο θὰ βαπτίζονταν οἱ μέλλοντες κατὰ τὴν ἑορτὴ αὐτὴ νὰ βαπτισθοῦν. Πρὶν αὐτοὶ νὰ κατέβουν στὸ νερό, οἱ πιστοὶ ἔπαιρναν ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἁγιασμένο νερὸ καὶ τὸ ἔφερναν στὶς οἰκίες τους. Τὸ νερὸ αὐτὸ τὸ χρησιμοποιοῦσαν ὅπως καὶ ἐμεῖς σήμερα. Τὸ πρωΐ ὅμως τῆς 6ης Ἰανουαρίου γινόταν σύμφωνα μὲ μαρτυρία τοῦ Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ σὲ κάποιο λόγο του ((PG 36,360) θεία λατρεία, ὑποδεέστερης ὅμως ἐπισημότητος. Ὡς ἑσπερινὸς παραμένει ἀκόμη καὶ σήμερα ἂν καὶ τελεῖται τὸ πρωΐ τῆς 5ης Ἰανουαρίου.[41]

Ἡ ἑορτὴ αὐτὴ τῶν Ἐπιφανείων εἰσήχθη βαθμηδὸν ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ μέσῳ τῆς Γαλλίας στὴ Δύση πιθανῶς ἀπὸ τὸν Μ.Ἀθανάσιο[42] μάλιστα ἐτελεῖτο πολυτελῶς καὶ μὲ μεγάλη πομπὴ ὅπως ἀναφέρει περιγράφοντάς την ὁ αὐτοκράτορας τῆς Δύσης Ὀνώριος στὸ ἀδελφό του Ἀρκάδιο.[43] Ὁ διπλὸς μάλιστα ἑορτασμὸς τῶν Ἐπιφανείων στὰ Ἱεροσόλυμα χρησίμευσε ὡς πρότυπο γιὰ τὴν διαμόρφωση τοῦ ἑορτασμοῦ τῶν Χριστουγέννων στὴ Ρώμη μὲ τρεῖς Θ. Λειτουργίες. Ὁ πανηγυρικὸς στίχος ἀπὸ τὸ ψαλτῆρι «Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου» ποὺ ψαλλόταν καθ’ ὁδὸν ἀπὸ τὴ Βηθλεὲμ στὰ Ἱεροσόλυμα ἀποτελεῖ τὸ graduale τῆς δεύτερης θ. Λειτουργίας τῶν Χριστουγέννων τὴν ὁποία τελοῦσε ὁ Πάπας καθ’ ὁδὸν ἀπὸ τὸ Ναὸ τῆς ἁγ.Μαρίας Magiore πρὸς τὸν τάφο τοῦ ἁγ. Πέτρου. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα (Τίτ. β΄ 11-15) τῆς Λειτουργίας ἦταν ἴδιο μὲ αὐτὸ ποὺ ἀνεγινώσκετο σὲ ὅλη τὴν Ἀνατολὴ κατὰ τὴν Λειτουργία τῶν Ἐπιφανείων.[44]

Ἡ σύσταση αὐτῶν τῶν τριῶν λειτουργιῶν ἀποδίδεται μᾶλλον στὸν Πάπα Τιβέριο (431-440). Τὴν πρώτη τελοῦσαν κατὰ τὴν νύκτα, τὴν δεύτερη τὴν αὐγὴ καὶ τὴν τρίτη μετὰ τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἡλίου. Ἡ πρώτη παρίστανε τὴν ἀνθρωπότητα πρὶν ἀπὸ τὸν Μωσαϊκὸ Νόμο, ἡ δεύτερη, τῆς αὐγῆς, τὸν χρόνο ποὺ πέρασε ὑπὸ τὸν νόμο καὶ τοὺς Προφῆτες καὶ ἡ τρίτη τὸν χρόνο τῆς χάριτος.[45]

2. Ἐπέκταση τοῦ ἑορτασμοῦ.

Κάποια στιγμὴ ὅμως (ὡς ἐξετέθη στὸ ΙΙΙ Κεφάλαιο) ἡ ἑορτὴ τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου μετατέθηκε στὶς 25 Δεκεμβρίου, ἐνῷ ἡ ἑορτὴ τῆς Βαπτίσεως ἐξακολουθοῦσε νὰ ἑορτάζεται στὶς 6 Ἰανουαρίου. Ἄρχισε ὅμως νὰ διευρύνεται ἀκόμη περισσότερο ὁ ἑορτολογικός της κύκλος.

Ἀρχικὰ προστέθηκε στὴν ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων μία προπαρασκευαστικὴ Κυριακὴ τὴν ὁποία ὀνόμασαν «Κυριακὴ τῶν ἁγίων Πατέρων». Πατέρες ἐννοοῦνται ὄχι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ οἱ κατὰ σάρκα πρόγονοι τοῦ Κυρίου καὶ μάλιστα ὁ γενάρχης Ἀβραάμ. Ὕστερα τὸ θέμα τῆς Κυριακῆς αὐτῆς διεπλατύνθη καὶ περιέλαβε ὅλους τοὺς πρὸ Χριστοῦ δικαίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, προγόνους ἢ μὴ τοῦ Χριστοῦ. Ὡς εὐαγγελικὴ περικοπὴ ἀνεγινώσκετο, ὅπως καὶ σήμερα, ἡ γενεαλογία τοῦ Χριστοῦ, ποὺ περιέχεται στὸ πρῶτο κεφάλαιο τοῦ Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίου, καὶ ὡς ἀπόστολος ἀπὸ τὴν Πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολὴ ἡ περικοπὴ ποὺ ἀναφέρεται στὰ παθήματα τῶν «μαρτυρηθέντων διὰ τῆς πίστεως» ἀνδρῶν τῆς Π.Διαθήκης.[46]

Ἡ διαπλάτυνση αὐτὴ τοῦ ἑορτολογικοῦ περιεχομένου τῆς Κυριακῆς πρὸ τῶν Χριστουγέννων καὶ ἡ τάση ἀναπτύξεως τῆς προπαρασκευαστικῆς περιόδου ἐπέφεραν ἀργότερα τὴν διχοτόμηση, τρόπον τινά, τῆς Κυριακῆς αὐτῆς καὶ τὴν μετάθεση μέρους τοῦ θέματός της στὴν πρὸ αὐτῆς Κυριακή. Ἔτσι οἱ Κυριακὲς τῶν ἁγίων Πατέρων ἔγιναν δύο καὶ πρὸς διάκρισιν, ἡ μία ὀνομάσθηκε «Κυριακὴ πρὸ τῆς Χριστοῦ γεννήσεως», ἡ παλαιότερη καὶ ἡ ἄλλη διατήρησε τὸ παλαιὸ ὄνομα «Κυριακὴ τῶν ἁγίων Πατέρων», ποὺ γιὰ νὰ μὴν συγχέεται μὲ τὶς Κυριακὲς τῶν Πατέρων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, πῆρε τὸ ὄνομα «Κυριακὴ τῶν Προπατόρων». Γι’ αὐτὴν ἐξελέγη ἡ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ποὺ ὁμιλεῖ γιὰ τὸ μέγα δεῖπνο τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, στὸ ὁποῖο πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν θὰ ἔλθουν καὶ θὰ ἀνακλιθοῦν μαζὶ μὲ τὸν Ἀβραάμ, ἐνῷ οἱ υἱοὶ τοῦ νυμφῶνος, οἱ Ἰσραηλίται, θὰ ἐκβληθοῦν ἔξω. Γιὰ νὰ ἐμπλουτισθεῖ τὸ θέμα τῆς Κυριακῆς αὐτῆς μετατέθηκε σ’ αὐτὴν καὶ ἡ μνήμη τοῦ προφήτου Δανιὴλ καὶ τῶν τριῶν παίδων ἀπὸ τὴν 17η Δεκεμβρίου[47].

ΑΓ.ΤΡΕΙΣ ΠΑΙΔΕΣ (ΦΩΤ.ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ) Ι.Ν.ΑΓ.ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΥΨΕΛΗΣ

ΑΓ.ΤΡΕΙΣ ΠΑΙΔΕΣ (ΦΩΤ.ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ) Ι.Ν.ΑΓ.ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΥΨΕΛΗΣ

Ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν πρὸ τῆς Κυριακῆς τῶν Προπατόρων Κυριακή, τὴν τρίτη δηλαδὴ πρὸ τῶν Χριστουγέννων, ἀναζητήθηκε ἀνάλογος προεόρτιος περικοπὴ καὶ ὡς τέτοια προκρίθηκε ἐκ μεταθέσεως ἡ περικοπὴ τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Λουκᾶ τῆς Ι΄ Κυριακῆς ποὺ ὁμιλεῖ γιὰ τὴν θεραπεία τῆς συγκυπτούσης ποὺ ἦταν «θυγάτηρ τοῦ Ἀβραάμ». Ἔτσι ὅλος ὁ Δεκέμβριος μῆνας πῆρε προεόρτιο χαρακτῆρα. Εἶναι ἀφιερωμένος στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, στοὺς προφῆτες καὶ στοὺς προπάτορες τοῦ Χριστοῦ, στὴν περίοδο τῆς ἀναμονῆς τοῦ Μεσσία. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς βλέπουμε νὰ ἀναγράφεται στὰ ἑορτολόγια ἡ μνήμη τοῦ Προφήτου Ναοὺμ τὴν 1η Δεκεμβρίου, τοῦ προφήτου Ἀββακοὺμ τὴν 2α, τοῦ προφήτου Σοφονίου τὴν 3η, τοῦ προφήτου Ἀγγαίου τὴν 16η καὶ τοῦ προφήτου Δανιὴλ καὶ τῶν τριῶν παίδων τὴν 17η.[48]

Καὶ ἡ ἑορτὴ ὅμως τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου στὸ Ναὸ προετοιμάζει γιὰ τὴν μεγάλη ἑορτὴ τῆς Γεννήσεως. Ἀποκαλεῖται αὐτὴ ἡ ἑορτὴ «εὐδοκίας Θεοῦ τὸ προοίμιον» (ἀπολυτίκιον τῆς ἑορτῆς), ποὺ ἀναγγέλεται ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους στὸν κόσμο κατὰ τὴ Γέννηση τοῦ Κυρίου. Εἶναι ὁ πρῶτος ἑορτασμὸς τῆς σωτηρίας ποὺ ἔρχεται στὸν κόσμο μὲ τὸν Ἰησοῦ, καὶ τῆς ὁποίας ἡ ἴδια ἡ Μαρία εἶναι ὁ πρῶτος καὶ κύριος ἀποδέκτης. Εἶναι αὐτὴ ποὺ νηπιάζουσα ὁδηγεῖται στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων ἀπὸ τὸν ἱερέα Ζαχαρία, τὸν πατέρα τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ, γιὰ νὰ τραφεῖ ἐκεῖ ἀπὸ ἀγγέλους πρὸς ἑτοιμασία τῆς παρθενικῆς της συλλήψεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.[49]

Φθάνουμε ἔτσι βαθμηδὸν στὴν καθιέρωση τῆς 40μέρου προεορτίου περιόδου τῶν Χριστουγέννων (dies ante natalem Christi, Dominicae adventus Domini).

Στὴν πρὸ τῶν Χριστουγέννων περίοδο ὅμως ἐντάσσονται καὶ κάποιες ἄλλες ἑορτές. Δὲν ἐμπίπτουν βέβαια στὸ 40ήμερο διάστημα πρὶν ἀπὸ τὰ Χριστούγεννα ὅμως ἐξαρτῶνται ἄμεσα ἀπὸ τὴν ἑορτὴ αὐτὴ καὶ πρέπει νὰ συμπίπτουν σὲ ὁρισμένο πρὶν ἀπὸ αὐτὴ χρόνο. Πρόκειται λοιπὸν γιὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, καθὼς καὶ τῆς Συλλήψεως καὶ τῆς Γεννήσεως τοῦ Ἁγ.Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου.[50]

α. Σύλληψη καὶ Γέννηση τοῦ Τιμίου Προδρόμου & Βαπτιστοῦ Ἰωάννου.

Πρώτη ἀπ’ ὅλες ἡ Σύλληψη τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Σύμφωνα μὲ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Λουκᾶ (α΄26-38) ἔλαβε χώρα ἔξι μῆνες πρὶν ἀπὸ τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου.[51] Ἑορταζομένων λοιπὸν τῶν Χριστουγέννων στὶς 25 Δεκεμβρίου (χειμερινὸ ἡλιοστάσιο), ἡ ἡμέρα τῶν γενεθλίων τοῦ Προδρόμου συμπίπτει στὶς 24 Ἰουνίου (καταλαμβάνει τὴ θέση τῆς ἑορτῆς τῶν ἐθνικῶν τοῦ θερινοῦ ἡλιοστασίου). Ἐὰν ἀπὸ τῆς 25ης Δεκεμβρίου καὶ τῆς 24ης Ἰουνίου ἀπαριθμήσουμε 9 μῆνες, ἡ μὲν ἡμέρα τῆς συλλήψεως τοῦ Σωτῆρος συμπίπτει μὲ τὴν 25η Μαρτίου (καταλαμβάνει τὴ θέση τῆς ἑορτῆς τοῦ ἐαρινοῦ ἡλιοστασίου τῶν ἐθνικῶν), ἡ δὲ ἡμέρα τῆς Συλλήψεως τοῦ Ἰωάννου τὴν 24η Σεπτεμβρίου (καταλαμβάνει τὴ θέση τῆς ἑορτῆς τῶν ἐθνικῶν τοῦ φθινοπωρινοῦ ἡλιοστασίου).[52] Βεβαίως ἡ ἑορτὴ τῆς Συλλήψεως τοῦ Τιμίου Προδρόμου μετατέθηκε ἀπὸ τὶς 24 στὶς 23 Σεπτεμβρίου, διότι ὁρίσθηκε ἀπὸ τὸ ρωμαϊκὸ κράτος ὡς ἐθνικὴ ἑορτὴ μιὰ καὶ ἦταν ἡ γενέθλιος ἡμέρα τοῦ Ὀκταβιανοῦ Αὐγούστου.[53]

ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ (ΦΩΤ.ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ) Ι.Ν.ΑΓ.ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΥΨΕΛΗΣ

ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ (ΦΩΤ.ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ) Ι.Ν.ΑΓ.ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΥΨΕΛΗΣ

β. Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου (annunciation Beatae Mariae Virginis Mariae salutation conceptio Christi).

Ἕπεται λοιπὸν ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου. Ἡ ἑορτὴ αὐτὴ τελεῖτο ἤδη στὴν Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων ἀπὸ τὸν 5ο αἰῶνα, (ὡς ἐξάγεται ἀπὸ ὁμιλίες τοῦ Πρεσβυτέρου Ἡσυχίου καὶ τοῦ Πρεσβυτέρου Χρυσίππου, ὁ ὁποῖος χειροτονήθηκε τὸ 455 καὶ πέθανε τὸ 479) ὄχι ὅμως τὴν 25η Μαρτίου – ἐφ’ ὅσον ἡ ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων ἐλάμβανε χῶρα στὶς 6 Ἰανουαρίου – ἀλλὰ στὶς 6 Ἀπριλίου. Μετὰ τὴν ἐπικράτηση τῆς ἑορτῆς τῆς 25ης Δεκεμβρίου μετατέθηκε ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ στὶς 25 Μαρτίου. Σύμφωνα μάλιστα μὲ τὸ Ἱεροσολυμιτικὸ «Κανονάριο» αὐτὴ ἡ ἑορτὴ ἐτελεῖτο στὴν παρὰ τὴν Προβατικὴ Πύλη Κολυμβήθρα, δηλαδὴ τὴν Βηθεσδᾶ. Καὶ αὐτὸ γιατί, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, δίπλα στὴν Προβατικὴ Κολυμβήθρα βρισκόταν τὸ σπίτι τοῦ Ἰωακεὶμ καὶ τῆς Ἄννης καὶ ἑπομένως θεωρεῖτο ὅτι ἐκεῖ εἶχε γεννηθεῖ καὶ ἡ Θεοτόκος.[54]

Ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἀπαντᾶται γιὰ πρώτη φορὰ στὴ Μικρὰ Ἀσία τὸν 6ο αἰῶνα. Ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ εἰσήχθη καὶ στὴ Δύση. Μαζὶ μὲ τὶς ἑορτὲς τῆς Ὑπαπαντῆς, τῆς Γεννήσεως καὶ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ἀπαντᾶται στὴ Ρώμη στὰ τέλη τοῦ 7ου αἰῶνα ἐπὶ Πάπα Σεργίου (687-701).[55]

Ἡ ἡμέρα αὐτή, ἡ 25η Μαρτίου, συμπίπτει –ὡς πρεγράφη- μὲ τὴν ἐαρινὴ ἰσημερία. Θεωρεῖτο ἀπὸ ἐπίδραση τῶν Ἰουδαίων καὶ μάλιστα τοῦ Φίλωνα ὡς ἡ πρώτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας.[56] Ἔπρεπε λοιπὸν σύμφωνα μὲ τὶς ἀντιλήψεις τῆς ἐποχῆς νὰ συλληφθεῖ καὶ κατὰ τὴν ἡμέρα αὐτή. Ἦταν λοιπὸν ἡ πλέον ἐνδεδειγμένη γιὰ τὴν σάρκωση τοῦ νέου Ἀδὰμ πρὸς ἀναδημιουργία τῆς κτίσεως.[57]

Μετατοπίζοντας ἔτσι ἡ Ἐκκλησία τὴν ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων ἀπὸ τὶς 6 Ἰανουαρίου στὶς 25 Δεκεμβρίου συνένωσε μὲ τὶς διάφορες στροφὲς τοῦ φυσικοῦ ἡλίου, σπουδαῖα γεγονότα τοῦ βίου τοῦ Σωτῆρος, τοῦ νοητοῦ Ἡλίου τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ Προδρόμου Του. Δὲν παρέβλεψε ἡ Ἐκκλησία καὶ τοῦ, ὅτι ἀπὸ τὸν μῆνα Ἰούνιο (γέννηση Τιμίου Προδρόμου) οἱ ἡμέρες ἀρχίζουν νὰ ἐλαττώνονται, ἀπὸ δὲ τὸν μῆνα Δεκέμβριο (Γέννηση τοῦ Σωτῆρος) αὐξάνουν. Ὑπενθυμίζει, ὅπως λέγει καὶ ὁ ἱ. Αὐγουστῖνος τὸ τοῦ Προδρόμου «ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμὲ δὲ ἐλαττοῦσθαι».[58]

Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (ΔΗΜ.ΠΕΛΕΚΑΣΗ) ΕΚ ΤΟΥ ΕΙΚΟΝΟΑΣΤΣΙΟΥ (ΤΕΜΠΛΟΥ) Ι.Ν.ΑΓ.ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΥΨΕΛΗΣ

Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (ΔΗΜ.ΠΕΛΕΚΑΣΗ) ΕΚ ΤΟΥ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙΟΥ (ΤΕΜΠΛΟΥ) Ι.Ν.ΑΓ.ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΥΨΕΛΗΣ

3. Προεόρτια ᾄσματα.

Τὸ στοιχεῖο ἐκεῖνο ποὺ ἔδωσε ἰδιαίτερο προπαρασκευαστικὸ καὶ προεόρτιο τόνο στὴν ἀμέσως πρὸ τῶν Χριστουγέννων περίοδο εἶναι οἱ ὕμνοι, ποὺ παρεμβάλλονται στὶς ἀκολουθίες τοῦ ἑσπερινοῦ, τοῦ ὄρθρου καὶ τοῦ ἀποδείπνου τῶν ἡμερῶν αὐτῶν. Ἡ παρεμβολὴ αὐτὴ γίνεται κατὰ ἕνα μεθοδικὸ καὶ κλιμακωτὸ ἀνοδικὸ σύστημα.[59] Ἀπὸ τὶς 21 Νοεμβρίου -ἑορτὴ τῶν Εἰσοδίων- ἀρχίζουν νὰ ψάλλονται ὡς καταβασίες οἱ εἱρμοὶ τοῦ κανόνος τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων «Χριστὸς γεννᾶται δοξάσατε»[60], ἀπὸ τὶς 26 τοῦ ἰδίου μῆνα τὸ προεόρτιο κοντάκιο «Ἡ παρθένος σήμερον τὸν προαιώνιον Λόγον» καὶ ἀπὸ τὶς 30 Νοεμβρίου -ἑορτὴ τοῦ Ἁγ. Ἀνδρέου– καὶ κάποιοι ἄλλοι προεόρτιοι ὕμνοι. Παρὰ ταῦτα τὰ προεόρτια τῶν Χριστοῦ Γεννῶν ἀρχίζουν κυρίως ἀπὸ τῆς 20ης Δεκεμβρίου ἢ καὶ τῆς 18ης, κατὰ τὴν ὁποία τὸ νωρίτερο μπορεῖ νὰ συμπέσει ἡ Κυριακὴ πρὸ τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως, κατὰ τὴν ὁποία μνήμη ἐπιτελοῦμεν τῶν ἀπ’ αἰῶνος Θεῷ εὐαρεστησάντων ἀπὸ Ἀδάμ, μέχρι καὶ Ἰωσήφ, μνήστορος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ὅπως ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ἰστορικῶς ἀπαρίθμησε, ὁμοίως δὲ τῶν Προφητῶν καὶ Προφητίδων.[61]

 Χαρακτηριστικὸ ἐπίσης τῶν ἡμερῶν αὐτῶν εἶναι ὅτι κατὰ τὰ ἀπόδειπνα καὶ τὰ προεόρτια τριώδια καὶ οἱ κανόνες, ποιήματα Συμεὼν τοῦ Μεταφραστοῦ, ἐξαρτῶνται καὶ κατὰ τὴν ἀκροστιχίδα καὶ κατὰ τὸ περιεχόμενο ἀπὸ τὰ ἀντίστοιχα τριώδια τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος («Τρίτῃ τε» «Τετράδι ψαλῷ», «Τῇ μακρᾷ Πέμπτῃ μακρὸν ὕμνον ἐξάδω», κτλ.). Ἡ πρὸ τῶν Χριστουγέννων ἑβδομάδα παίρνει ἔτσι τὸν χαρακτῆρα καὶ πλέκεται κατὰ μίμηση τῆς πρὸ τοῦ Πάσχα Μεγάλης Ἑβδομάδος. Ἡ μίμηση κορυφώνεται τὴν παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων μὲ τὴν ἀκολουθία τῶν μεγάλων ὡρῶν τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, ὅπως φαίνεται καὶ ἀπὸ τὴν ἔμπνευση καὶ τὸ ὅλο σχῆμα τῶν ἀκολουθιῶν αὐτῶν καὶ ἀπὸ τὶς ὁμοιότητες στὰ ἰδιόμελα «Σήμερον ναοῦ τὸ καταπέτασμα» -«Σήμερον τῶν ὑδάτων ἁγιάζεται ἡ φύσις», «Ὡς πρόβατον ἐπὶ σφαγὴν» – «Ὡς ἄνθρωπος ἐν ποταμῷ» (Α΄ Ὧρα), «Πρὸ τοῦ τιμίου σου σταυροῦ» – «Πρὸ τῆς γεννήσεως τῆς σῆς», «Ἑλκόμενος ἐπὶ σταυροῦ» – «Ἐρχόμενος μετὰ σαρκός» (Γ΄ Ὧρα), «Τάδε λέγει Κύριος τοῖς Ἰουδαίοις» – «Τάδε λέγει Κύριος πρὸς Ἰωάννην», «Δεῦτε χριστοφόροι λαοὶ κατίδωμεν τὶ συνεβουλεύσαντο» – «Δεῦτε χριστοφόροι λαοὶ κατίδωμεν θαῦμα» (ΣΤ΄ Ὧρα) κλπ.[62] καὶ τοῦ μεγάλου ἑσπερινοῦ τοῦ Πάσχα.[63]

Ὑπολείμματα τῆς ἀρχαίας ἑνότητος τῶν δύο μεγάλων ἑορτῶν Χριστουγέννων καὶ Θεοφανείων παρέμειναν καὶ στὴ Θ. Λειτουργία τῶν Χριστουγέννων. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο καὶ στὴ λειτουργία τῶν Χριστουγέννων ψάλλεται ἀντὶ τοῦ Τρισαγίου, ὁ γιὰ τοὺς νεοφωτίστους προβλεπόμενος Γραφικὸς στίχος «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε» (Γαλ. γ΄27).

Τὴν παραμονὴ τῆς ἑορτῆς, ἐὰν τύχει ἀπὸ Τρίτη ἕως Σάββατο, ψάλλεται ἡ προεόρτιος ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ καὶ τοῦ Ὄρθρου, οἱ Μεγάλες Ὧρες καὶ ὁ Ἑσπερινὸς μὲ τὴν Θ. Λειτουργία τοῦ Μεγ.Βασιλείου. Ὁ Ἑσπερινός, καθ’ ὁμοιότητα τῆς ἀκολουθίας τοῦ Μεγ. Σαββάτου εἶναι διανθισμένος μὲ πάρα πολλὰ παλαιοδιαθηκικὰ ἀναγνώσματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἤδη σήμερα ἀναγινώσκονται μόνο τρία. Μεταξὺ αὐτῶν ψάλλονται τροπάρια. Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ψάλλεται ὁ Τρισάγιος Ὕμνος καὶ καθ’ ἑξῆς ἡ Θ. Λειτουργία τοῦ Μ.Βασιλείου. Τὴν ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων τελεῖται τὸ μεσονυκτικὸ καὶ ὁ Ὄρθρος κατὰ τὸ τυπικὸ τῶν Δεσποτικῶν ἑορτῶν καὶ ἡ Θ. Λειτουργία τοῦ Ἁγ.Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου[64].

Θὰ πρέπει ἐδῶ νὰ κάνουμε δύο παρατηρήσεις ποὺ ἀφοροῦν στὸ Τυπικὸ τῆς προεορτίου περιόδου τῶν Χριστουγέννων καὶ ἔχουν ἄμεση σχέση μὲ τὴν νηστεία ποὺ τηρεῖται κατ’ αὐτήν, ἔχουν μάλιστα τὰ παράλληλά τους στὴν Μεγ. Τεσσαρακοστὴ καὶ στὴν Μεγ. Ἑβδομάδα, ἰδιαιτέρως στὴν Μεγ. Παρασκευὴ καὶ στὸ Μ.Σάββατο.

Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς σαρακοστῆς τῶν Χριστουγέννων, δηλαδὴ ἀπὸ τὶς 15 Νοεμβρίου, τοῦ Ἁγ.Φιλίππου, σύμφωνα μὲ τὴν τυπικὴ διάταξη κάθε Κυριακή, Τρίτη καὶ Πέμπτη στὸν ἑσπερινὸ ψάλλεται ὡς προκείμενο τὸ «Ἀλληλουϊάριον». Ἀντὶ δὲ Ἀπολυτικίων τὸ «Ἐν τῷ Ναῷ ἑστῶτες» κλπ. Ἐπίσης ἀντὶ τοῦ μικροῦ Ἀποδείπνου, λέγεται χῦμα τὸ μέγα. Καὶ κάτι ἄλλο ὅμως. Κάθε Δευτέρα, Τετάρτη καὶ Παρασκευὴ[65] ἀναγινώσκονται καὶ τὰ Μεσώρια. Ἡ τάξη αὐτὴ τηρεῖται καὶ κατὰ τὴν νηστεία τῶν Ἁγ.Ἀποστόλων[66]. Στὴν ἐνοριακὴ πράξη ὅμως ἀλλὰ καὶ γενικότερα, ἡ τάξη αὐτὴ ἔχει ἀτονήσει καὶ σήμερα τηρεῖται μόνον στὶς ἀκολουθίες στὸ Ἅγιο Ὄρος.[67]

Τὸ Τυπικὸ ὅμως ὁρίζει καὶ κάτι ἄλλο τὸ ὁποῖο μᾶλλον παρεισέφρυσε εἴτε ἀπὸ παρεξήγηση εἴτε ἀπὸ ὑπερβολικὴ ἐπίδραση τοῦ παραλλήλου τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς. Ἡ παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων (ὅπως καὶ ἡ παραμονὴ τῶν Φώτων) ἔχουν ὡς πρότυπο τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ καὶ στὸ τυπικὸ τῆς ψαλλομένης ἀκολουθίας ἀλλὰ καὶ στὴ νηστεία. Εἶναι καὶ οἱ δύο ἡμέρες αὐστηρῆς νηστείας. Κατ’ αὐτὴν λοιπὸν τὴν ἡμέρα δὲν τελεῖται Θ. Λειτουργία διότι νηστεία καὶ λειτουργία εἶναι ἀσυμβίβαστα. Κατὰ τὶς ἡμέρες αὐτὲς τελεῖται ἡ λειτουργία εἴτε μετὰ τὸν Ἑσπερινό, ὅπως τὸ Μέγα Σάββατο, εἴτε τελεῖται Προηγιασμένη, ὅπως κατὰ τὶς ἡμέρες τῆς Μεγ. Τεσσαρακοστῆς. Ἔτσι λοιπὸν τὴν παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων (καὶ τῶν Φώτων) τελεῖται κατὰ μίμηση τοῦ Μ.Σαββάτου ἡ Θ. Λειτουργία τοῦ Μ. Βασιλείου μετὰ τὸν Ἑσπερινό.

Ὅταν ὅμως οἱ μεγάλες ὧρες μετατίθενται μαζὶ μὲ τὴν νηστεία τὴν 22α ἢ 23η (ἐφ’ ὅσον συμπέσει ἡ ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων (ἢ τῶν Φώτων) Κυριακὴ ἢ Δευτέρα) δὲν τελεῖται κατ’ αὐτὲς Θ. Λειτουργία τοῦ Χρυσοστόμου, διότι κάτι τέτοιο θὰ προϋπέθετε κατάλυση τῆς νηστείας, οὔτε καὶ τοῦ Μ.Βασιλείου, μιὰ καὶ αὐτὴ εἶναι συνδεδεμένη μὲ τὸν ἑσπερινὸ τῆς ἑορτῆς, ὁ ὁποῖος τώρα τελεῖται τὴν παραμονή, στὴν κανονική του θέση, χωρὶς ὅμως τὴν λειτουργία τοῦ Μ.Βασιλείου, γιατὶ ἡ παραμονὴ εἶναι Σαββάτο ἢ Κυριακή, δηλαδὴ μὴ νήστιμος ἡμέρα καὶ ἑπομένως ἡ λειτουργία τελέσθηκε τὸ πρωί. Τὸ ἴδιο ἴσχυε καὶ γιὰ τὰ Θεοφάνεια, μόνο ποὺ ἡ 2α ἢ 3η Ἰανουαρίου εἶναι καταλύσιμος περίοδος καὶ ἀπαγορεύεται ἡ νηστεία[68].

4. Μεθέορτα.

Ἡ κλιμακωτὴ ἀνάβαση λοιπὸν πρὸς τὰ Χριστούγεννα καταλήγει καὶ ἀποκορυφώνεται στὴν μεγάλη ἑβδομάδα καὶ στὸ Πάσχα τῶν Χριστουγέννων. Τὸ Πάσχα ὅμως ἐκτείνεται καὶ πρὸς τὰ ἐμπρός, ἡ ἑβδομάδα μετὰ ἀπὸ αὐτὸ εἶναι ἡ διακαινήσιμος, ποὺ λογίζεται κατὰ τὶς τυπικὲς διατάξεις, σὰν μιὰ καὶ ἡ αὐτὴ πασχάλιος ἡμέρα. Τὴν ὀγδόη ἡμέρα εἶναι ἡ Κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ ἢ τοῦ Ἀντίπασχα, τύπος τῆς ὀγδοάδος τοῦ μέλλοντος. Τὴν τεσσαρακοστὴ ἡμέρα κλείεται ἡ πασχάλιος περίοδος μὲ τὴν ἑορτὴ τῆς Ἀναλήψεως, τῆς εἰσόδου τοῦ Κυρίου ἐν σώματι εἰς τὴν δόξαν αὐτοῦ, εἰς τὰ ἅγια τῶν ἁγίων τοῦ οὐρανοῦ.

Η ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ (ΔΗΜ.ΠΕΛΕΚΑΣΗ) ΕΚ ΤΟΥ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙΟΥ (ΤΕΜΠΛΟΥ) Ι.Ν.ΑΓ.ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΥΨΕΛΗΣ

Η ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ (ΔΗΜ.ΠΕΛΕΚΑΣΗ) ΕΚ ΤΟΥ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙΟΥ (ΤΕΜΠΛΟΥ) Ι.Ν.ΑΓ.ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΥΨΕΛΗΣ

Ἡ πασχάλιος περίοδος ἐπέδρασε καὶ στὴ διαμόρφωσή της μετὰ τὰ Χριστούγεννα μεθέορτου περιόδου. Τὴν 26η Δεκεμβρίου πανηγυρίζεται ἡ Σύναξις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Μητρὸς τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀναμιμνησκόμεθα τὴν εἰς Αἴγυπτον φυγὴν τῆς ἁγίας οἰκογένειας. Τὴν 29η ἑορτάζεται ἡ μνήμη τῶν νηπίων τῆς Βηθλεέμ, ποὺ ἐσφάγησαν ἀπὸ τὸν Ἡρώδη. Ἡ Κυριακὴ ποὺ ἐμπίπτει στὸ διάστημα αὐτό, ἡ «Κυριακὴ μετὰ τὴν Χριστοῦ Γέννησιν» εἶναι ἀφιερωμένη στὸν Ἰωσὴφ τὸν μνήστορα τῆς Παρθένου, στὸν Ἰάκωβο κατὰ σάρκα ἀδελφὸ τοῦ Κυρίου, υἱὸ τοῦ Ἰωσὴφ ἀπὸ ἄλλη γυναῖκα ποὺ εἶχε πρὶν μνηστευθεῖ τὴν Θεοτόκο, καὶ τὸν κοινὸ προπάτορα, τὸν βασιλέα Δαβίδ. Καθ’ ὅλο τὸ ἑπταήμερο διάστημα οἱ ὕμνοι τῶν Χριστουγέννων συμπλέκονται μὲ τὴν ἀκολουθία τῶν καθ’ ἡμέραν ἁγίων καὶ ὁλόκληρος ἡ ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς ἐπαναλαμβάνεται κατὰ ἀπόδοσή της, τὴν 31η Δεκεμβρίου.[69]

Στὸν ἑορτολογικὸ ὅμως κύκλο ὁ ὁποῖος ἐξαρτᾶται ἄμεσα ἀπὸ τὴν ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων περιλαμβάνονται καὶ κάποιες ἀκόμη ἑορτὲς οἱ ὁποῖες ἐπίσης συνδέονται μὲ τὴ Γέννηση τοῦ Θεανθρώπου καὶ πρέπει νὰ συμπίπτουν σὲ ὁρισμένο μετὰ ἀπὸ αὐτὴ χρόνο. Πρόκειται λοιπὸν γιὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Περιτομῆς τοῦ Κυρίου καὶ τῆς Ὑπαπαντῆς.[70]

α. Ἡ Περιτομὴ τοῦ Κυρίου.

Καὶ πρώτη ἀπ’ ὅλες ἡ Περιτομὴ τοῦ Κυρίου, κατὰ τὸν μωσαϊκὸ νόμο ἡ ὁποία τὴν μιμεῖται, τρόπον τινά, καὶ εἶναι παράλληλος πρὸς τὴν Κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ καὶ ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τύπο τῆς ὀγδόης ἡμέρας, τῆς πραγματικότητας τῶν ἐσχάτων, τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Προγευόμαστε δηλαδὴ κατ’ αὐτὴν τὶς ἄρρητες πραγματικότητες τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν, προγευόμαστε τὴν ζωὴ τῆς Ὀγδόης ἡμέρας στὴν ὁποία μπορεῖ νὰ ἐλπίζει κάθε ἄνθρωπος.[71]

Ὅπως ἡ ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου στὸν Θωμᾶ συντελεῖ στὴν ἐξακρίβωση καὶ βεβαίωση τοῦ ὑπερφυσικοῦ γεγονότος τῆς ἐκ νεκρῶν ἀναστάσεως καὶ ἀπὸ τὸν πιὸ ἀμφιβάλλοντα καὶ δυστροποῦντα μαθητή, ἔτσι καὶ ἡ ὀκταήμερος περιτομὴ καὶ ἡ κατ’ αὐτὴν ὀνοματοδοσία, ἀποτελεῖ τὴν σφραγίδα καὶ τὴν βεβαίωση τῆς τελείας ἐναθρωπίσεως τοῦ Χριστοῦ, τῆς προσλήψεως τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἀναλλοιώτως, τῆς πραγματικότητος τῆς ὑπερφυσικῆς σαρκώσεως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἐντάξεώς Του διὰ τοῦ σημείου τῆς περιτομῆς στὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ὑπαγωγῆς Του στὸ Νόμο. Ἡ ὀγδόη ἐκείνη ἡμέρα διὰ τῆς ἐμφανίσεως καὶ παρουσίας τοῦ ἀναστάντος ἐν τῷ μέσῳ τῶν μαθητῶν Του γίνεται τύπος τῆς ὀγδοάδος τοῦ μέλλοντος αἰῶνος καὶ τῆς κατ’ αὐτὴν ἀδιαλείπτου παρουσίας καὶ ἀπολαύσεως τοῦ Χριστοῦ. Καὶ αὐτὴ ἡ ὀγδόη ἀπὸ τῆς γεννήσεως ἡμέρα «εἰκονίζει» κατὰ τοὺς ἱεροὺς ὑμνογράφους, «τὴν τοῦ μέλλοντος ἄληκτον ζωήν», «φέρει τύπον τοῦ μέλλοντος», λόγῳ ἀκριβῶς τῆς ἐπισήμου παρουσίας ἐν σαρκὶ τοῦ Χριστοῦ μεταξὺ τοῦ λαοῦ Του καὶ μεταξὺ τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων.[72]

Ἡ Περιτομὴ τοῦ Κυρίου ὁρίσθηκε ὀκτὼ ἡμέρες μετὰ τὴν Γέννηση τοῦ Κυρίου, δηλαδὴ τὴν 1η Ἰανουαρίου. Εἰσήχθη στὴν Ἀνατολὴ τὴν 5η ἑκατονταετηρίδα καὶ μεταδόθηκε στὴν Δύση στὴν 6η.

Ἡ 1η Ἰανουαρίου ἦταν ἡ ἀρχὴ τοῦ ῥωμαϊκοῦ ἔτους καὶ ἑορταζόταν μὲ χοροὺς καὶ μεταμφιέσεις, συνέβαιναν δὲ κατ’ αὐτὴν ποικίλες παρεκτροπές. Ἡ Ἐκκλησία, γιὰ νὰ ἀπομακρύνει ἀπὸ ἐκεῖ τοὺς χριστιανούς, τὴν εἶχε καταστήσει, ἀπὸ τὴν 4η ἑκατονταετηρίδα, ἡμέρα μετανοίας, νηστείας καὶ προσευχῆς. Ἡ εἰσαγωγὴ τῆς περιτομῆς τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ἑορτῆς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ἡ ὁποία ἀναφέρεται ἀπὸ τὸν Κρήτης Ἀνδρέα τὴν 8η ἑκατονταετηρίδα καὶ ἡ ὑποχώρηση τῶν προαναφερθέντων ἑορτῶν, ἔθεσαν τέρμα στὴν πένθιμη ἀντίληψη αὐτῆς τῆς ἡμέρας.[73] Ἡ ἑορτὴ ὅμως τῆς Περιτομῆς μαρτυρεῖται ἤδη ἀπὸ τὸν 5ο αἰῶνα σὲ ὁμιλία τοῦ Κπόλεως Πρόκλου (434-438) «εἰς τὴν περιτομὴν τοῦ Χριστοῦ» (PG 65, 837)[74].

 

β. Ὑπαπαντή (Festum purificationis Mariae).

Ἡ ἑορταστικὴ μεθέορτος τῶν Χριστουγέννων περίοδος συνεχίζεται καὶ μετὰ τὴν Περιτομή. Παρεμβάλλεται ἡ ἑορτὴ τῶν Θεοφανείων μὲ τὰ προεόρτια καὶ μεθέορτά της, ποὺ παρατείνονται μέχρι τῆς 14ης Ἰανουαρίου γιὰ νὰ ἀρχίσει ἀπὸ τὴν ἑπόμενη ἡμέρα, τὴν 15η, μιὰ νέα προεόρτιος περίοδος, ποὺ εἰσάγει τὴν ἑορτὴ τῆς τεσσαρακοστῆς ἀπὸ τῆς γεννήσεως ἡμέρας, τὴν ἑορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς τῆς 2ας Φεβρουαρίου. Εἶναι ἡ κατακλεῖδα τῶν ἑορτῶν τῶν Χριστουγέννων, ἡ ἀπόδοσή τους κατὰ τέτοιο τρόπο, τὸ παράλληλο τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναλήψεως, τῆς τεσσαρακοστῆς ἀπὸ τὸ Πάσχα ἡμέρας.[75]

Ἡ ἑορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς ἑορταζόταν στὰ Ἱεροσόλυμα, κατὰ τὸ Ὁδοιπορικὸν τῆς Αἰθερίας (κεφ. 26), τὴν τεσσαρακοστὴ ἡμέρα μετὰ τὴν ἑορτὴ τῶν Ἐπιφανείων (6 Ἰανουαρίου) καὶ συνδεόταν μὲ τὴν παράσταση τοῦ Χριστοῦ στὸ Ναό. Ἡ ἑορτὴ προσαρμόσθηκε στὸ νέο ὑπολογισμὸ μὲ ἀφετηρία τὴν ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων (25 Δεκεμβρίου) καὶ διαδόθηκε σὲ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία ὡς δεσποτικὴ κατ’ ἀρχάς, ἀργότερα δὲ καὶ ὡς θεομητορικὴ ἑορτή (2 Φεβρουαρίου).[76]

Σύμφωνα μὲ τὸν Μωσαϊκὸ νόμο, αὐτὴ ποὺ γεννοῦσε ἀρσενικὸ παιδὶ ἦταν αὐστηρὰ ἀκάθαρτη γιὰ ἑπτὰ ἡμέρες καί, μετὰ τὴν περιτομὴ τῆς ἀκροβυστίας τοῦ παιδιοῦ, ἡ ὁποία γινόταν τὴν ὀγδόη ἡμέρα ἀπὸ τὴ γέννησή του, παρέμενε ἀκάθαρτη γιὰ τριάντα τρεῖς ἀκόμη ἡμέρες. Κατὰ τὸ 40ήμερο αὐτὸ διάστημα δὲν ἐπιτρεπόταν νὰ ἀκουμπήσει κάτι ἅγιο οὔτε νὰ εἰσέλθει στὸ Ναό. Μετὰ τὴ συμπλήρωση τοῦ χρόνου αὐτοῦ τοῦ καθαρισμοῦ, ὥφειλε νὰ προσφέρει ἐξιλαστήριο θυσία διὰ τῶν ἱερέων στὸ Ναό (Ἐξ. ιβ΄ 1-8). Τὸ γράμμα τοῦ Νόμου ἐκπλήρωσαν καὶ ὁ Ἰωσὴφ μὲ τὴν Μαρία, ἀφοῦ ἀνῆλθαν κατὰ τὸν Εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ στὸ Ναὸ τὴν 40ὴ ἡμέρα καὶ προσέφεραν τὴν θυσία.

Ὅταν εἰσέρχονταν στὸν περίβολο τοῦ Ναοῦ τοὺς ὑπάντησε ὁ Συμεὼν ὑποκινηθεὶς διὰ τοῦ Ἁγ.Πνεύματος, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ πέθαινε σύμφωνα μὲ ἀποκάλυψη ποὺ εἶχε γίνει σ’ αὐτὸν «πρὶν ἢ ἴδῃ τὸν Χριστὸν Κυρίου». Τὸν πῆρε στὰ χέρια του καὶ δοξολόγησε τὸν Θεὸ μὲ τὴν γνωστὴ ᾠδὴ «Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν Σου, Δέσποτα…».

Αὐτὴ τὴν ὑπάντηση τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὸν Συμεὼν ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς.

Εἰσήχθη κατὰ πρῶτον στὴ Δύση πρὸς κατάργηση τῶν κατὰ τὶς ἀρχὲς Φεβρουαρίου τελουμένων ἐθνικῶν ἑορτῶν πρὸς τιμὴν τοῦ θεοῦ Πάνα (Luprecalia). Κατὰ τὸν Γεώργιο Κεδρηνὸ καθιερώθηκε ἡ ἑορτὴ αὐτὴ ἐπὶ Ἰουστίνου Α΄(Σύνοψις ἰστοριῶν, PG 121, 780). Κατὰ τὸν Νικηφόρο Κάλλιστο ὁ Ἰουστινιανὸς (525-565) εἶναι αὐτὸς ποὺ τὴν καθιέρωσε. Πρὶν ἀπὸ αὐτὸν ὁ Γεώργιος μοναχός, ὁ καλούμενος ἁμαρτωλός, σημειώνει ὅτι ἐπὶ Ἰουστινιανοῦ μετατέθηκε ἡ ἑορτὴ ἀπὸ τὶς 14 στὶς 2 Φεβρουαρίου.

Ἐπειδὴ ὅμως πολὺ πρὶν ἀπὸ τὸν 6ο αἰῶνα ὑπάρχουν λόγοι στὴν ἑορτὴ αὐτὴ (Ἀμφιλοχίου Ἰκονίου PG 39,44, Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, PG 77 κλπ.) εἱκάζεται ὅτι ὁ μὲν Ἰουστῖνος εἰσήγαγε τὴν ἑορτὴ στὴν Κωνσταντινούπολη, ὁ δὲ Ἰουστινιανός, ἀφοῦ ἐπικράτησε νὰ τελεῖται παντοῦ ἡ ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων στὶς 25 Δεκεμβρίου μετέφερε τὴν ἑορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς ἀπὸ τὶς 14 στὶς 2 Φεβρουαρίου καί, ἐξαιτίας τῶν συμφορῶν στὴν αὐτοκρατορία, ἰδιαιτέρως στὴ Μυσία, διέταξε νὰ ἑορτάζεται ἀπ’ ὅλες τὶς Ἐκκλησίες[77].

Ἡ ἑορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς λοιπὸν ἑορταζόταν κατὰ τὸ Ὁδοιπορικὸ τῆς Αἰθερίας, τὴν τεσσαρακοστὴ ἡμέρα ἀπὸ τὰ Ἐπιφάνεια μὲ μεγάλη ἐπισημότητα καὶ μὲ λιτανευτικὴ πομπὴ πρὸς τὴν Ἀνάσταση ὅπως τὸ Πάσχα. Κατ’ αὐτὴν γίνονταν ἐπίκαιρα κηρύγματα ἀπὸ ὅλους τοὺς πρεσβυτέρους καὶ τὸν ἐπίσκοπο, διὰ τῶν ὁποίων ἐξιστοροῦνταν μὲ κάθε λεπτομέρεια ἡ περικοπὴ ἀπὸ τὸ εὐαγγέλιο ποὺ ἐξιστοροῦσε τὴν ὅλη ὑπόθεση τῆς προσαγωγῆς τοῦ Κυρίου στὸ Ναό[78]. Χαρακτηριστικὸς μάλιστα ἦταν ὁ τρόπος τοῦ ἑορτασμοῦ στὴ Δύση, ὁ ὁποῖος διεξαγόταν μὲ λαμπαδηφορία καὶ ὀνομαζόταν ἀρχικὰ «festum calendarum siveluminum». Σύμφωνα μὲ Κύριλλο Σκυθοπολίτη τὴν λαμπαδηφορία ἔφερε καὶ στὰ Ἱεροσόλυμα ἡ Ρωμαία Ἱκελία[79].

Η ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ (ΦΩΤ.ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ) Ι.Ν.ΑΓ.ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΥΨΕΛΗΣ

Η ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ (ΦΩΤ.ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ) Ι.Ν.ΑΓ.ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΥΨΕΛΗΣ

5. Ἡ τεσσαρακονθήμερος νηστεία τῶν Χριστουγέννων.

Ἡ Τεσσαρακονθήμερος νηστεία εἶναι κατ’ ἐξοχὴν καιρὸς μετανοίας, ὅπως λέγει καὶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος (PG 53,273)[80] ἔτσι λοιπὸν ἡ νηστεία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καθιερώθηκε σὺν τῷ χρόνῳ γιὰ ἕνα καὶ μοναδικὸ σκοπό, δηλαδὴ γιὰ τὴν καλύτερη, ἀρτιώτερη καὶ πληρέστερη προαπαρασκευὴ πρὸς ἄγιο ἑορτασμὸ καὶ τοῦ «σταυρώσιμου» καὶ τοῦ «ἀναστάσιμου» Πάσχα[81]. Ἑπόμενο λοιπὸν ἦταν νὰ τὴν μιμηθεῖ καὶ σὲ αὐτὸ καὶ ἡ «χειμωνιάτικη πασχαλιά», δηλαδὴ ἡ μεγάλη Δεσποτικὴ ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων.

Στὴ Δύση ὅμως καθιερώθηκε ἀρχικῶς ἡ νηστεία – ὀλιγοήμερος βέβαια- πρὶν ἀπὸ τὴ μεγάλη ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων, ὅπως καταφαίνεται ἀπὸ ὀμιλία τοῦ ἐπισκόπου Ἀρελάτης Καισαρίου, ἡ ὁποία ἐκφωνήθηκε κατὰ τὶς πρὸ τῶν Χριστουγέννων ἡμέρες. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἱ.Αὐγουστῖνος κάνει λόγο σὲ μιὰ ἐπιστολή του (116η) γιὰ μιὰ τέτοια προπαρασκευὴ πρὸς ὑποδοχὴ τῆς ἡμέρας τῶν Χριστουγέννων. Αὐτὰ ἐπιβεβαιώνονται καὶ ἀπὸ μιὰ ἄλλη ἐπιστολὴ (τὴν 65η) τοῦ ἱ.Αὐγουστίνου ἀλλὰ καὶ ἀπὸ μιὰ Σύνοδο ποὺ συνῆλθε στὴν Σαραγόσσα τῆς Ἰσπανίας τὸ 380 διὰ τοῦ 4ου Κανόνα της. Μὲ αὐτὸν τὸν κανόνα ὁρίζεται ὡς προεόρτιος περίοδος τὸ διάστημα ἀπὸ 17 ἕως 24 Δεκεμβρίου. Καὶ ἄλλες Σύνοδοι ὅμως στὴ Δύση (ὅπως τῆς Tours τὸ 567 καὶ τῆς Macon τὸ 581) ὅρισαν πὼς μοναχοὶ καὶ λαϊκοὶ ὀφείλουν νὰ νηστεύουν πρὶν ἀπὸ τὰ Χριστούγεννα, χωρὶς ὅμως νὰ ὁρίζει χρονικὰ τὴν ἔκταση αὐτῆς τῆς περιόδου.[82]

Ὅπως λοιπὸν στὴ Δύση καθιερώθηκε πρὶν ἀπὸ τὴν ἑορτὴ τῶν Χριστοῦ Γεννῶν νηστεία καὶ ἐγκράτεια ὀλίγων ἡμέρῶν, ὡς προπαρασκευὴ εἰς τὴ Γέννηση τοῦ Σωτῆρος, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καθιερώθηκε νηστεία πρὶν ἀπὸ τὴν ἑορτὴ καὶ στὴν Ἀνατολή. Κατ’ ἀφομοίωση πρὸς τὴ νηστεία τοῦ Πάσχα ἔγινε τεσσαρακονθήμερος (τεσσαρακοστή), ἡ ὁποία σὲ πολλὲς περιοχὲς καλεῖται νηστεία τοῦ Ἁγίου Φιλίππου καθ’ ὅσον ἀρχίζει στὶς 15 Νοεμβρίου, ἑπομένη τῆς μνήμης αὐτοῦ (14 Νοεμβρίου)[83].

Ἡ ἐπέκταση τῆς νηστείας τῶν Χριστουγέννων (ὅπως καὶ τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων, οἱ ὁποῖες ἀρχικῶς ἦταν μιᾶς ἑβδομάδος)[84] ἔγινε πιθανῶς κατὰ τὴν στ΄ ἑκατονταετηρίδα ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς τῆς Συρίας καὶ τῆς Παλαιστίνης, σύμφωνα μὲ σχετικὲς νεστοριανικὲς καὶ μονοφυσιτικὲς πηγὲς αὐτῆς τῆς ἐποχῆς. Μποροῦμε ὅμως νὰ εἰκάσουμε ὅτι οἱ τεσσαρακοστὲς αὐτὲς ὑπῆρχαν καὶ στοὺς ὀρθοδόξους μοναχούς. Τὴν εἰκασία αὐτὴ στηρίζει τὸ γεγονὸς ὅτι καὶ οἱ δύο αὐτὲς τεσσαρακοστὲς ἀπαντοῦν στὴν στ΄ ἑκατονταετηρίδα στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία τῶν Βρεττανικῶν νήσων, ἡ ὁποία εἶχε μοναχικὸ χαρακτῆρα καὶ στενὲς ἐπαφὲς μὲ τὴν ὀρθόδοξο ἀνατολή.

Ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους τῆς Ἀνατολῆς περὶ τῶν δύο αὐτῶν νέων τεσσαρακοστῶν πρῶτος κάνει λόγο ὁ Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης, ἡγούμενος τῆς Μονῆς Σινᾶ κατὰ τὴν ζ΄ ἑκατονταετηρίδα, ἔπειτα ὁ Κωνσταντινουπόλεως Νικηφόρος καὶ ὁ Θεόδωρος Στουδίτης. Ὁ μὲν πρῶτος ἀντιπρόσωπος τοῦ μοναχικοῦ βίου Συρίας καὶ Αἰγύπτου οἱ δὲ δύο ἑπόμενοι τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τὸ τέλος τῆς η΄ καὶ ἀρχῶν τῆς θ΄ ἑκατονταετηρίδος.

Ὅπως κατὰ τὴν νηστεία τοῦ Πάσχα, ἔτσι καὶ κατὰ τὴν νηστεία τῶν Χριστουγέννων οἱ μοναχοὶ ἔτρωγαν μία φορὰ τὴν ἡμέρα, τὴν ἑνάτη ὧρα (=3μ.μ.) «διὰ τὴν σμικρότητα τῶν ἡμερῶν». Ἐπιτρέπονταν περίπου οἱ τροφὲς οἱ ὁποῖες καὶ σήμερα ἐπιτρέπονται. Ἂν κατὰ τὴν νηστεία τῶν Χριστουγέννων (καὶ τῶν Ἀποστόλων) συνέπιπτε ἑορτὴ κατὰ τὴν ὁποία δὲν ἀναγινώσκονταν οἱ ὧρες, ἐπιτρεπόταν ἡ κατάλυση ψαριῶν, τυριοῦ καὶ αὐγῶν. «Εἰς δὲ τὴν τεσσαρακοστὴν τῶν ἁγίων ἀποστόλων ἰχθύας καὶ τυρὸν καὶ ᾠὸν οὐκ ἐσθίομεν, πλὴν τῶν ἡμερῶν ἐν αἷς ὥραις οὐ ψάλλομεν…οὗτος τύπος καὶ τῇ τεσσαρακοστῇ τοῦ Ἁγ.Φιλίππου (Θεόδωρος Στουδίτης, PG 99, 1713). Κατὰ τὶς ἑορτάσιμες ἡμέρες αὐτὲς ἡ τροφὴ δὲν λαμβανόταν τὴν ἑνάτη ὧρα ἀλλὰ τὴν ἔκτη (μεσημέρι) καὶ τὸ ἀπόγευμα (σύμφωνα καὶ πάλι μὲ τὸν Θεόδωρο Στουδίτη). Οἱ νηστεῖες αὐτὲς σὲ τέτοια ἔνταση καὶ ἔκταση ἐπιβλήθηκαν καὶ στοὺς μὴ μοναχούς, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς, ἀλλὰ αὐτὸ ἔγινε μετὰ τὸ τέλος τῆς ιβ΄ ἑκατονταετηρίδος.[85]

 Ἤδη ὅμως ἀπὸ τὸν Ζ΄ αἰῶνα ὑπάρχουν ἀντιδράσεις γιὰ τὴ θεσμοθέτηση αὐτῶν τῶν εἰδικῶν νηστειῶν οἱ ὁποῖες σαφῶς διακρίνονται ἀπὸ τὶς καθολικὲς καὶ θεσμοθετημένες νηστεῖες τῆς Μεγ.Τεσσαρακοστῆς, τῆς Μεγ.Ἑβδομάδος καθὼς καὶ τῆς Τετάρτης καὶ Παρασκευῆς. Ὁ Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης καταγράφει καὶ προσπαθεῖ νὰ ἀντικρούσει τὶς γενικὲς ἀντιρρήσεις ὄχι μόνο τῶν ἱεραρχῶν ἢ τῶν ἁπλῶν πιστῶν ἀλλὰ καὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν μοναχῶν ὡς πρὸς τὴν καθιέρωση τῶν δύο τεσσαρακονθήμερων νηστειῶν τῶν Χριστουγέννων καὶ τῶν Ἁγ.Ἀποστόλων (Λόγος Δ΄, PG 89, 1392).

 Ἀλλὰ ἀκόμη καὶ τὸν 12ο αἰῶνα ὑπάρχει ὁ προβληματισμὸς ὡς πρὸς τὴν κανονικὴ καθιέρωση αὐτῶν τῶν νηστειῶν (στὶς ὁποῖες ἔχουν ἤδη προστεθεῖ ἡ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τῆς Μεταμορφώσεως (ποὺ συνενώθηκαν σὲ μία), τῆς Ἀποτομῆς τοῦ Ἁγ.Ἰωάννου, τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καὶ τῆς παραμονῆς τῶν Θεοφανείων), ἕξι δηλαδὴ αἰῶνες ἀπὸ τὴν ἐμφάνισή τους στοὺς μοναστικοὺς κύκλους τῆς Ἀνατολῆς.

 Πολλὲς Σύνοδοι ἀσχολήθηκαν μὲ τὸ ζήτημα, ὅπως ἡ Ἐνδημοῦσα Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως κατὰ τὴν πατριαρχία Νικολάου Γ΄ (1084-1111), ἢ ἡ συνοδικὴ συνέλευση «τῶν παρευρεθέντων ἀρχιερέων» κατὰ τὴν πατριαρχία Λουκᾶ Χρυσοβέργη (1156-1180) μὲ τὴν παρουσία Μανουὴλ Α΄ Κομνηνοῦ (1143-1180) οἱ ὁποῖες ἀπεφάνθησαν πὼς αὐτὲς οἱ νηστεῖες εἶναι νηστεῖες προαιρέσεως καὶ φυσικὰ ὄχι ὑποχρεωτικές. Γιὰ τοὺς μοναχοὺς βέβαια εἶναι ὑποχρεωτικὲς καὶ πρέπει νὰ τηροῦνται αὐστηρὰ ἐὰν μάλιστα κάτι τέτοιο ὁρίζει καὶ τὸ Κτητορικὸ Τυπικὸ τῆς Μονῆς.[86] Ἦταν ὅμως ὅλες στὴν ἐξουσία τοῦ οἰκείου Ἐπισκόπου νὰ ἀσκήσει τὴν ἐκκλησιαστικὴ οἰκονομία ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔκταση αὐτῶν τῶν νηστειῶν.

 Ὁ Θεόδωρος Βαλσαμὼν (1185-1199) ὅμως, Πατριάρχης Ἀντιοχείας, ὡς ἔγκριτος κανονολόγος, ὑπῆρξε τὸ ἐπίκεντρο τῶν ἐκκλησιαστικῶν αὐτῶν συζητήσεων καὶ ἀποφάσεων περὶ τὸ ζήτημα τῶν εἰδικῶν νηστειῶν.  Ἀπεφάνθη λοιπὸν σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν λόγιο μοναχὸ Θεόδωρο Σαρπειώτη ὁ ὁποῖος ἀσκήτευε στὸ περίφημο κατὰ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ μοναστικὸ κέντρο τοῦ Ὄρους τοῦ Αὐξεντίου, κοντὰ στὴ Χαλκηδόνα, ἀλλὰ καὶ στὸν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Μᾶρκο πὼς εἶναι ἀναγκαία ἡ νηστεία πρὶν ἀπὸ τὶς ἑορτὲς τῶν Ἁγ.Ἀποστόλων, τῶν Χριστουγέννων, τῆς Μεταμορφώσεως καὶ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ὡς πνευματικὴ προετοιμασία γιὰ τὴ θεία κοινωνία, ἀλλὰ τὴν ὅρισε σὲ μία ἑβδομάδα. Ἐξαίρεση βέβαια καὶ πάλι ἀποτελοῦν οἱ μοναχοί. Ὀφείλουν νὰ νηστεύουν περισσότερο ἐὰν τὸ ὅριζε τὸ «κτητορικὸ τυπικό» (PG 138,1001).

 Βέβαια δὲν περιορίζει τὴν κατὰ προαίρεση νηστεία τῶν πιστῶν, ἀλλὰ ἀντιθέτως ἐνθαρρύνει ποιμαντικῶς τὶς ὁποιεσδήποτε ὑπέρτακτες πνευματικὲς ἐπιδόσεις «εἰ δέ τις καὶ πλέον ἑπτὰ ἡμερῶν…νηστεύει, ἢ ἑκόντι ἢ ἀπὸ κτητορικοῦ τυπικοῦ συνωθούμενος, οὐ καταισχυνθήσεται (Ἐρωτήσεις-Ἀποκρίσεις, νγ΄. PG 138,1001)[87].

 Στὴ νηστεία αὐτὴ κατὰ τὸν αὐτὸ Πατριάρχη Ἀντιοχείας Θεόδωρο Βαλσαμῶν ἐπιτρέπεται, ἐκτὸς Τετάρτης καὶ Παρασκευῆς, μέχρι τῆς 17ης Δεκεμβρίου, κατάλυση ἰχθύος, ἀπὸ δὲ τῆς 18ης μέχρι καὶ τῆς 24ης κατάλυση οἴνου καὶ ἐλαίου.[88]

 Διχογνωμία ὅμως ὡς πρὸς τὸ εἶδος τῆς τροφῆς ποὺ ἔπρεπε νὰ λαμβάνουν οἱ πιστοὶ ἢ νὰ ἀπέχουν ὑπῆρχε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς καθιερώσεως τῆς νηστείας.[89]

 Ἀκόμη καὶ σήμερα ὑπάρχει διχογνωμία στὸ ἐὰν πρέπει οἱ μὴ μοναχοὶ νὰ ἀπέχουν τῆς ἰχθυοφαγίας ἀπὸ Δευτέρα ἕως Παρασκευὴ (δηλαδὴ Δευτέρα, Τρίτη καὶ Πέμπτη, καθ΄ὅσον ἡ Τετάρτη καὶ ἡ Παρασκευὴ εἶναι ἀναντιρρήτως νήστιμες ἡμέρες).[90]

 Εἶναι ἴσως καὶ αὐτὸ ἄλλη μία ἀπόδειξη ὅτι ἡ νηστεία αὐτή, τῶν Χριστουγέννων εἶναι προαιρετικὴ καὶ ὄχι ὑποχρεωτικὴ γιὰ τοὺς χριστιανοὺς ὄχι μόνο τῆς Ἀνατολικῆς ἀλλὰ καὶ τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας.

 

 

V. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Αὐτὴ εἶναι σὲ γενικὲς γραμμὲς ἡ ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων. Εἴδαμε ἐν συντομίᾳ, πῶς διαχωρίσθηκε -ἀρχικὰ στὴ Δύση- ἀπὸ τὴν ἑορτὴ τῶν Θεοφανείων, πῶς καθιερώθηκε προοδευτικὰ σὲ ὅλες τὶς Ἐκκλησίες τῆς Ἀνατολῆς, καὶ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο τὴν ἑώρταζαν τότε οἱ χριστιανοὶ σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση, ἀλλὰ καὶ σήμερα κατὰ τὴν ἰσχύουσα τάξη ἡ κατ’ ἀνατολὰς Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία.

 Δημιουργήθηκε βαθμηδὸν γύρω ἀπὸ αὐτὴν ἕνας ὁλόκληρος ἑορτολογικός, προεόρτιος καὶ μεθέορτος, κύκλος, ὁ ὁποῖος καταλαμβάνει τὸ ἕν πέμπτον τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους καὶ μάλιστα ἀποτελεῖ τὸν πόλο τῶν ἀκινήτων ἑορτῶν του. Ἔγινε ὄντως τὸ δεύτερο Πάσχα, ἡ πρώτη μετὰ τὴν βασιλίδα καὶ κυρία τῶν ἑορτῶν ἑορτὴ ποὺ βαθμιαῖα ἔτεινε νὰ ἐξομοιωθεῖ καὶ μιμηθεῖ ἐκείνην (ἀκόμη καὶ στὸν τρόπο τῆς νηστείας), χωρὶς ὅμως τελικὰ νὰ φθάσει καὶ στὰ μέτρα ἐκείνης[91]. Εἶναι ὁ ἑορτολογικὸς κύκλος τῶν ἀκινήτων ἑορτῶν ποὺ συστήθηκε μὲ βάση τὸ νέο ἡλιακό, ὅμως, ἡμερολόγιο, παρ’ ὅτι μὲ βάση τὸ παλαιὸ σεληνιακὸ ἡμερολόγιο ἐξακολούθησε νὰ ὑπολογίζεται ἡ μεγάλη ἑορτὴ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, τὸ Πάσχα, ὅπως εἶχε ὁρισθεῖ ἀπὸ τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο.

 Αὐτὴ εἶναι ἡ ἑορτὴ τῆς γεννήσεως τοῦ Θεανθρώπου, ἡ ἀρχὴ μιᾶς ζωῆς θεανθρώπινης, δηλαδὴ μιᾶς ζωῆς ταὐτόχρονα Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου, ἑνὸς μυστηρίου κεκρυμμένου καὶ ἀγνώστου ἀκόμη καὶ στοὺς ἀγγέλους ποὺ τώρα ἀποκαλύπτεται στὴν ἐκ Παρθένου Γέννηση τοῦ Χριστοῦ στὴ Βηθλεέμ, καὶ ἔχει ἕνα σκοπό: τὴν θέωση τοῦ ἀνθρώπου.[92] Αὐτὴ εἶναι ἡ ἑορτὴ τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποία ἔρχεται καὶ παρεμβαίνει στὸν χῶρο καὶ στὸν χρόνο ὁ ἐκτὸς χώρου καὶ χρόνου, Αὐτὸς ποὺ δημιούργησε τὸν χῶρο καὶ τὸν χρόνο.

Η ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΗ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ (ΔΗΜ.ΠΕΛΕΚΑΣΗ). ΕΚ ΤΟΥ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙΟΥ (ΤΕΜΠΛΟΥ) Ι.Ν.ΑΓ.ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΥΨΕΛΗΣ

Η ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΗ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ (ΔΗΜ.ΠΕΛΕΚΑΣΗ). ΕΚ ΤΟΥ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙΟΥ (ΤΕΜΠΛΟΥ) Ι.Ν.ΑΓ.ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΥΨΕΛΗΣ

[1] Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου, νῦν Μητρ. Ναυπάκτου, Οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές, Ἐκδ. Ἱ.Μ.Γενεθλίου Θεοτόκου (Πελαγίας) Ἐκδ. Α΄ 1995, σελ. 39-63.

[2] Γ.Β.Μαυρομάτη, Τὰ Χριστούγεννα, Ἐκδ. Τέρτιος, Κατερίνη 1987, σελ. 63-94.

[3] Γιανναρᾶ Χρ., Ἡ πρόσκληση τῆς γιορτῆς, στὴ Νεοελληνικὴ ταυτότητα, Ἐκδ. Γρηγόρη, Ἀθήνα 1978, σελ. 220-221.

[4] Γεωργίου Πατρώνου, Ἡ Ἱστορικὴ πορεία τοῦ Ἰησοῦ, Ἐκδ. Δόμος, Ἀθ. 1991, σελ. 129.

[5] Ἰω.Μ.Φουντούλη, Λογικὴ Λατρεία, Ἐκδ. Ἀποστ. Διακονία Έκκλ. Ἑλλάδος, Ἐκδ. Β΄ 1984, σελ. 329.

[6] Γ., Ἐκκλησιαστικὴ Ἀλήθεια, περ. Α 4 (1883-4) σελ. 169 σημ. 4, 5 καὶ 6

[7] Στὰ Ἱεροσόλυμα ἑόρταζαν κατ’ αὐτὴν τὴν ἡμέρα τὴν γέννηση τοῦ Κυρίου μὲ τὴν προσκύνηση τῶν ποιμένων καὶ τῶν μάγων. Στὴν Αἴγυπτο ὅπως σημ. παρακάτω, συνεορταζόταν ἡ βάπτιση καὶ ἡ γέννηση. Στὴν Κύπρο κατὰ μαρτυρία τοῦ Ἁγ. Ἐπιφανίου προσετίθετο καὶ ὁ Γάμος τῆς Κανᾶ, τὸ πρῶτο θαῦμα ποὺ ἐπετέλεσε ὁ Κύριος. Πιθανὸν καὶ τὰ τρία γεγονότα συνεορτάζονταν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὡς τὰ τρία πρῶτα σημεῖα τῆς ἐπιφανείας τοῦ Κυρίου, ἴσως ὅμως καὶ νὰ πρόκειται περὶ διαφόρων κατὰ τόπους λειτουργικῶν παραδόσεων συγκερασθεισῶν βραδύτερον εἰς κοινὴν ἑορτή (Ι.Μ.Φουντούλη, λ. «Θεοφάνεια», ΘΗΕ, Αθ. 1967, τ. 6ος, στ. 361).

[8] Ἀρχ. Βασ. Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, Ἐκδ. Ἀστὴρ-Παπαδημητρίου, Ἀθ. 1990, Ἐκδ. 5η, σελ. 116.

[9] Αὐτόθι.

[10] Σεραφεὶμ Παπαπαϊσίου, Ἡ ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων ὑπὸ ἱστορικὴν ἔποψιν, Ἐκκλησιαστικὴ Ἀλήθεια, 20 (1900) σ. 550-551.

[11] Γ.Γ.Μπεκατῶρος, λ. «Χριστούγεννα», ΘΗΕ, Ἀθήνα 1967, τ. 12, στ. 351.

[12] Ι.Μ.Φουντούλη, Λογικὴ λατρεία, σελ. 329.

[13] Ἀρχ. Ἰακώβου Βατοπεδινοῦ, Βραχεία Ἱστορικὴ Μελέτη περὶ τῆς ἑορτῆς τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, Ἐκκλ. Ἀλήθεια περ. Β΄ 18 (1898) σελ. 23.

[14]Ἀρχ. Ἰακ. Βατοπεδινοῦ, ὅπου παραπάνω, σελ. 25.

[15] ἢ τὸ 360 κατὰ Β.Ἀ. Μυστακίδη, Τὰ Χριστούγεννα, ἡ πρώτη τοῦ νέου ἔτους καὶ τὰ Θεοφάνεια, Ἐκκλ. Ἀλήθεια, περ. Β 14 (1894-95) σελ. 351.

[16] Ἀρχ. Βασ. Στεφανίδου, ὅπου παραπάνω, σελ. 116.

[17] Στὴν ἐπανεισαγωγὴ τῆς ἐθνικῆς καὶ εἰδωλολατρικῆς αὐτῆς ἑορτῆς συνετέλεσε τὰ μέγιστα Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης (361-363). Ἀνασυνέστησε τὴν ἑορτὴ τοῦ φυσικοῦ ἡλίου ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν νοητὸ Ἥλιο τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὴν ἑόρταζε μὲ μεγάλες καὶ πανηγυρικὲς ἐκδηλώσεις προσπαθώντας νὰ προσελκύσει χριστιανοὺς στὴν παλαιὰ θρησκεία. Ἡ ἑορτὴ αὐτὴ ἐτελεῖτο κατὰ τὸ χρόνο τῆς μετάβασης τοῦ ἥλιου ἀπὸ τὸ χειμῶνα στὴν ἄνοιξη καὶ προσωποποιεῖτο μὲ τὸ ἄγαλμα ἑνὸς νεαροῦ ἄνδρα, ὁ ὁποῖος διατρυποῦσε ἕναν ταῦρο μὲ λόγχη. Δίπλα στὸν ταῦρο βρισκόταν ἕνας σκῦλος ὁ ὁποῖος ἔπινε τὸ αἷμα ποὺ ἔῤῥεε ἀπὸ τὴν πληγὴ τοῦ ταύρου. Ἀκόμη δίπλα στὸν ταῦρο βρισκόταν καὶ ἕνα ναρκωμένο φίδι. Ὁ νεαρὸς ἄνδρας παρίστανε τὸν ἥλιο, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τὸν μῆνα Δεκέμβριο μεταβαίνει στὸ ζώδιο τοῦ ταύρου. Τὸ αἷμα εἰκονίζει τὴν βροχή, ἡ ὁποία πέφτει ἄφθονη τὴν περίοδο τῆς ἄνοιξης. Ὁ σκῦλος καταπίνοντας τὸ αἷμα σήμαινε τὴ γῆ, ἡ ὁποία καταπίνει τὴ βροχή. Τὸ δὲ ναρκωμένο φίδι σήμαινε τὸ χειμῶνα, ὁ ὁποῖος ὅμως ἔχει χάσει τὴ δύναμή του, (Παπαπαϊσίου Σεραφείμ, ὅπου παραπάνω, σελ. 551).

[18] M.P.Nilson Ἰστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Θρησκείας, Ἐκδ. Παπαδῆμα, Ἀθ. 1993, σελ. 39.

[19] Β. Ἀ. Μυστακίδη, ὅπου παραπάνω, σελ. 350.

[20] Καὶ ἀπὸ τοὺς Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀποκαλεῖται καὶ χαρακτηρίζεται ὁ Μεσσίας Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης, (πρβλ. Μαλ. 4, 1-3). Ὁ Θεὸς ἀποκαλεῖται Ἥλιος (Ψαλμ. 84,11). Εἶναι ἡ πηγὴ τοῦ φωτὸς ποὺ δίδει τὸ ὄνομα αὐτὸ στὸν Υἱό Του καὶ ὁ ὁποῖος φέρνει τὸ φῶς σὲ μιὰ χῶρα σκότους καὶ σκιὰ θανάτου (Ἡσ. 9,2 καὶ 42,6-7 πρβλ. καὶ Λουκ. 1,76-79) (π.Thomas Hopko, Χειμωνιάτικη Πασχαλιά, Ἐκδ. Ἀκρίτας, Ἀθ. 1994, σελ. 175-176).

[21] Ἰ. Μ. Φουντούλη, Λογικὴ λατρεία, σελ. 329-330.

[22] Ἀρχ. Ἰακ.Βατοπεδινοῦ, ὅπου παραπάνω, σελ. 25.

[23] Β.Ἀ.Μυστακίδη, ὅπου παραπάνω, σελ. 342 καὶ σημ. 9.

[24] Ἰ.Μ.Φουντούλη, Λογικὴ λατρεία σελ 329-330.

[25] Ἡ ὁριστικὴ ἐπικράτηση τῆς ἑορτῆς στὴν Κ/πολη ὀφείλεται στὸν Ἅγ.Ἰω. Χρυσόστομο ὅπως συμπεραίνουμε ἀπὸ ἐπιστολὴ τοῦ Ἰακώβου Ἑδέσσης (+708), στὴν ὁποία ἀναφέρεται πὼς ἡ ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων εἰσήχθη στὴν Κ/πολη ἐπὶ Αὐτοκράτορος Ἀρκαδίου (395-408) καὶ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἰωάννου Χρυσοστόμου. Τὴν πληροφορία αὐτὴ ἐπιβεβαιώνει καὶ τὸ Συναξάριο τῆς Κ/πολεως, στὸ ὁποῖο λέγεται πὼς «ἡ ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων ἀπήρξατο ἀπ’ αὐτοῦ τελεῖσθαι» {Synaxarium Constantinopolitanum, Acta Sanctorum Novembris Propylaeum σ.313} Ἀρχιεπ. Ἀθηνῶν Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, Ἡ ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων ἐν τῇ Ἐκκλησία Ἱεροσολύμων, Ν. Σιὼν 33 (1938), σ.7) (Κατὰ τὸν Ἀρχ.Ἰακ. Βατοπεδινὸ ὅμως ἡ ὁριστικὴ ἐπικράτηση τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων στὴν Κ/πολη ὀφείλεται στὸν Αὐτοκράτορα Θεοδόσιο περίπου στὶς ἀρχὲς τοῦ ε’ αἰῶνα ὅπου παραπάνω, σελ.25).

[26] Οἱ Εὐσταθιανοὶ ἦσαν κάποιοι αἱρετικοὶ οἱ ὁποῖοι ἀπεσχίσθησαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τὸν 4ο αἰῶνα ὑπὸ τὸν πρεσβύτερο Εὐστάθιο μαθητὴ τοῦ Ἀρείου στὴν Ἀλεξάνδρεια. Στοὺς ὁπαδούς του ἐπέβαλλε ἰδιότυπο καὶ αὐστηρὸ μοναχισμὸ καὶ ὁ ἴδιος διεκατείχετο ἀπὸ ἔντονες ἐνθουσιαστικὲς τάσεις. Τοὺς Εὐσταθιανοὺς κατεδίκασε ἡ ἐν Γάγγρᾳ τῆς Παφλαγονίας τοπικὴ Σύνοδος διὰ τῆς θεσπίσεως 20 κανόνων. (Βλ. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστικὴ Ἰστορία, Ἀθήνα 1994, τ. Α΄, σελ. 940-943).

[27] Βλ. Φειδᾶ, ὅπου παραπάνω, σελ. 917.

[28] Ἀρχ. Ἰακώβου Ἀρχατζικάκη, Περὶ τῆς ἑορτῆς τῆς τοῦ Χριστοῦ Γεννήσεως, Ν. Σιὼν 10 (1910) σελ. 52-53.

[29] Πρβλ.προηγ.σημ.23.

[30] Ἀρχιεπ. Ἀθηνῶν Χρυσ. Παπαδοπούλου, ὅπου παραπάνω, σελ. 7-8.

[31] Κατὰ τὴν ἑορτὴ τῶν Καλανδῶν οἱ Ρωμαῖοι ἑόρταζαν τὴν σωτηρία τῆς Ρώμης ἀπὸ πείνα σὲ καιρὸ πολέμου. Τρεῖς ἀδελφοί, ὁ Καλάνδος, ὁ Νόννος καὶ ὁ Εἰδὸς ἔθρεψαν τοὺς πολίτες, ὁ μὲν Καλάνδος γιὰ 12, ὁ Νόννος 10 καὶ ὁ Εἰδὸς 8. Ἕτσι οἱ 12 πρῶτες ἡμέρες τοῦ ἔτους ὀνομάζονταν Καλάνδες, οἱ 10 ἑπόμενες Νόννες καὶ οἱ ὑπόλοιπες 8 Εἰδοῦς, ἀπὸ τοῦ Εἰδοῦ. Κατ’ αὐτὲς τὶς ἑορτὲς ἑόρταζαν μὲ χορούς, παιγνίδια, ἰστορίες καὶ πολλὰ τραγούδια. Τὴν ἑορτὴ αὐτὴ τῶν καλανδῶν ὅπως καὶ κάποιες ἄλλες κατεδίκασε ἡ Ἐκκλησία κατὰ τὴν ἐν Τρούλλῳ Σύνοδο διὰ τοῦ ΞΒ’ κανόνα, «τὰς οὕτω λεγομένας καλάνδας, καὶ τὰ λεγόμενα βοτά, καὶ τὰ καλούμενα βρουμάλια, καὶ τὴν ἐν τῇ πρώτῃ τοῦ Μαρτίου ἐπιτελουμένην πανήγυριν, καθάπαξ ἐκ τῆς τῶν πιστῶν πολιτείας περιαιρεθῆναι βουλόμεθα…» (Ἀγαπίου Ἱερομονάχου, Νικοδήμου Μοναχοῦ, Πηδάλιον, Ἐκδ. Ἀστὴρ – Παπαδημητρίου, Ἀθήνα 1982, σελ. 275-276).

[32] Ἀρχιεπ.Ἀθηνῶν Χρυσοστ.Παπαδοπούλου, ὅπου παραπάνω, σ.5.

[33] Ἀρχιεπ. Ἀθηνῶν Χρυσοστ. Παπαδοπούλου, ὅπου παραπάνω, σελ. 113-119.

[34] Ἀρχ.Βασ. Στεφανίδου, ὅπου παραπάνω, σελ. 314.

[35] Ἀρχιεπ.Ἀθηνῶν Χρυσοστ. Παπαδοπούλου, ὅπου παραπάνω, σελ. 117.

[36] Ἰ.Μ.Φουντούλη, Λογικὴ Λατρεία, ὅπου παραπάνω, σελ. 328-329

[37] π.Thomas Hopko, ὅπου παραπάνω, σελ. 15-20.

[38] Τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ Τυπικὸν τῆς Μεγάλης τοῦ Χρ. Ἐκκλησίας ψάλλεται σήμερα ὡς Εἰσοδικὸν τὴν κυριώνυμο ἡμέρα τῶν Θεοφανείων (Γ. Βιολάκη, Τυπικὸν τῆς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, Ἐκδ. Σαλίβερος, ἄνευ ἔτους ἐκδόσεως, σελ. 145).

[39] Π.Ν.Τρεμπέλα, Λειτουργικοὶ τύποι Αἰγύπτου καὶ Ἀνατολῆς, Ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας Ἐκκλ. Ἑλλάδος, Ἀθ. 1961, σελ. 305.

[40] «φῶτα» καλεῖ καὶ τὴν ἑορτὴ τῶν Ἐγκαινίων τοῦ Ναοῦ τῶν Ἱεροσολύμων ὁ Ἰώσηπος, εὑρισκόμενος πλησιέστερα πρὸς τὴν ἔννοια τῆς λέξης chanukka. Κατ’ αὐτὴν φωταγωγοῦσαν τὰ σπίτια καὶ τὶς Συναγωγὲς (Β. Βέλλα, Ἑβρ.Ἀρχαιολογία, Ἐκδ. Ἀποστ.Διακονίας Ἐκκλ. Ἑλλάδος, Ἀθ. 1984, σελ. 215-216 καὶ σημ. 4 σελ. 215). Φῶτα ἄναβαν καὶ κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Σκηνοπηγίας (Sukkoth), ἡ ὁποία ἐλάμβανε χῶρα κατὰ τὴν καμπὴ τοῦ  ἔτους, τὴν 15η τοῦ μηνὸς Tirsi  ὁ ὁποῖος ἀντιστοιχοῦσε στὸ δικό μας μῆνα Σεπτέμβριο-Ὀκτώβριο, δηλαδὴ στὴν ἀρχὴ τοῦ ἔτους. Τὰ φῶτα αὐτὰ συμβόλιζαν τὸ νέο φῶς ποὺ παρακαλοῦσαν τὸν Θεὸ νὰ χαρίσει στοὺς ἀνθρώπους κατὰ τὸ ἐπικείμενο νέο ἔτος. Ἀλλὰ καὶ νερὸ εὐλογοῦσαν, τὸ ὁποῖο ἀντλοῦσαν ἀπὸ τὴν πηγὴ τοῦ Σιλωὰμ ἀφοῦ εἶχαν ἀναγνώσει τὴν προφητεία τοῦ Ἡσαΐα 12,3 ἑξ., τὴν ὁποία καὶ ἐμεῖς ἀναγινώσκουμε κατὰ τὸ Μ. Ἁγιασμό. Αὐτὸ τὸ νερὸ χυνόταν ἀπὸ τὸν Ἀρχιερέα στὴ βάση τοῦ θυσιαστηρίου τῶν ὁλοκαυτωμάτων καὶ εἶχε ἐπίσης συμβολικὸ χαρακτῆρα, νὰ ἀποστείλει ὁ Θεὸς τὴν φθινοπωρινὴ βροχή, ὥστε νὰ γίνει τὸ ἔδαφος καλλιεργήσιμο (Β. Βέλλα, ὅπου παραπάνω, σελ. 199-202). Γιὰ τὸν ῥαντισμὸ τοῦ νεροῦ μάλιστα χρησιμοποιοῦσαν κλωνάρια ἀπὸ τὸ φυτὸ ὕσσωπο, «ῥαντιεῖς με ὑσσώπῳ καὶ καθαρισθήσομαι», (Ψαλμ. 50,9) (Ἀρχ.Βας.Στεφανίδου, ὅπου παραπάνω, σελ.121). Τὸ νερὸ ὅμως ἔχει συσχετισθεῖ καὶ μὲ πλῆθος παραδόσεων καὶ δεισιδαιμόνων δοξασιῶν καὶ στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα. Κατὰ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες ἐνίσχυε τὸν ὅρκο τὸν ὁποῖο ἔκρινε καὶ δικαίωνε ἢ τιμωροῦσε. Στὴν ἀρχαία μάλιστα Ἑλληνικὴ λατρεία δὲν εἶναι ἄγνωστη ἡ λατρεία τοῦ νεροῦ σὲ ποτάμια, πηγές, βρύσες κτλ. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἔθιμο τῶν θυσιῶν καὶ δώρων τὰ ὁποῖα ἔριχναν στὸ νερό (Β. Μουστάκη, «λ. ὕδωρ», ΘΗΕ, Ἀθ. 1967, τ. 11, στ. 930).

[41] Ἀρχ.Βασ. Στεφανίδου, ὅπου παραπάνω, σελ. 116-117.

[42] Αὐτόθι.

[43] Γ., Ἡ πρώτη ἑορτὴ (Χριστούγεννα), Ἐκκλ. Ἀλήθεια, περ. Α΄ 4 (1883-4), σελ. 169.

[44] Κατὰ τὸν Baumstark, Π.Ν.Τρεμπέλα, ὅπου παραπάνω, σελ. 305, σημ. 21.

[45] Ἀρχ.Ἰακ.Ἀρχατζικάκη, ὅπου παραπάνω, σελ. 57.

[46] Μὲ αὐτὲς τὶς περικοπὲς καταδεικνύει ἡ Ἐκκλησία ὅτι ὁ Ἰησοῦς ὄντας Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καθὼς μαρτυροῦν ὅλα τὰ Εὐαγγέλια, ἔχει ἔλθει ἐν σαρκί, ὡς πραγματικὴ ἀνθρώπινη ὕπαρξη, γεγονὸς ποὺ ἰδιατέρως ἀμφισβητεῖτο τὴν ἐποχὴ ἐκείνη. Ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶναι ἕνα εἶδος οὐρανίου πνεύματος, ἀλλὰ ἕνα ἀληθινὸ ὄν. Εἶναι αὐτὸς ποὺ ἐκπληρώνει τὴν ὑπόσχεση στὸν Ἀβραὰμ καὶ στὸν βασιλέα Δαβίδ (π. Thomas Hopko, ὅπου παραπάνω, σελ. 101-105).

[47] Ἐμπλουτίσθηκε μὲ τὸν ἑορτασμὸ τῶν ἁγίων αὐτῶν ἀνθρώπων τῆς πίστεως καὶ τῶν ὁραμάτων ποὺ προφήτευσαν τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ. Τὰ ὁράματα αὐτὰ ταυτίζονται πλέον ξεκάθαρα μὲ τὴ βασιλεία τοῦ Μεσσία-Χριστοῦ, ποὺ εἶναι ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὴ Ναζαρέτ (π.Thomas Hopko, ὅπου παραπάνω, σελ. 76-78).

[48] Ἰ.Μ.Φουντούλη, Λογ. Λατρεία, ὅπου παραπάνω, σελ. 331-333.

[49] π. Thomas Hopko, ὅπου παραπάνω, σελ. 29-32.

[50] Ἀρχιμ.Ἰακώβου Ἀρχατζικάκη, ὅπου παραπάνω, σελ. 53-55.

[51] Ἰ.Μ.Φουντούλη, λ. «Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου», ΘΗΕ, Ἀθ. 1967, τ. 5ος, στ. 980.

[52] Σεραφεὶμ Παπαπαϊσίου, ὅπου παραπάνω, σελ. 551.

[53] Ἰ.Μ.Φουντούλη Λογ. Λατρεία, σελ. 350.

[54] Ἀρχιεπ.Ἀθηνῶν, Χρυσοστ. Παπαδοπούλου, ὅπου παραπάνω, σελ. 126-128.

[55] Ἀρχ.Βασ.Στεφανίδου, ὅπου παραπάνω, σελ. 317.

[56] Ἀρχ.Βασ.Στεφανίδου, ὅπου παραπάνω, σελ. 313.

[57] Ἰ.Μ.Φουντούλη, λ. «Θεοφάνεια», ΘΗΕ, Ἀθ. 1967, τ. 6ος, στ. 361.

[58] Σεραφεὶμ Παπαπαϊσίου, ὅπου παραπάνω, σελ. 551-552.

[59] Ἰ.Μ.Φουντούλη, Λογ. Λατρεία, ὅπου παραπάνω, σελ. 333.

[60] Ὁ κανόνας αὐτὸς ἐποιήθη σὲ λόγο πεζό, ὑπὸ τοῦ Ἁγ.Κοσμᾶ, Ἐπισκόπου Μαϊουμᾶ. Ὁ Εἱρμὸς τῆς πρώτης ᾠδῆς εἶναι ἐμπνευσμένος ἀπὸ τὸ προοίμιο τῆς ὁμιλίας τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ – Θεολόγου στὴν ἑορτὴ τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου. Ἔχει ὅμως ἐμπνευσθεῖ καὶ ἀπὸ λόγους ἄλλων πατέρων γιὰ τὴ σύνταξη τοῦ ὅλου κανόνος, ὅπως τοῦ ἱ.Χρυσοστόμου, τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, δηλαδὴ τὸν Προφ.Ἡσαΐα, τὸν Προφ.Δαβίδ, τὸν Προφ. Ἀββακούμ, τὸ βιβλίο τῶν Ἀριθμῶν, τὸν Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη καθὼς καὶ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο. Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἅγ.Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ ποιητὴς τοῦ δευτέρου κανόνος ποὺ εἶναι γραμμένος σὲ ἰαμβικὸ μέτρο, ἔχει τὶς ἴδιες πηγές, τὶς ὁποῖες ὅμως χρησιμοποιεῖ πιὸ περίτεχνα. (Γ., ὅπου παραπάνω, σελ. 169-170 καὶ Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Ἑορτοδρόμιον, Ἐκδ. Κυψέλη, Θεσ/κη 1987, τ. Α΄ σελ. 143-332).

[61] Γ.Γ.Μπεκατώρου, λ. «Χριστούγεννα», ΘΗΕ, ὅπου παραπάνω, στ. 352.

[62] Ἰ.Μ.Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, Ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας Ἐκκλ. Ἑλλάδος, Ἐκδ. δ΄, τ.Β΄, σελ. 17-18.

[63] Ἰ.Μ.Φουντούλη, Λογ. Λατρεία, ὅπου παραπάνω, σελ. 334.

[64] Γ.Γ.Μπεκατώρου, λ. «Χριστούγεννα», ΘΗΕ, ὅπου παραπάνω, στ. 352-354.

[65] Ἡμέρες νηστείας, στὶς ὁποῖες ἐξ ἔθους ἢ ἀπὸ κτητορικοῦ τυπικοῦ ἔχει προστεθεῖ γιὰ τοὺς μοναχοὺς καὶ ἡ νηστεία τῆς Δευτέρας [ὅπως π.χ. σύμφωνα μὲ τὸ Τυπικὸ τοῦ Ἁγ. Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου (Ἀλ.Δημητριέφσκι, ΤΥΠΙΚΑ, Κίεβο 1895, τ.Α΄ σελ. 252)].

[66] Ἁγιορείτικον Τυπικὸν τῆς Ἐκκλ.Ἀκολουθίας, Ἱ.Κ.Εὐαγγελισμός, Ἅγ.Ὄρος, Ἐκδ. Καστανιώτη, Ἀθ.1995, σελ. 158-159.

[67] Γ.Γ.Μπεκατῶρος, λ. «Χριστούγεννα», ΘΗΕ, ὅπου παραπάνω, στ. 352.

[68] Ἰ.Μ.Φουντούλη, ἀπαντήσεις…, ὅπου παραπάνω, σελ. 18-19.

[69] Ἰ.Μ.Φουντούλη, Λογ.Λατρεία, ὅπου παραπάνω, σελ. 339.

[70] Ἀρχιμ. Ἰακώβου Ἀρχατζικάκη, ὅπου παραπάνω, σελ. 53-55.

[71] Χρ.Γιανναρᾶ, «Τὸ μυστήριο τῆς ὀγδόης ἡμέρας» στὸ Προνόμιο τῆς ἀπελπισίας, Ἐκδ. Γρηγόρη, Ἀθ. 1983, β΄ ἐκδ., σελ. 200-205.

[72] Ἰ.Μ.Φουντούλη, Λογ. Λατρεία, ὅπου παραπάνω, σελ. 339-340.

[73] Ἀρχ.Βασ. Στεφανίδου, ὅπου παραπάνω, σελ. 314 & Β.Α.Μυστακίδη, ὅπου παραπάνω, σελ. 404-405, πρβλ. καὶ Ἰ.Μ.Φουντούλη, Λογ. Λατρεία, ὅπου παραπάνω, σελ. 349.

[74]Βλ. Φειδᾶ, ὅπου παραπάνω, σελ. 918.

[75] Ἰ.Μ.Φουντούλη, Λογ. Λατρεία, ὅπου παραπάνω, σελ. 340.

[76] Βλ.Φειδᾶ, ὅπου παραπάνω, σελ. 918-919.

[77] Γ.Γ.Μπεκατώρου, λ. «Ὑπαπαντή», ΘΗΕ, Ἀθ. 1967, τ. 11ος, στ. 952-953.

[78] Π.Ν.Τρεμπέλα, ὅπου παραπάνω, σελ. 306.

[79] Ἀρχιεπ.Ἀθηνῶν Χρυσοστ. Παπαδοπούλου, ὅπου παραπάνω, σελ. 117-118.

[80] Κ.Καλλινίκου, Ὁ Χριστιανικὸς Ναὸς καὶ τὰ τελούμενα ἐν αὐτῷ, Ἐκδ. «Ἔκθεσις Χριστιανικοῦ Βιβλίου», Ἀθ. 1958, σελ. 468.

[81] Ε.Θεοδώρου, Ἡ μορφωτικὴ ἀξία τοῦ ἰσχύοντος Τριῳδίου, Ἀθ. 1986, σελ. 25.

[82] Ἀρχιμ. Ἰακώβου Ἀρχατζικάκη, ὅπου παραπάνω, σελ. 53-55.

[83] Γ.Γ.Μπεκατῶρος, λ. «Χριστούγεννα», ΘΗΕ, ὅπου παραπάνω, στ. 352.

[84] Πρῶτος ὁ Μ. Ἀθανάσιος ἀναφέρει νηστεία μιᾶς ἑβδομάδος μετὰ τὴν Πεντηκοστὴ στὸν «περὶ φυγῆς» λόγο του.  Ἀλλὰ καὶ οἱ Ἀποστολικὲς Διαταγὲς ἀναφέρονται σὲ αὐτὴν τὴν νηστεία τὴν ὁποία ὁρίζουν ἐπίσης σὲ μιᾶς ἑβδομάδος. Καθιερώθηκε μάλιστα πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς ἑορτῆς τῶν Ἁγ.Ἀποστόλων στὶς 29 Ἰουνίου καὶ ἦταν ἀφιερωμένη σὲ αὐτοὺς καθ΄ ὅσον ἄρχισαν τὸ κήρυγμα μετὰ τὴν Πεντηκοστή. Ὁ λόγος δὲ διὰ τὸν ὁποῖο εἰσήχθη ἦταν γιὰ νὰ μετριασθεῖ ἡ χαρμόσυνη διάθεση τῶν πενήντα ἡμερῶν ἀπὸ τὸ Πάσχα μέχρι τὴν Πεντηκοστή. Ὅταν ἀργότερα καθιερώθηκε καὶ στὴν Ἀνατολὴ ἡ ἑορτὴ τῆς 29 Ἰουνίου γιὰ τοὺς Ἀποστόλους, ἐπεκτάθηκε καὶ ἡ νηστεία σὲ ὅλη τὴν περίοδο ποὺ μεσολαβεῖ ἀπὸ τὴν Δευτέρα τῆς Πεντηκοστῆς μέχρι καὶ τὴν 29η Ἰουνίου. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἡμερῶν αὐτῶν ποικίλλει καὶ εἶναι ἀνάλογος τῆς ἡμερομηνίας κατὰ τὴν ὁποία θὰ ἑορτασθεῖ τὸ Πάσχα, δὲν ὑπερέβαινε ὅμως τὶς τριάντα ἡμέρες) (Ἀρχ.Βασ.Στεφανίδου, ὅπου παραπάνω, σελ. 320-321).

[85] Ἀρχ.Βασ.Στεφανίδου, ὅπου παραπάνω, σελ. 320-322.

[86] π.χ. ὡς ὁρίζει Ἡ διατύπωσις τοῦ ὁσίου καὶ μακαρίου πατρὸς ἡμῶν Ἀθανασίου (τοῦ ἐν τῷ Ἄθω) Ἀλ. Δημητριέφσκι, ΤΥΠΙΚΑ, ὅπου παραπάνω, σελ.  252.

[87] Βλ.Φειδᾶ, ὅπου παραπάνω, τ.Α΄, σελ. 949-969.

[88] Ράλλη- Ποτλή, Σύνταγμα τῶν θείων καὶ ἱερῶν κανόνων, Ἀθήνῃσι 1852-1859, τ.Δ΄, σελ. 488.

[89] Ἀρχιμ.Ἰακώβου Ἀρχατζικάκη, ὅπου παραπάνω, σελ. 55 πρβλ. καὶ Βλ. Φειδᾶ, ὅπου παραπάνω, σελ. 967.

[90] Πρβλ. Τὴν σημείωση στὴν 15η τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου, τὴν συνταχθεῖσα ὑπὸ τοῦ Σεβ. Μητρ. Πατρῶν κ. Νικοδήμου εἰς τὰ Δίπτυχα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, μέλους τῆς Δ.Ἱ.Σ. καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Νομοκανονικῶν Ζητημάτων, θὰ πρέπει νὰ κανονίζεται ἡ νηστεία αὐτὴ ὅπως καὶ τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων. (Δίπτυχα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, 1998, Ἐκδ.Ἀποστ.Διακονίας Ἐκκλ. Ἑλλάδος, σελ. 232-233).

[91] Ἰ.Μ.Φουντούλη, Λογικὴ Λατρεία, ὅπου παραπάνω, σελ. 341.

[92] Ἱερομ.Ἀθαν.Γιέβτιτς, Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκί, στὸ «Χριστούγεννα», ἐκδ. Ἀκρίτας, γ΄ ἔκδ., Ἀθήνα, 1991, σελ. 14.