Ἐτικέττες

(Το κήρυγμα είναι βασισμένο σε σχετικό κείμενο του Βλ. Λόσκι στο βιβλίο του

«Κατ’ Εικόνα και καθ’ Ομοίωσιν Θεού»)

Κάθε φορά πού εορτάζουμε τις εορτές της Παναγίας μας, ιδιαιτέρως δε   αυτή τη μεγάλη, πανευφρόσυνη και κατανυκτική σημερινή εορτή,  τη μνήμη της Κοιμήσεώς  Της, έχουμε την αίσθηση ότι βρισκόμαστε ενώπιον ενός προσώπου που πολύ αγαπούμε και σεβόμαστε. Αυτό το πολύ σεβαστό και αγαπητό πρόσωπο, το πιο σεβαστό και αγαπητό ανθρώπινο πρόσωπο  στην Εκκλησία μας, είναι πολύ γνωστό και οικείο στον καθένα μας,  το υμνούμε τόσο  πολύ και τόσο συχνά και ταυτόχρονα διαπιστώνουμε ότι μας φαίνεται αρκετά άγνωστο, άγνωστη η ζωή Της σε λεπτομέρειες, κάπως ασαφής η θέση Της και η λειτουργία Της στην πραγματικότητα της Βασιλείας του Θεού. Είναι τόσο λίγες οι πληροφορίες που έχουμε από την Αγία Γραφή γι’ Αυτήν.  Αν ο Χριστός κηρύχθηκε επί  των δωμάτων, όπως μας λέει η Καινή Διαθήκη (Ματθ. ι΄ 27, Λουκ. ιβ΄ 3), κηρύχθηκε  δημόσια, με έντονο τρόπο από την Εκκλησία προς όλη την οικουμένη για να σωθεί ο κόσμος, το Μυστήριο της Μητέρας του Θεού αποκαλύπτεται στους πιστους,  εν σιγή, μέσα σε ένα κλίμα σιωπής, όπως θα έλεγε  ο Μέγας Βασίλειος.

Αλλά ποια είναι η Παναγία, ποιες οι πληροφορίες που έχουμε για το πρόσωπό Της, γιατί την τιμούμε ως Μεσίτρια που μεσιτεύει για μας στο θρόνο του Θεού, ποια είναι η αγιότητά Της;

Τα πρώτα από τα λίγα που μας λέει η Καινή Διαθήκη τα βρίσκουμε στα δύο πρώτα κεφάλαια του Ευαγγελιστού Ματθαίου και του Ευαγγελιστού Λουκά, όπου διαβάζουμε για τη Μαρία ή Μαριάμ, την Παρθένο που γέννησε τον Ιησού Χριστό «εκ Πνεύματος Αγίου» (Ματθ. α΄ 20). Το ερώτημα για τον πιστό είναι, τί ακριβώς είναι αυτή η Μαρία;

H δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας μας κάνει μικρή σε έκταση αναφορά στην Παναγία, μεγάλη όμως σε σημασία. Μόνο ένας δογματικός με τη στενή έννοια ορισμός, δηλαδή ορισμός Οικουμενικής Συνόδου,  υπάρχει γι’ Αυτήν. Είναι ο όρος «Θεοτόκος» που Της προσέδωσε η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος για να επικυρώσει τη θεία μητρότητά Της. Η Εκκλησία έδειξε τότε στους αιρετικούς Νεστοριανούς και δείχνει πάντα σε όλους την Υποστατική ενότητα του Υιού του Θεού ο οποίος έγινε και Υιός του ανθρώπου, όπως γράφει ο ρώσος ορθόδοξος θεολόγος Βλαδίμηρος Λόσκι. Ο όρος Θεοτόκος αποβλέπει λοιπόν άμεσα στη Χριστολογία, μας μιλά περισσότερο για τον Χριστό. Μιλά και για την Παναγία, αλλά δεν εξαντλεί τα σχετικά με τη Μητέρα του Θεού. Η Παράδοσή μας, η Ορθόδοξη λειτουργία Της προσδίδει επιπλέον πράγματα. Γιατί λοιπόν Αυτήν την Θεοτόκο Την τιμούμε τόσο πολύ μέσα στη ζωή της Εκκλησίας, Την τιμά η λειτουργική μας πράξη ως Βασίλισσα του Ουρανού, Της απονέμει «θεοπρεπή δόξαν», γιατί τιμούμε την Θεομήτορα   ως Μεσίτρια μεταξύ Θεού και ανθρώπων;

Άς ξαναέλθουμε στην Αγία Γραφή. Αν και εδώ αφαιρέσουμε την ευλάβεια της Εκκλησίας θα μας μείνει μια αναφορά στην Παλαιά Διαθήκη, η προφητεία του προφήτου Ησαίου περί της παρθενικής γεννήσεως του Μεσσία. Πώς λοιπόν παρά τη μοναδικότητα της αναφοράς έρχεται η Παράδοση της Εκκλησίας να  αναφέρει τόσα γραφικά χωρία της Παλαιάς Διαθήκης στο πρόσωπο της Παναγίας;

Στην Καινή Διαθήκη το πράγμα φαίνεται από πρώτη ματιά να παίρνει τη διάσταση αντινομίας. Ο ίδιος ο Χριστός ονομάζει τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο «μείζονα εν γεννητοίς γυναικών» (Ματθ. α΄ 11, Λουκ. ζ΄ 28) και παρ’ όλα αυτά η Εκκλησία ποτέ δεν εμεγάλυνε τον Πρόδρομο υπεράνω των Σεραφειμ, όπως κάνει για την Παναγία.

Και στο σημερινό Ευαγγέλιο, στην περικοπή από τον Ευαγγελιστή Λουκά που διαβάστηκε σήμερα στην εορτή Της και διαβάζεται πάντοτε στη μνήμη Της,  ο ίδιος ο Χριστος απαντά στην αναφώνηση του πλήθους ότι είναι  «μακαρία η κοιλία η βαστάσασά σε και μαστοι ούς εθήλασας»
με τη φράση «Μενούν γε, μακάριοι οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και φυλάσσοντες αυτόν» (Λουκ. ια΄ 27-28). Πάλι θα αναρωτηθούμε: βάζει σε δεύτερη μοίρα ο Χριστός τη Θεοτόκο;  Είναι και πάλι η Παράδοση της Εκκλησίας που θα μας βεβαιώσει ότι ασφαλώς η Παναγία είναι η πλέον Μακαρία, που σημαίνει ότι ακούει και φυλάσσει τον λόγο του Θεού περισσοτερο από κάθε άνθρωπο.

Και αλλού πάλι στην Καινή Διαθήκη θα δούμε τον Χριστό να αρνείται να δεί την Μητέρα του λέγοντας ότι «Μήτηρ μου και αδελφοί μου ούτοι εισι οι τον λόγον του Θεού ακούοντες και ποιούντες αυτόν» (Λουκ. η΄ 19-21). Και πάλι η Παράδοση της Εκκλησίας θα μας βεβαιώσει για το χάρισμα του ακούειν και φυλάσσειν, χάρισμα που κατ’ εξοχήν χαρακτηρίζει την Παναγία μας.

Αλλά η Παράδοση της Εκκλησίας μας στηρίζεται  σε μια σύντομη αναφορά που κάνει δύο φορές ο ευαγγελιστής Λουκάς στο τίμιο πρόσωπό Της και πρέπει να την προσέξουμε πολύ. «Η δε Μαριάμ πάντα συνετήρει τα ρήματα ταύτα συμβάλλουσα εν τη καρδία αυτής» (Λουκ. β΄ 19, 51). Συνετήρει στην καρδιά Της όλες τις μαρτυρίες περί της Θεότητος του Υιού Της. Το ήθος της Παναγίας είναι ήθος σιωπής, ταπείνωσης, εσωτερικού βάθους. Το χάρισμα του «ακούειν» και «φυλάττειν»  Την κοσμεί ιδιαιτέρως. Το φυλάττειν όμως τις μαρτυρίες περί της Θεότητος του Χριστού  αποτελεί την πραγματικότητα της Παραδόσεως της Εκκλησίας.

Αυτή η Παράδοση της Εκκλησίας δεν ταυτίζεται με τις παραδόσεις, στις οποίες χρωστούμε βέβαια τις πληροφορίες για τη σημερινή εορτή, όπως και για τις εορτές της Γεννήσεως και των Εισοδίων της Θεοτόκου, για τις  οποίες δε γίνεται λόγος στην Αγία Γραφή και οι οποίες είναι βέβαια αναπαλλοτρίωτα κομμάτια της πίστης  μας. Η Παράδοση της Εκκλησίας είναι το πλήρωμα των Γραφών, η εκπλήρωση της Παλαιάς Διαθήκης στην Καινή, αυτό που μας κάνει να βλέπουμε στα Ιερά Κείμενα το ζωντανό σώμα της Αλήθειας.

Η Παναγία είναι ο καρπός της Παλαιάς Διαθήκης, όπως σημειώνει ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, είναι το τέλος αυτής της Ιεράς Ιστορίας, μιας ιστορίας αγίων και δικαίων, του θεοπάτορος Δαβίδ, των θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης. Η Μητέρα του Θεού αποτελεί την κορύφωση αυτής της αλυσίδας χωρίς να τη διασπά. Γεννήθηκε και Αυτή κάτω από το Νόμο της προπατορικής αμαρτίας, χωρίς ωστόσο η αμαρτία να πραγματοποιηθεί στο πρόσωπό Της. Ήταν πάντοτε Παναγία. Αυτός ο καρπός της Παλαιάς Διαθήκης ταυτίζεται λοιπόν με την Παράδοση της Εκκλησίας μας; Eίναι κατά κάποιο τρόπο η προσωποποίησή της;  Mια Παράδοση της Εκκλησίας πρίν από την Εκκλησία;

H απάντηση είναι όχι. Παρα την αναμαρτησία Της, παρά την έλευση του Αγίου  Πνεύματος σ’ Αυτήν κατά τη στιγμή του Ευαγγελισμού, τότε που το Άγιο Πνεύμα την χαρίτωσε  ώστε να επιτελέσει τη λειτουργία της θείας μητρότητας, να διακονήσει τόσο αποφασιστικά το μυστήριο της θείας Οικονομίας, θα τη δούμε στα Ιεροσόλύμα να μη καταλαβαίνει τους λόγους του δωδεκαετούς Ιησού ότι «έδει εν τοις του Πατρός Αυτού είναι» (Λουκ. β΄ 49-50). Δεν είχε κατανοήσει πλήρως το γεγονός της ενσαρκώσεως του Υιού και Λόγου του Θεού. Εκεί θα έφθανε εν τή Εκκλησία, την ημέρα της Πεντηκοστής, όπου δέχθηκε μαζί με τους μαθητές την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, όπως υπαινίσσονται οι Πράξεις των Αποστόλων (Πραξ. α΄ 14, β΄ 1)  και για το λόγο αυτό συχνά την εντάσσουμε στην Εικόνα της Γενέθλιας αυτής εορτής της Εκκλησίας. Πράγματι η αγιότητά Της έχει μια εξέλιξη και εισέρχεται μέσα στην Καινή Διαθήκη. Αυτός είναι ο λόγος που  ο τίμιος Πρόδρομος αποκαλείται από τον Κύριο ο μείζων των ανθρώπων. Ανήκει και είναι ο μείζων της Παλαιάς Διαθήκης. Η Παναγία δεν ανήκει αποκλειστικά στην Παλαιά Διαθήκη.  Εισέρχεται στην Καινή Διαθήκη, στην Εκκλησία. Η αγιότητά Της βρίσκει τότε την πληρότητά της. Αποκτά χάριτι ότι κατέχει ο Υιος Της δυνάμει της θείας Του φύσης. Όλη την αγιότητα που υπάρχει μέσα στην Εκκλησία. Τώρα λοιπόν καταλαβαίνουμε ότι δικαίως τη θεωρούμε Μεσίτρια, ικανή να μεταφέρει τα αιτήματά μας στο θρόνο του Υιού και Λόγου του Θεού και Υιού Της. Αυτή την πραγματικότητα και το μυστήριο της Θεομήτορος είναι που εκφράζει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς με εκείνη την υπέροχη και προκλητική του φράση: την αποκαλεί «μεθόριον κτιστής και ακτίστου φύσεως».

Όλη αυτή η αγιότητα και η δόξα κορυφώνεται κατά την Κοίμησή Της. Το πέρασμά Της από τον κόσμο της Ιστορίας στην αιωνιότητα της Όγδοης Ημέρας, στη Βασιλεία των Ουρανών, ένα πέρασμα που κατά την ενδόμυχη πεποίθηση της Εκκλησίας μας συνοδεύεται από την εις Ουρανούς μετάστασή Της, αποτελεί την εσχατη δόξα Της. Αυτή η δόξα Την τοποθετεί από τώρα επέκεινα του θανάτου, της Αναστάσεως και της εσχάτης κρίσεως. Βρίσκεται κτιστός άνθρωπος Αυτή, αλλά πλήρως θεωμένη Θεία Χάριτι στο Θρόνο της Αγίας Τριάδος και διευθύνει τη ζωή της Εκκλησίας. Μπορούμε να της απευθύνουμε τα αιτήματά μας, να Της αναθέτουμε τη ζωή μας, να της εκμυστηρευόμαστε τα προβλήματά μας, όλο τον εαυτό μας, με τη βεβαιότητα ότι ακούει και μεταφέρει στο Θεό.

Το λέει πολύ όμορφα το απολυτίκιο της εορτής. Εν τη γεννήσει την Παρθενίαν εφύλαξας, εν τη Κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες Θεοτόκε. Ενώνει τα παρόντα με τη Βασιλεία των Ουρανών. Μετέστης προς την ζωήν Μήτηρ υπάρχουσα της Ζωής. Και ταις πρεσβείαις ταις σαις λύτρουμένη εκ θανάτου τας ψυχάς ημών. Με τις πρεσβείες Της μας δίνει τη Ζωή.

 Πρωτ.Παν.Χαβάτζας

Advertisements