Ἐτικέττες

, ,

2 AGIOI

Τῇ 31ῃ τοῦ αὐτοῦ μηνὸς μνήμη τῶν ὁσίων καὶ θεοφόρων πατέρων ἡμῶν Σπυρίδωνος καὶ Νικοδήμου τῆς Λαύρας τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου.

Ὁ μακάριος Σπυρίδων ἦταν γόνος μιᾶς οἰκογένειας απλῶν χωρικῶν. Παρ’ ὅτι ἀγράμματος, κατανοοῦσε τὸν πνευματικὸ κόσμο καὶ συσσώρευε μέσα του σὰν πλούτη ἀρετὲς καὶ θεάρεστα ἔργα. Μὲ φόβο Θεοῦ καὶ πόθο τελειώσεως στὴν καρδία του εἰσῆλθε στὴ Λαύρα τῶν Σπηλαίων τὸ 1139 καὶ ἐπιδόθηκε σὲ σκληροὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες. Παρ’ ὅτι ἦταν πλέον σὲ ὥριμη ἡλικία, μελέτησε μὲ ἐπιμέλεια καὶ ἀποστήθισε ὅλο τὸ Ψαλτήρι, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ ἀπαγγέλλει κάθε μέρα τὸ σύνολο τῶν ψαλμῶν.

Βλέποντας τὴν εὐλάβεια, τὴν πραότητα καὶ τὴν ἐπιμελῆ ἐργασία του ἡ ἡγούμενος Ποιμὴν τοῦ ἐμπιστεύθηκε τὸ ἱερὸ καὶ θεάρεστο διακόνημα τῆς προετοιμασίας τῶν προσφόρων γιὰ τὴν τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας. Εἴτε ἔκοπτε ξύλα γιὰ τὸν φοῦρνο, εἴτε ζύμωνε, ὁ Σπυρίδων εἶχε τὸν λογισμό του προσηλωμένο στὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ἀδιάκοπη ἀπαγγελία τῶν ψαλμῶν. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο, προπαρασκευάζοντας τὸν ἄρτο τῆς λογικῆς καὶ ἀναιμάκτου θυσίας, προσέφερε τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτὸ στὸν Κύριο ὡς θυσίαν αἰνέσεως. Μιὰ φορά, ἐκεῖ ποὺ ἄναβε τὰ ξύλα στὸν φοῦρνο, πετάχθηκε μιὰ σπίθα καὶ πῆρε φωτιὰ τὸ πάτωμα. Ὁ ἅγιος σκέπασε τότε τὸ ἄνοιγμα τοῦ φούρνου μὲ τὸ μανδύα του καὶ μετὰ ἔδεσε τὰ μανίκια τοῦ ζωστικοῦ του, ἔτρεξε στὸ πηγάδι, γέμισε τὸ ζωστικὸ νερὸ καὶ φώναξε τοὺς ἀδελφοὺς σὲ βοήθεια. Οἱ μοναχοὶ ποὺ ἔτρεξαν νὰ βοηθήσουν ἔμειναν κατάπληκτοι διαπιστώνοντας ὅτι ὁ μανδύας ποὺ σκέπαζε τὸ φοῦρνο ἦταν ἄθικτος καὶ ὅτι τὸ νερὸ ἔμενε μέσα στὸ ζωστικὸ δίχως νὰ χύνεται. Εὔκολα λοιπὸν ἔσβησαν τὴ φωτιὰ καὶ ὅλοι δόξασαν τὸν Θεὸ ποὺ στάθηκε ἀρωγὸς στὸν δοῦλο του μὲ τρόπο τόσο θαυμαστό.

Ὁ Σπυρίδων εἶχε στενὸ του συνεργάτη τὸν μοναχὸ Νικόδημο, ὁ ὁποῖος μὲ ζῆλο τὸν ἐμιμεῖτο στὸ διακόνημα καὶ στοὺς πνευματικοὺς ἄθλους. Ἐπὶ τριάντα χρόνια ἐπιτελοῦσαν ἀπὸ κοινοῦ τὸ διακόνημα τῆς παρασκευῆς τῶν προσφόρων καὶ ἐκοιμήθησαν ἀμφότεροι ἐν Κυρίῳ πλήρεις ἡμερῶν.

 

Νέος Συναξαριστὴς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τόμ.2ος, Σελ.365-366.