Ἐτικέττες

ΑΓ.ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ

Ὁ λόγος ὁ τοῦ σταυροῦ τοῖς μὲν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστί, τοῖς δὲ σῳζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ ἐστιν».[1] «Ὁ μὲν γὰρ πνευματικὸς πάντα ἀνακρίνει, ψυχικὸς δὲ ἄνθρωπος οὐ δέχεται τὰ τοῦ Πνεύματος»[2]. Εἶναι δηλαδὴ μωρία εἰς αὐτοὺς ποὺ δὲν τὸν δέχονται μὲ πίστιν καὶ δὲν ὑπολογίζουν τὴν ἀγαθότητα καὶ τὴν παντοδυναμίαν τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἐξετάζουν τὰ θεῖα μὲ ἀνθρωπίνους καὶ φυσικοὺς λογιστμούς· διότι ὅλα τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὑπεράνω ἀπὸ τὴν φύσιν καὶ τὴν λογικὴν καὶ τὴν σκέψιν. Ἂν δηλαδὴ σκεφθῇ κανεὶς πῶς καὶ διὰ ποῖον λόγον ὡδήγησεν ὁ Θεὸς τὰ πάντα ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξίαν εἰς τὴν ὕπαρξιν, καὶ θελήσῃ μὲ φυσικοὺς λογισμοὺς νὰ φθάσῃ ὡς ἕνα σημεῖον, δὲν τὸ ἐννοεῖ· διότιαὐτὴ ἡ γνῶσις εἶναι ψυχικὴ καὶ διαβολική. Ἂν ὅμως κανεὶς καθοδηγούμενος ἀπὸ τὴν πίστιν σκεφθῇ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀγαθὸς καὶ παντοδύναμος καὶ ἀληθινὸς καὶ σοφὸς καὶ δίκαιος, θὰ τὰ εὕρῃ ὅλα ὁμαλὰ καὶ κανονικά, καὶ ἴσον δρόμον. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σωθῶμεν ἔξω ἀπὸ τὴν πίστιν· ἐπειδὴ ὅλα, καὶ τὰ ἀνθρώπινα καὶ τὰ πνευματικά, ὑπάρχουν μὲ τὴν πίστιν. Διότι οὔτε ὁ γεωργὸς ἀνοίγει τὸ αὐλάκι τοῦ χωραφιοῦ χωρὶς τὴν πίστιν, οὔτε ὁ ἔμπορος ἐμπορεύεται τὴν ζωήν του εἰς τὴν μανιασμένην θάλασσαν μὲ μικρὸν πλοιάριον, οὔτε γάμοι γίνονται, οὔτε κάποια ἄλλη ἐκδήλωσις τῆς ζωῆς. Μὲ τὴν πίστιν κατανοοῦμεν ὅτι ὡδηγήθησαν τὰ πάντα μὲ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξίαν εἰς τὴν ὕπαρξιν· ὅλα, καὶ τὰ θεῖα καὶ τὰ ἀνθρώπινα, τὰ κατορθώνομεν μὲ τὴν πίστιν. Ἡ πίστις μάλιστα εἶναι συγκατάθεσις χωρὶς πολλὴν ἐξέτασιν.

Κάθε πρᾶξις, βέβαια καὶ κάθε θαυματουργία τοῦ Χριστοῦ, εἶναι πολὺ μεγάλη καὶ θεία καὶ ἀξιοθαύμαστος, ἀλλὰ πιὸ ἀξιοθαύμαστον  ἀπὸ ὅλα εἶναι ὁ τίμιος σταυρός του. Διότι μὲ τίποτε ἄλλο δὲν ἔχει καταργηθῆ ὁ θάνατος, δὲν ἔχει συγχωρηθῆ ἡ προπατορικὴ ἁμαρτία, δὲν ἔχει ἀπογυμνωθῆ ὁ ᾅδης, δὲν ἔχει χαρισθῆ ὡς δῶρον ἡ ἀνάστασις, δὲν ἔχει δοθῆ εἰς ἡμᾶς δύναμις νὰ περιφρονοῦμεν τὰ παρόντα καὶ τὸ ἴδιον τὸν θάνατον, δὲν ἔχει κατορθωθῆ ἡ ἐπάνοδος εἰς τὴν ἀρχαίαν μακαριότητα, δὲν ἠνοίχθησαν αἱ πύλαι τοῦ παραδείσου, δὲν ἔχει καθίσει ἡ φύσις μας εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ, δὲν ἔχομεν γίνει παιδιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ κληρονόμοι του, παρὰ μόνον μὲ τὸν σταυρὸν τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Διότι μὲ τὸν σταυρὸν ἔχουν κατορθωθῆ ὅλα· «Ὅσοι γὰρ ἐβαπτίσθημεν εἰς Χριστόν», λέγει ὁ ἀπόστολος, «εἰς τὸν θάνατον αὐτοῦ ἐβαπτίσθημεν»[3]· ὅσοι δὲ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθημεν, Χριστὸν ἐνεδυσάμεθα»[4]. Ὁ Χριστὸς δὲ εἶναι «Θεοῦ δύναμις καὶ Θεοῦ σοφία»[5]. Νά, ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ ὁ σταυρός, μᾶς ἔντυσε μὲ τὴν ἐνυπόστατον σοφίαν καὶ δύναμιν τοῦ Θεοῦ. Εἶναι δὲ τὸ κήρυγμα τοῦ σταυροῦ δύναμις Θεοῦ ἢ διότι ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ ἡ νίκη κατὰ τοῦ θανάτου, ἔχει ἀποκαλυφθῆ εἰς ἡμᾶς διὰ μέσου αὐτοῦ, ἢ διότι, ὅπως τὰ τέσσερα σκέλη τοῦ σταυροῦ συγκρατοῦνται καὶ συσφίγγονται μὲ τὸ μεσαῖον καρφί, ἔτσι μὲ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ συγκρατεῖται τὸ ὕψος καὶ τὸ βάθος, τὸ μῆκος καὶ τὸ πλάτος[6], δηλαδὴ ὅλη ἡ ὁρατὴ καὶ ἀόρατος δημιουργία.

Αὐτὸς ἔχει δοθῆ εἰς ἡμᾶς σημάδι ἐπάνω εἰς τὸ μέτωπόν μας, ὅπως εἰς τὸν Ἰσραὴλ ἡ περιτομή· διότι μὲ αὐτὸν ἀποχωριζόμεθα οἱ πιστοὶ ἀπὸ τοὺς ἀπίστους καὶ γνωριζόμεθα. Αὐτὸς εἶναι ἡ ἀσπίδα καὶ τὸ ὅπλον καὶ τὸ σύμβολον τῆς νίκης κατὰ τοῦ Διαβόλου. Αὐτὸς εἶναι ἡ σφραγίς, διὰ νὰ μὴ μᾶς κτυπᾷ ὁ ὁλοθρευτής, ὅπως λέγει ἡ Γραφή[7]. Αὐτὸς εἶναι ἡ ἀνάστασις τῶν νεκρῶν, τὸ στήριγμα αὐτῶν ποὺ στέκονται, ἡ βακτηρία τῶν ἀσθενῶν, τὸ ραβδὶ αὐτῶν ποὺ ποιμαίνονται, ἡ χειραγωγία αὐτῶν ποὺ ἐπιστρέφουν, ἡ τελείωσις αὐτῶν ποὺ προοδεύουν, ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, ἡ ἀπόκρουσις ὅλων τῶν κακῶν, ὁ πρόξενος ὅλων τῶν ἀγαθῶν, ἡ κατάργησις τῆς ἁμαρτίας, τὸ φυτὸν τῆς ἀναστάσεως, τὸ «ξύλον» τῆς αἰωνίου ζωῆς.

Πρέπει λοιπὸν νὰ προσκυνοῦμεν τὸ ἴδιον τὸ τίμιον ξύλον καὶ ἀληθινὰ σεβάσμιον, εἰς τὸ ὁποῖον προσέφερε τὸν ἑαυτόν του ὁ Χριστὸς θυσίαν πρὸς χάριν μας, ἐπειδὴ ἡγιάσθη μὲ τὴν ἁφὴν τοῦ ἁγίου του σώματος καὶ αἵματος, τὰ καρφιά, τὴν λόγχην, τὰ ἐνδύματα καὶ τὰ ἱερὰ «σκηνώματά» του, ποὺ εἶναι ἡ φάτνη, τὸ σπήλαιον, ὁ σωτήριος Γολγοθᾶς, ὁ ζωοποιὸς τάφος, ἡ Σιών, ἡ ἀκρόπολις τῶν Ἐκκλησιῶν καὶ τὰ παρόμοια, ὅπως λέγει ὁ θεοπάτωρ Δαυΐδ· «Εἰσελευσόμεθα εἰς τὰ σκηνώματα αὐτοῦ, προσκυνήσομεν εἰς τὸν τόπον, οὗ ἔστησαν οἱ πόδες αὐτοῦ»[8]. Ὅτι δὲ ἐννοεῖ τὸν σταυρόν, φανερώνει τὸ ἑξῆς· «Ἀνάστηθι, Κύριε, εἰς τὴν ἀνάπαυσίν σου»[9]· διότι ἀκολουθεῖ τὸν σταυρὸν ἡ ἀνάστασις. Ἂν δηλαδὴ εἶναι πιθανὸν τὸ  σπίτι καὶ τὸ κρεββάτι καὶ τὸ ἔνδυμα αὐτῶν ποὺ ἀγαπῶμεν, πόσον περισσότερον αὐτὰ ποὺ ἀνήκουν εἰς τὸν Θεὸν καὶ Σωτῆρα, διὰ τῶν ὁποίων καὶ ἔχομεν σωθῆ.

Προσκυνοῦμεν μάλιστα καὶ τὸ σχῆμα τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ σταυροῦ, ἂν καὶ ἔχει κατασκευασθεῖ ἀπὸ ἄλλο ὑλικόν, ὄχι ἐπειδὴ τιμῶμεν τὸ ὑλικόν –ποτὲ κάτι τέτοιο- ἀλλὰ τὸ σχῆμα, ὡσὰν σύμβολον τοῦ Χριστοῦ. Διότι εἶπεν εἰς τοὺς μαθητάς του κάνοντας τὴν διαθήκην του· «Τότε φανήσεται τὸ σημεῖον τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῷ οὐρανῷ»[10], ἐννοῶντας τὸν σταυρόν. Δι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἄγγελος τῆς ἀναστάσεως ἔλεγεν εἰς τὰς γυναῖκας· «Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνόν, τὸν ἐσταυρωμένον;»[11]. Καὶ ὁ ἀπόστολος· «Ἡμεῖς δὲ κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον»[12]. Πολλοὶ βέβαια Χριστοὶ καὶ Ἰησοῖ, ἀλλὰ ἕνας εἶναι ὁ ἐσταυρωμένος. Δὲν εἶπεν αὐτὸν ποὺ ἐλογχίσθη, «ἀλλὰ τὸν ἐσταυρωμένον». Πρέπει λοιπὸν νὰ προσκυνοῦμεν τὸ σύμβολον τοῦ Χριστοῦ. Διότι ὅπου τυχὸν ὑπάρχει τὸ σύμβολον, ἐκεῖ θὰ εὑρίσκεται καὶ ὁ ἴδιος. Τὸ ὑλικὸν ὅμως ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται τὸ σχῆμα τοῦ σταυροῦ, καὶ ἂν ἀκόμη εἶναι χρυσάφι ἢ πολύτιμοι λίθοι, μετὰ τὴν καταστροφὴν τοῦ σχήματος, ἂν συνέβαινε, δὲν πρέπει νὰ τὸ προσκυνοῦμεν. Ὅλα λοιπὸν αὐτὰ ποὺ εἶναι ἀφιερωμένα εἰς τὸν Θεὸν τὰ προσκυνοῦμεν, προσφέροντας τὸν σεβασμὸν εἰς τὸν ἴδιον.

Αὐτὸν τὸν τίμιον σταυρὸν προεικόνισε τὸ δένδρον τῆς ζωῆς[13], ποὺ ἦταν φυτευμένον ἀπὸ τὸν Θεὸν μέσα εἰς τὸν παράδεισον· ἐπειδὴ δηλαδὴ ὁ θάνατος ἦλθε «διὰ τοῦ ξύλου», ἔπρεπε νὰ δωρηθῆ «διὰ τοῦ ξύλου» καὶ ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀνάστασις· ὁ Ἰακὼβ πρῶτος εἰκόνισε τὸν σταυρὸν μὲ τὸ νὰ προσκυνήσῃ τὸ ἄκρον τῆς ῥάβδου τοῦ Ἰωσὴφ[14] καὶ μὲ τὸ νὰ εὐλογήσῃ τοὺς υἱούς του μὲ σταυρωτὰ τὰ χέρια[15], τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ ἐσχημάτισε ὁλοφάνερα ἡ ῥάβδος τοῦ Μωϋσέως, ἡ ὁποία ἐκτύπησεν εἰς σχῆμα σταυροῦ τὴν θάλασσαν καὶ ἔσωσε τὸν Ἰσραὴλ καὶ κατεπόντισε τὸν Φαραώ[16], τὰ χέρια ποὺ ὑψώνοντο σταυρωτὰ καὶ κατετρόπωσαν τὸν Ἀμαλήκ[17], τὸ «πικρὸν ὕδωρ» ποὺ ἔγινε γλυκὺ ἀπὸ τὸ «ξύλον»[18], καὶ ὁ βράχος ποὺ ἤνοιξε καὶ ἐπήγασε νερό[19], ἡ ῥάβδος[20] ποὺ ἐχρησίμευσεν εἰς τὸν Ἀαρὼν διὰ τὸ ἀξίωμα τῆς ἱεραρχίας, τὸ φίδι[21] ποὺ ὁδηγεῖται μὲ πομπὴν ἐπάνω εἰς τὸ ξύλον, καθὼς ἔχει νεκρωθῆ, ἐπειδὴ τὸ ξύλον διέσωζεν αὐτοὺς ποὺ ἔβλεπαν τὸν ἐχθρόν, αὐτοὺς ποὺ πιστεύουν ὅτι ὁ Χριστὸς ἔχει καρφωθῆ μὲ τὸ σῶμα τῆς ἁμαρτίας[22] ἂν καὶ δὲν ἐγνώριζεν ἁμαρτίαν. Ὁ μέγας Μωϋσῆς· «Ὄψεσθε», φωνάζει, «τὴν ζωὴν ὑμῶν ἐπὶ ξύλου κρεμαμένην ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν ὑμῶν»[23], ὁ Ἠσαΐας δέ· «Ὅλην τὴν ἡμέραν διεπέτασα πρὸς σὲ τὰς χεῖράς μου πρὸς λαὸν ἀπειθοῦντα καὶ ἀντιλέγοντα»[24]. Αὐτοὶ ποὺ προσκυνοῦμεν αὐτὸ ἂς ἀξιωθῶμεν τῆς μερίδος τοῦ Χριστοῦ τοῦ ἐσταυρωμένου. Ἀμήν.


[1] Α΄Κορ. 1,18.

[2] Α΄ Κορ. 2,15.

[3] Ῥωμ. 6,3.

[4] Γαλ. 3,27.

[5] Α΄Κορ. 1,24.

[6] Ἐφ. 3,18

[7] Ἑβρ. 11,28, Ἔξ. 12,23.

[8] Ψαλ. 131,7.

[9] Ψαλ. 131,8.

[10] Ματθ. 24,30.

[11] Μαρ. 16,6.

[12] Α΄ Κορ. 1,23.

[13] Γεν. 2,9.

[14] Γεν. 47,31, Ἑβρ. 11,21.

[15] Γεν. 48,14.

[16] Ἔξ. 14,16 κ.ἑξ.

[17] Ἔξ. 17,11.

[18] Ἔξ. 15,25.

[19] Ἔξ. 17,6.

[20] Ἀριθ. 17,23.

[21] Ἀριθ. 21,9.

[22] Ρωμ. 8,3.

[23] Δευτ. 28,66.

[24] Ἡσ. 65,2.