Ἐτικέττες

, , ,

Είναι πραγματική ευλογία που συνέπεσε η ομιλία αυτή με το τέλος της Σαρακοστής διότι τα γεγονότα που έπονται  αυτής της περιόδου -δηλαδή η Μεγάλη Εβδομάδα- δίνουν το πραγματικό νόημα του γιατί νηστεύουμε 40 μέρες, γιατί είναι τόσο σημαντική η άσκηση στην ζωή ενός Χριστιανού, τι είναι άσκηση, τι σημαίνει μετάνοια, τι σημαίνει εντέλει πνευματική ζωή.

Σε λίγες μέρες ο Χριστός μας εκούσια θα παραδοθεί, θα σταυρωθεί και πολλοί άνθρωποι θα μας μεταδώσουν μέσα από την προσωπική τους εμπειρία την μαρτυρία της Αναστάσεως Του . Πριν όμως από την παράδοσή του  θα αποκαλέσει τους μαθητές Tου-και κατά συνέπεια όλο το ανθρώπινο γένος-«φίλους Του» και θα τους πεί ότι «μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θή υπερ των φίλων αυτού» (δεν έχει κανείς μεγαλύτερη αγάπη από αυτήν, από το να θυσιάση την ζωήν του διά τους φίλους του). Αρα ήδη καταλαβαίνουμε ότι η Σαρακοστή που ζήσαμε είναι ένα πρόσωπο που μας καλεί σε σχέση μαζί Του.

Κάθε χρόνο η Εκκλησία μας τέτοια περίοδο, μας κάνει αυτό το δώρο – την Σαρακοστή – μέσα από την οποία θέλει να μας αφυπνήσει την όρεξη για την Ζωή. Οπου Ζωή, σύμφωνα με την παράδοση μας, είναι ένα πρόσωπο: ο Χριστός που μας καλεί και προκαλεί να συνάψουμε σχέση μαζί Του για να γίνουμε και μείς ζωντανές υπάρξεις.

Πολύ ωραία όλα αυτά. Τώρα ας έρθουμε στα δικά μας. Γεννηθήκαμε με έμφυτη την διάθεση για πληρότητα ζωής, χαρά, προσωπική ευτυχία σε έναν συγκεκριμένο κόσμο. Αυτός ο κόσμος κυριαρχείται από μία βασική θέση: ότι όλα τα παραπάνω πραγματικά μπορούν να κατακτηθούν αν παλέψουμε και τα διεκδικήσουμε ως αναφαίρετα δικαιώματα και τελικά να τα απολαύσουν όλοι αυτοί που πιστεύουν στον εαυτό τους και στην ατομικές τους δυνατότητες. Kαι άρα είναι αυτοί που καταξιώνονται από κάθε πλευράς στο γεγονός που αποκαλούμε ζωή. Είναι ολοφάνερο, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς ότι ο πολιτισμός μας είναι ο πολιτισμός της δύναμης και η δύναμη προέρχεται από εμάς και επικυριαρχεί του άλλου.  

Και εμείς ταυτόχρονα με το που γεννιόμαστε, γαλουχούμεθα με αυτήν την αντίληψη. Από μικροί μεγαλώνουμε με την αίσθηση ότι είμαστε το κέντρο του κόσμου και άρα μικροθεοί στον περιβάλλον που μας περιστοιχίζει και ότι η ζωή μας ορίζεται από τον εαυτό μας, από την δύναμη μας.

Συνέπεια αυτής της αίσθησης είναι ότι ο άνθρωπος εξαρτά  όλη την προσδοκία του και όλη την ελπίδα του από τον εαυτό του και την δύναμή του. Από την άλλη όμως, καθώς μεγαλώνουμε αρχίζουμε και συνειδητοποιούμε τα όρια μας, την αδυναμία μας και βιώνουμε την ανεπάρκειά μας. Αυτό μας γεννά άγχος διότι ζούμε συνέχεια υπό την δαμόκλειο σπάθη της αποτυχίας. Και όταν λέμε αποτυχία εννοούμε κάθε μη εκπλήρωση του στόχου που έχουμε τοποθετήσει στον εαυτό μας για την-σύμφωνα με τα όνειρά μας -έννοια της ευτυχίας. Βέβαια το άγχος αποκτά τρομακτικές υπαρξιακές διαστάσεις όταν συνειδητοποιούμε ότι όλον αυτόν τον αγώνα για πληρότητα ζωής, όπως ο καθένας την ορίζει για τον εαυτό του, τον διαδέχεται ο βιολογικός θάνατος. Ο άνθρωπος δεν χαίρεται, διότι η ανεπάρκεια του αντιστρατεύεται την δύναμή του, την τελική δικαίωση μέσω του εαυτού του. Αυτή η σχιζοφρενική κατάσταση προσλαμβάνει τον όλον άνθρωπο και δημιουργεί αυτή η αντίληψη ένα ήθος ζωής, μία στάση ζωής που ποτίζει όλη την καθημερινότητα μας. Αποτέλεσμα αυτού του ήθους είναι ο φόβος, η ανασφάλεια, η σύγκρουση, ο ανταγωνισμός, η καχυποψία, η σύγκριση, η μνησικακία στις σχέσεις μας.

Δυστυχώς πολλές φορές αυτό το ήθος ζωής συνεχίζουμε να βιώνουμε ακόμα και οσοι αποφασίσαμε να πορευθούμε μέσα στον χώρο της Εκκλησίας. Δηλαδή τι; Η δυνατότητα δικαίωσης μας και της πνευματικής μας ανάπτυξης, η σωτηρία μας εντέλει, εξαρτάται από τον εαυτό μας και μόνον από αυτόν, γεγονός που επηρεάζει όντως την πνευματική μας ανάπτυξη αλλά και τις σχέσεις μας με τους συνανθρώπους μας. Ας θυμηθούμε όλοι με τα πόσα «πρέπει» μεγαλώσαμε για να καταφέρουμε να γίνουμε καλοί άνθρωποι και να είμαστε του Χριστού άνθρωποι. Με πόσα «πρέπει» γαλουχηθήκαμε είτε από τους γονείς μας, είτε από τους δασκάλους μας, είτε ακόμα από τους ιερείς μας, είτε τέλος από τον ίδιο μας τον εαυτό.

Γαλουχημένοι μέχρι μυελού οστέων με την αίσθηση  «ότι τα πάντα είμαι εγώ», όταν ακούμε στον χώρο της Εκκλησίας  λέξεις όπως αμαρτία, μετάνοια, άσκηση, πνευματική ζωή καταλαβαίνουμε άλλα αντί άλλων. Π.χ. :

α)Πόσοι από εμάς δεν καταλαβαίνουμε την λέξη «αμαρτία» ως παράβαση κάποιων εντολών και την λέξη «μετάνοια» ως είναι ένα ηθικό γεγονός που ο άνθρωπος προσπαθεί να αντιμετωπίσει τις ενοχές του που δημιουργούνται λόγω της παραβάσεως και επειδή χάσαμε την καλή εικόνα που είχαμε για τον εαυτό μας; Ως εκ τούτου πάμε στον εξομολόγο και καταθέτουμε τις αμαρτίες μας που αποτελούν μία παρεκτροπή της ιδέας που είχαμε για τον εαυτό μας και ζητούμε την συγχώρεση για να νοιώσουμε πάλι καλά στην υπαρξιακή μας μοναξιά και «εν τάξει» σε έναν κόσμο με τον οποίο με δυσκολία μπορούμε να συσχετιστούμε καθότι παραμένει τρομακτικά ανήθικος. Ετσι όμως δυστυχώς το μόνο που κάνουμε είναι να μένουμε στο σύμπτωμα της ασθένειας μας και αρνούμαστε να προχωρήσουμε βαθύτερα στην ρίζα του προβλήματος, πράγμα που θα προσπαθήσω να εξηγήσω παρακάτω.

β) Πόσοι από εμάς δεν καταλαβαίνουμε την λέξη «άσκηση» είτε ως μία ηθική βελτίωση του εαυτού μας, είτε ως μία ανάπτυξη των προσωπικών μας δυνάμεων, είτε ως μια καλλιέργεια των ψυχοδιανοητικών μας καταστάσεων για να ανέλθουμε επίπεδο και να φθάσουμε σε μια αντικειμενοποιημένη γνώση ώστε να νοιώσουμε «ανώτεροι» από τους άλλους. Πόσες φορές δεν εννοούμε την λέξη «άσκηση» ως το μέσο εκείνο με το οποίο θα επικυριαρχήσουμε στα πάθη μας, δηλαδή τις σκοτεινές πλευρές της ψυχής μας, ώστε να συγκαταλεχθούμε στο σώμα των δίκαιων και ενάρετων ανθρώπων όπως μας θέλει ο εαυτός μας, η κοινωνία που μας θέτει αυτόν τον όρο για να μας κάνει αποδεκτούς, αλλά πολλές φορές και ο εκκλησιαστικός χώρος στον οποίο ζούμε γιατί μόνο ως ηθικοί άνθρωποι μπορούμε να έχουμε πρόσωπο να σταθούμε μέσα σε αυτόν. Δυστυχώς το αποτέλεσμα αυτής την διεργασίας είναι τελικά να ερωτευθούμε τις δυνατότητες μας και να φθάσουμε σε αυτήν την πλάνη του αυτοερωτισμού και της αυτοϊκανοποιήσεως.

γ) Πόσοι από εμάς δεν χρησιμοποιούμε στην καθημερινότητα την λέξη «άγιος άνθρωπος» εννοώντας τον απόλυτα καλό άνθρωπο που από την φύση είχε έμφυτα πολλά καλά στοιχεία που παρ’όλο που ζει σε αυτόν τον αμαρτωλό κόσμο δεν τα διαπραγματεύτηκε και άρα ο «άγιος» είναι ο απολύτως ενάρετος και δίκαιος άνθρωπος ή το υπερφυσικό εκείνο πλάσμα που με τις ατομικές του δυνάμεις κυριάρχησε επί των πάσης φύσεως παθών του και τώρα απολαμβάνει τους κόπους του σε έναν παράδεισο που δικαιούται αφού τόσο κοπίασε.

δ) ή την λέξη «αγιότητα» ως μία κατάσταση που δεν μπορεί να φθάσει κανείς και άρα αναφέρεται μόνο σε κάποιους ανθρώπους που αποφασίσαν να γίνουν «άγιοι» όπως εμείς αποφασίσαμε να γίνουμε έμποροι, γιατροί, μηχανικοί ή οτιδήποτε άλλο.

Μπορείτε να γελάτε από μέσα σας αλλά αν ψάξετε βαθειά θα δείτε ότι αν σας προκαλούσα να προσπαθήσετε να γίνετε «άγιος» θα απαντούσατε οι περισσότεροι ότι αυτό δεν αφορά την ζωή σας ή ότι σας βάζω τον πήχυ πολύ ψηλά, γεγονος που σας προκαλεί ίλιγγο. Και θα ομολογήσω ότι έχετε δίκιο αφού εμποτισμένοι όλοι μας από την αντίληψη αυτή, «ότι τα πάντα εξαρτώνται από εμάς», αδυνατούμε, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας, να μπούμε σε μία τέτοια διαδικασία.

Θεωρώ λοιπόν ότι όλες αυτές οι παρερμηνείες στις παραπάνω λέξεις που τόσο συχνά εκφέρουμε στην Εκκλησία εκπηγάζουν από αυτήν αντίληψη και το ήθος που περιγράψαμε πιό πάνω: ότι η δικαίωση μου είναι ο εαυτός μου και ότι η δικαίωση του Ανθρώπου είναι ο Ανθρωπος. Και αυτό το ήθος σίγουρα δεν αναπαύει τον όλον Ανθρωπο.

Παρ’όλα αυτά και ευτυχώς, διότι τα πράγματα τότε θα ήταν όντως μία σκέτη τραγωδία, υπάρχει και μια άλλη πλευρά. Ερχεται ένα πρόσωπο, ο Χριστός, που αναγνωρίζοντας την τρομακτική ανεπάρκεια μας στα παραπάνω, μας ξαλαφρώνει λέγοντας μας ότι: η θέση μας «ότι η δικαίωση μας είναι ο εαυτός μας» δεν μας βγάζει πουθενά και ότι αντίθετα μας γονατίζει το βάρος αυτής της επιλογής. «Μη φοβείσθε». Μας καλεί φίλους. «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ αναπαύσω υμάς».

Αρα ερχόμενος ο Χριστός, την δικαίωση του Ανθρώπου αναλάμβάνει ο Θεάνθρωπος.

Αυτό το καταλυτικό γεγονός στην ιστορία του Ανθρώπου ψηλαφούμε στην Εκκλησία μας, που μας ανοίγει άλλες προοπτικές και μας διδάσκει κάτι τελείως διαφορετικό και ταυτόχρονα πολύ προκλητικό: ότι ο άνθρωπος είναι ανεπαρκής μόνος του και ότι το σημαντικό δεν είναι ο εαυτός μου και η καταξίωσή μου μέσα από το δίκιο μου, αλλά η σχέση μου με το Πρόσωπο του Χριστού. (Αυτή η στάση ζωής έχει πάμπολλες προεκτάσεις στην καθημερινότητα μας. Αναρωτηθείτε για σας τι έχει μεγαλύτερη αξία, το δίκιο σας ή η σχέση με τον συνάνθρωπό σας; Προτιμάτε να υπερασπίσετε το δίκιο σας ή να μην χαλάσει η σχέση με τον αδελφό σας;)

Αυτή η μετατόπιση της δικαίωσης μας από τον εαυτό μας στο πρόσωπο του Χριστού, δίνει άλλο νόημα στην πνευματική μας ζωή.

Και άρα , σύμφωνα με τους πατέρες μας, η «λέξη» μετάνοια δεν είναι η αίσθηση ενός τραυματισμένου εγωϊσμού ότι δεν τα καταφέραμε και δεν είμαστε τόσο «καλοί άνθρωποι» όσο φανταζόμαστε και όσο μας είπαν ότι είμαστε αλλά η αίσθηση ότι είμαστε ανεπαρκείς μόνοι μας και άρα παύουμε να θεωρούμε ότι «ο εαυτός μου είναι η δικαίωση μου και ότι η δικαίωση του ανθρώπου είναι ο άνθρωπος και όλο το σύστημά του», αλλά η αγάπη του Θεού.

 Μετάνοια είναι να παύσει ο άνθρωπος να εμπιστεύεται την δική του δύναμη και να ξεκαθαρίσει ότι από μόνος του δεν είναι και δεν έχει ζωή και να στραφεί στον Θεό.

Με αυτήν την ανατροπή αξιών του συστήματος «ότι τα πάντα είμαι εγώ», αρχίζω να θεωρώ ότι τα πάντα είναι ο Θεός και εγώ το μόνο που έχω να κάνω και αυτό εξαρτάται από μένα είναι να στραφώ στον Θεό που αποκαλύπτεται στον καθένα προσωπικά. Βλέποντας με αυτό πρίσμα τα πράγματα, συνειδητοποιούμε ότι όλη η περίοδος της ζωής οφείλει να είναι περίοδος μετανοίας. Η μετάνοια είναι το μόνο που μπορούμε να δώσουμε στον Θεό και είναι η μόνη προϋπόθεση για να ανοιχτεί ο άνθρωπος προς τον Θεό και να συνάψει σχέση μαζί Του.

Κύριο μέλημα της Εκκλησίας είναι να μας διαπαιδαγωγήσει μέσα από την λατρευτική ζωή και την πνευματική βοήθεια σε αυτό το μυστήριο της μετανοίας, δηλαδή της προσωπικής, ζωντανής σχέσης μας με τον Θεό και να γίνει ο Θεός, ο Θεός μου. 

Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας γράφει ότι ο Θεός είναι:

πιό στοργικός από κάθε φίλο

πιό δίκαιος από κάθε κυβερνήτη

πιό τρυφερός από κάθε πατέρα

πιό πολύ ένα μέλος από εμάς από όσο τα ίδια μας τα μέλη

πιό αναγκαίος σε μας από την ίδια μας την καρδιά

Πως μπορώ να οικοδομήσω προσωπική σχέση αγάπης με ένα πρόσωπο που δεν γνωρίζω ούτε βλέπω αλλά είναι ο μόνος τρόπος να  λυτρωθώ από την προσωπική μου κόλαση; Εδώ αρχίζει η άσκηση. Τι κάνουμε; Κατά πρώτον αποφασίζουμε αν θα αποδεχθούμε την πρόσκληση φιλίας που μας κάνει. Εδώ πρέπει να θυμίζουμε πάντα στον εαυτό μας ότι την πρόσκληση την κάνει πρώτα Εκείνος. Και άρα ότι σε αντίθεση με οποιαδήποτε άλλη ανθρώπινη σχέση, όπου έχει την ελευθερία το άλλο πρόσωπο να μην την αποδεχτεί, εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα πρόσωπο που -όπως ομολογούν μέσα από την προσωπική τους εμπειρία όλοι οι άγιοι-διακαώς και εν απολύτω ελευθερία θέλει να συνάψει σχέση μαζί μας, αλλά συνάμα είναι και η άκρα ευγένεια. Τον καλείς, έρχεται – δεν τον θέλεις, δεν σου επιβάλλεται. Αυτό μας δίνει κουράγιο αλλά από την άλλη αν δεν μπούμε στην περιπέτεια της αναζήτησης αυτού του προσώπου και δεν το γνωρίσουμε προσωπικά, με τον τρόπο που ο κάθε άνθρωπος μπορεί, δεν θα αισθανθούμε τελεία ανάπαυση. Κάθε σχέση δύο προσώπων αρχίζει να δομείται όταν μπαίνουν στην διαδικασία να γνωριστούν. Απαιτείται όμως για να είναι αυτή η σχέση υγιής, ειλικρίνεια μεταξύ τους, αλλά και η μη διάθεση να κυριαρχήσει ο ένας του άλλου.

Αρα το πρώτο που έχουμε να κάνουμε είναι να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να παραδεχτεί την αποτυχία του ότι μόνος του δεν μπορεί να οικοδομήσει αυτήν την σχέση, να νοιώσει αυτό το πένθος της απουσίας του Θεού που τον αγαπά, και να αφήσει ελεύθερα τον Θεό να εργαστεί μέσα μας.

«Εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα» προσευχόμαστε αμέτρητες φορές μέσα στην Εκκλησία.

Αυτό το πένθος της απουσίας δεν ταυτίζεται με αυτό που αποκαλούμε κατά κόσμον κατάθλιψη και άγχος, που γεννιώνται επειδή όλα εξαρτώνται από εμάς, αλλά έχει χαρά και ελπίδα διότι ελπίζουμε πάντα στο έλεος του Θεού ότι θα μας αποκαλυφθεί. Αποκαλείται από τους πατέρες μας χαροποιόν πένθος. Η ελπίδα γεννά την προσευχή όπου προσευχή δεν είναι μόνο η επίλυση των προβλημάτων μας. Η προσευχή είναι προσωπική σχέση και ο μεγαλύτερος κόπος είναι να υπομένεις και να προσδοκείς μία σχέση η οποία δεν σου έχει αποκαλυφθεί αλλά ελπίζεις εν υπομονή . Η μεγαλύτερη άσκηση και κόπος είναι η προσμονή και προσδοκία του Θεού.

Να επιμένεις στην προσευχή παρ’όλο που ο Θεός για σένα είναι αόρατος και να προσδοκείς μέχρι την ώρα που θα σου αποκαλυφθεί. Αυτό δεν ομολογούμε όταν λέμε το Πιστεύω στην Θ.Λειτουργία; Αυτό δεν προσεύχεται ο ιερέας εξ ονόματος της καθολικής Εκκλησίας; «Ο Θεός οικτηρήσαι ημάς και ευλογήσαι ημάς, επιφάναι το πρόσωπον Αυτού εφ’ημάς και ελεήσαι ημάς». Η προσδοκία του Θεού είναι μία επώδυνος διαδικασία, αλλά ταυτόχρονα είναι η διαδικασία που ζωοποιεί τον άνθρωπο και τον καθιστά γόνιμο, να αντιλαμβάνεται και να αισθάνεται. Μόνο όποιος προσεύχεται, δηλαδή βιώνει τον πόνο της ανεπάρκειας και της κατάντιας του, μπορεί πραγματικά να συμπονέσει τον άλλο άνθρωπο και να δομήσει αληθινή σχέση μαζί του. Μαλακώνει η καρδιά, και γίνεται ευαίσθητη και τότε αφήνει χώρο στον Χριστό να έλθει και αφήνει χώρο να υπάρχει και ο αδελφός δίπλα του.

Οποιαδήποτε μορφή άσκησης  που δεν οικοδομεί σχέση με το πρόσωπο του Χριστού και του ελαχίστου αδελφού μας θα πρέπει πολύ να μας προβληματίσει. Αν η άσκηση δεν μας ευαισθητοποιεί να είμαστε ανοικτοί προς τον αδελφό μας και τα δικά του δεδομένα, τότε χτυπάει καμπανάκι ότι η άσκηση μπορεί να μην έχει στόχο τον Χριστό αλλά μάλλον την επιβράβευση του εαυτού μας. Αν απομονώσουμε τον πνευματικό αγώνα από την προσωπική σχέση με τον  Χριστό τότε αυτό που συναντούμε είναι ο εαυτός μας.

Η τήρηση των εντολών, η προσευχή, η νηστεία είναι όχι αυτοσκοπός αλλά μέσα για να αποκτήσουμε αίσθηση της παρουσίας του Θεού. Αρα η αίσθηση του Θεού είναι το ζητούμενο της άσκησης και η προοπτική της μετανοίας. Δεν είναι η αίσθηση της δικής μου ικανοποίησης ότι τα κατάφερα.

Εμείς δεν χαιρόμαστε την σχέση μας με τον Θεό γιατί ζούμε αυτή την πλάνη ότι τα καταφέραμε και άρα νομίζουμε ότι ζούμε την χάρη του Θεού. Ολος ο αγώνας είναι να απομακρύνουμε όποια εμπόδια υπάρχουν που δεν μας αφήνουν να βρισκόμαστε στην αίσθηση της παρουσίας του Θεού και ένα από αυτά μπορεί να είναι και η αρετή μας.

Η αίσθηση του Θεού, δηλαδή η αίσθηση της Χάριτος που δωρίζεται και δεν είναι ατομική κατάκτηση, είναι και η κατάργηση της αμαρτίας.

Όταν σιγά-σιγά αχνοφέγγει η αίσθηση του Θεού στην ζωή μας, ειρηνεύουμε, δεν αγωνιούμε για τίποτα, ούτε για την σωτηρία μας, ούτε για την σωτηρία των άλλων και θαυμάζουμε έκπληκτοι το θαύμα της προσωπικής αγάπης του Θεού προς όλους και σε καθέναν ξεχωριστά και άρα αρχίζουμε και υπάρχουμε ως αληθινά πρόσωπα.

Και τότε δεν αντέχουμε να κατακρίνουμε, να νοιώσουμε ανώτεροι από οιονδήποτε άλλον, αλλά αρχίζουμε και βλέπουμε κάθε άνθρωπο με τις πραγματικές του διαστάσεις και όχι όπως τον βλέπαμε με τα μυωπικά γυαλιά της φιλαρέσκειάς και υπεροχής μας. Και αυτό το κάνουμε για δύο λόγους: α) νοιώθουμε βαθειά ότι αυτή η αίσθηση είναι δώρο του Χριστού και β)για να μην λυπήσουμε τον Ηγαπημένο. Νοιώθουμε λίγο σαν τις εγκύους που το καταλαβαίνουν ότι κυοφορούν και άρα φοβούνται μήπως κάνουν κάτι και βλάψουν την ζωή που φέρουν μέσα τους.

Αρα καταλαβαίνουμε ότι η τήρηση των εντολών και κάθε μορφή άσκησης νοηματοδοτείται μέσα από την σχέση με Εκείνον και κατ’επέκταση με τον όλον άνθρωπο.

Και αυτό σημαίνει ότι αγιότης δεν είναι μια απέλπιδη προσπάθεια να μονομαχήσω με τα πάθη μου για να γίνω ενάρετος, αλλά η προσπάθεια τού κάθε ανθρώπου να οικοδομήσει την σχέση με Εκείνον και καρπός της σχέσης με Εκείνον είναι η αίσθηση της ενότητας των πάντων που είναι η όντως αρετή.

Νηστεία δεν είναι η πράξη αυτοϊκανοποίησης για να αποδείξω πόσο εγκρατής είμαι, αλλά είναι απεργία πείνας να εκβιάσω τον Θεό να έρθει στην καρδιά μου.

Ελεημοσύνη δεν είναι η πράξη αυτοεπιβεβαίωσης μου, αλλά το πόσο συμπονώ τόν άλλον με τον οποίο βιώνουμε το ίδιο σκότος και άρα παραμένω ακατάκριτος, εν αγάπη δίπλα του, ρίχνοντας γέφυρες συνεννόησης μαζί του.

Παρθενία δεν είναι η αρετή του αυτοερωτισμού μου, αλλά το πόσο αγαπώ και οικειώνομαι τον Χριστό που σιγά-σιγά αποτελεί το μόνο μέτρο της ζωής μου.

Ασκηση δεν είναι η ατομική κατάκτηση των αρετών, αλλά το άδειασμα, η κένωση του εαυτού μου από την δικιά μου δύναμη και τις βεβαιότητες ώστε να χωρέσει ο Χριστός μέσα μου καθώς και ο κάθε αδελφός,  «ίνα ώσι έν» (για να γίνουν όλοι ένα).

Μετάνοια είναι αυτή η αίσθηση της προσωπικής ανεπάρκειας και η στροφή μας προς τον Θεό  από όπου εξαρτούμε την πλήρωσή μας, την θεραπεία μας και την αίσθηση της ακεραιότητάς μας.

Δυστυχώς ο φόβος μας ότι ίσως να μην συναντήσουμε τον Θεό, και η έλλειψη θάρρους να μπούμε σε αυτήν την περιπέτεια, γιατί απαιτεί θάρρος αν θέλουμε την Αλήθεια και την Ζωή, μας κάνει να εκφράζουμε την πίστη μας με την τυποποιημένη θρησκευτικότητα, δηλαδή χωρίς προσδοκία Θεού, για να εφησυχάζουμε και να νεκρωνόμαστε ως Χριστιανοί, ζώντας ως θρησκευτικοί άνθρωποι. Η θρησκευτικότητά μας είναι απλώς ένας μηχανισμός απρόσωπης σχέσης με τον Θεό πίσω από τον οποίο θέλουμε να οχυρωθούμε. Επιθυμούμε έναν παράδεισο ως επιβράβευση των κόπων μας, χωρίς να συναντήσουμε τον Θεό που μας χαρίζει τον παράδεισο. Και έτσι ζούμε ως τακτοποιημένοι Χριστιανοί που νοιώθουμε ικανοποιημένοι με τον εαυτό μας και ως ικανοποιημένοι να μην έχουμε πόθο αναζήτησης προσωπικής σχέσης με τον Θεό. Η καρδιά μας δεν έχει βάθος, η ύπαρξή μας είναι στενεμένη και επίπεδη και το βάθος δεν γεννιέται επειδή διαβάζουμε βιβλία ή είμαστε καλοί άνθρωποι.

Από την άλλη στην προσπάθειά μας να επικυριαρχήσουμε των παθών μας με τις δικές μας δυνάμεις, ζούμε την κόλαση του υπαρξιακού άγχους, η καρδιά μας δεν πλαταίνει, πράγμα που σημαίνει ότι δεν έγινε κέντρο της ζωής μας ο Χριστός, αλλά η ατομική μας αρετή που ως ατομικό κατόρθωμα την χρησιμοποιούμε για να επιβεβαιώνουμε την δύναμή μας, γεγονός που αποτελεί την ουσιαστική αμαρτία (η πίστη στον εαυτό μου).

Αντίθετα το αίσθημα μετανοίας, δηλαδή της ανεπάρκειάς μου, με κάνει να νοιώθω τα όρια μου, την απαξία μου και αμαρτωλότητα μου και προσευχόμενος, αρχίζω να έχω αγαπητική διάθεση προς τον συνάνθρωπο ως συναμαρτωλός. Επομένως θα καταλάβουμε αν έχουμε αληθινή μετάνοια και πραγματική άσκηση από τους καρπούς που είναι : η άρνηση της στενοκαρδίας, η άρνηση της ασυμπάθειας, η άρνηση της κατακρίσεως που εκφράζεται με το ήθος της συγχώρεσης, της καταλλαγής, της αποδοχής του διαφορετικού, της αίσθησης της ενότητας του όλου ανθρωπίνου γένους.

Πως βλέπουμε τους ανθρώπους όταν φύγει η μετάνοια; Με την δύναμή μου που μπορεί να είναι και η ατομική αρετή μου. Αν όμως δω τον συνάνθρωπό μου μέσα από τα μάτια της προσωπικής μου ανεπάρκειας και αμαρτωλότητος και μέσα από την αγάπη του Θεού, που βλέπει με επιείκια την δική αμαρτωλότητά, τότε αυτό με κάνει να βλέπω με άλλο ήθος και διάθεση τον συνάνθρωπό μου. Η μετάνοια είναι η άρνηση της δυνάμεως μας για να επιτρέψουμε στον Θεό, ανοιχτοί προς Αυτόν, να εργαστεί μέσα μας.

Και έτσι η αγιότητα μας δεν κρίνεται από το ποσοστό αναμαρτησίας αλλά από την ποιότητα μετανοίας. Και άρα τελικά αρχίζει να ξεκαθαρίζει μέσα μας ότι η αρετή δεν είναι προϋπόθεση της σωτηρίας μας αλλά καρπός της σωτηρίας μας, όπου σωτηρία είναι η σχέση μας με τον Θεό και άσκηση: η οικοδόμηση της σχέσης με Εκείνον. Και είναι αυτή η εμπειρία που ελευθερώνει τον άνθρωπο, τον αναπαύει και του χαρίζει βαθειά και αναφαίρετη ειρήνη μέσα από την οποία ειρηνεύουν και αναπαύονται οι άνθρωποι γύρω μας.

ΚΩΝ/ΝΟΣ ΣΑΡΑΪΝΤΑΡΗΣ