Ἐτικέττες

, ,

Ξέρετε πολὺ καλὰ ὅτι εἰσήλθαμε στὸ Τριώδιο. Διερχόμαστε τὴν ἑβδομάδα τοῦ Ἀσώτου. Τὴν Κυριακὴ γιορτάζουμε ὅλοι. Χρόνιά μας πολλά.

Ἐξ αἰτίας λοιπὸν τῆς γιορτῆς μας θὰ ἤθελα νὰ σᾶς πῶ λίγα λόγια γιὰ τὴν θεόσδοτη νηστεία. Ἡ μητέρα Ἐκκλησία ἐνεργουμένη ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Ἁγ. Πνεύματος σιγὰ – σιγὰ μᾶς εἰσάγει στὸ κλίμα τῆς νηστείας τῆς μεγάλης τεσσαρακοστῆς. Γι’ αὐτὸ βλέπετε πρῶτα σταματήσαμε τὸ κρέας καὶ ἐσθίουμε μόνο αὐγὰ καὶ τυροκομικὰ προϊόντα καὶ τὴν Κυριακή της Τυρινῆς σταματᾶμε νὰ τρώγουμε καὶ αὐτά. Αὐτὸ  τὸ κάνει γιατί ξέρει ὅτι σὰν ἄνθρωποι, μᾶς εἶναι δύσκολο νὰ μποῦμε ἀπότομα στὴν χαριτόβρυτη νηστεία. Γνωρίζει ἐπίσης ὅτι ἡ νηστεία εἶναι μία ἀπὸ τὶς πιὸ δυσκολοκατόρθωτες ἀρετές, μετὰ τὴν προσευχὴ καὶ συνάμα μητέρα οὐρανίων χαρισμάτων. Εἶναι διατήρηση τῆς καθαρότητας, πηγὴ κάθε φιλοσοφημένης πράξεως, γαλήνη τῶν λογισμῶν, καταπραϋντικὸ τῶν ἀλόγων ἐπιθυμιῶν, ἐπαναφορὰ τῆς ἐλευθερίας, πόρτα τῆς κατάνυξης, πρόξενος τῆς ἀπάθειας, ἀπόλαυση τῆς παραδείσιας μακαριότητας.

Αὐτὸς λοιπὸν ποὺ θέλει νὰ κοσμεῖ τὸν ἑαυτό του μὲ τὸν ὁρμαθὸ τῶν ἀρετῶν καὶ τῶν ἀγαθοποιῶν χαρισμάτων τῆς Ἁγίας Τριάδας νηστεύει, ἀγρυπνεῖ, προσεύχεται. Αὐτὸς ποὺ ἐφαρμόζει αὐτὰ τὰ τρία γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ γίνεται φοβερὸς στὸν διάβολο. Διὰ τοῦτο αὐτὸς πολεμᾶ τὸ γνήσιο ἀκόλουθο του Χριστοῦ, καὶ ὡς ἐκ τούτου αὐτὰ τὰ τρία εἶναι δύσκολο νὰ ἐφαρμοστοῦν μὲ συνέπεια, ὅπως καταλαβαίνετε. Ἂς ἀποφασίσει κάποιος νὰ νηστεύει καὶ θὰ δεῖ τὴ δυσκολία τοῦ ἐγχειρήματος.

Ἂς ξεκινήσει κανεὶς νὰ προσεύχεται καὶ θὰ διαπιστώσει ὅτι εἶναι σχεδὸν ἀκατόρθωτο. Ἂς τολμήσει κάποιος νὰ ἀγρυπνεῖ καὶ θὰ ἐκπλαγεῖ ἀπὸ τὴν ποικιλία τῶν λογισμῶν ποὺ θὰ τοῦ λένε ὅτι αὐτὰ εἶναι παράλογα, τυπικότητες, ἀντίθετα ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη φύση δηλαδὴ ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία, ἡ προσευχή. Καὶ  ὁ διάβολος διὰ τῶν λογισμῶν θὰ τοῦ ἀνακόψει τὸν δρόμο. Καὶ ναὶ μὲν ὁ διάβολος ξέρει τί νὰ κάνει, ὁ ἄνθρωπος ὅμως μὴ γνωρίζοντας τί πράττει τὸν ἀκολουθεῖ στὴν ξέφρενη πορεία του πρὸς τὴν ἀνυπαρξία. Ἔχοντας χάσει τὸν ὑπαρξιακὸ καὶ προσωπικό του στόχο –  καὶ διὰ τοῦτο δὲν γνωρίζει τὸν σκοπὸ τῆς ζωῆς , οὔτε ποῦ πηγαίνει, οὔτε ποιὸ εἶναι τὸ τέλος του, ποὺ εἶναι  ἡ ἕνωση μὲ τὴν ὑπέρζωη τρισυπόστατη διακεκριμένη Ἑνάδα – ἀφουγκράζεται τὸν ψίθυρο τοῦ ἀνθρωποκτόνου, ὑπακούει σ` αὐτὸν καὶ πορεύεται ὅπως θέλει αὐτός. Στὸ τέλος, γιατί ὅλοι φτάνουν σὲ ἕνα τέλος, φτάνει σὲ ἕνα τέλος χωρὶς Χριστό. Ναί, στὴν αἰωνιότητα θὰ εἰσέλθουν ὅλοι, καλοὶ καὶ κακοί, ἀφελεῖς καὶ πονηροί, ἔξυπνοι καὶ κουτοί, ὕποπτοι, ἀνύποπτοι καὶ καχύποπτοι, μὲ τὴ διαφορὰ ὅτι κάποιοι θὰ ζήσουν μαζὶ μὲ τὸ Χριστό, θὰ γίνουν χριστοειδεῖς, θὰ ἐνδυθοῦνε τὴν θεοΰφαντο στολὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, θὰ οἰκειωθοῦνε τὴν ἀειενεργοῦσα Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐνῶ οἱ ὑπόλοιποι θὰ εἶναι ξένοι πρὸς αὐτά.

Ἀπ` αὐτὸ φαίνεται ἡ μεγάλη ἀξία τῆς νηστείας. Εἶναι μία ἀπὸ τὶς βασικότερες ἀρετές. Ὅσοι μετανοοῦν καὶ ἐπιθυμοῦν  νὰ ἐλευθερωθοῦν ἀπὸ τὴν παρὰ φύσιν κατάσταση, νὰ διέλθουν στὴ κατὰ φύσιν καὶ νὰ ἀνυψωθοῦν στὴν ὑπὲρ φύσιν, ἀγαποῦν πολὺ τὴ νηστεία καὶ καταβάλλουν μεγάλες προσπάθειες στὸ νὰ τὴ διατηρήσουν. Δὲν ὑπάρχει ἅγιος ποὺ δὲν ἀγάπησε τὴ νηστεία. Ὅλοι οἱ ἅγιοι ἀναφέρονται στὸ μεγάλο αὐτὸ θέμα.

Κατ` ἀρχάς, κυρίως γι’ αὐτοὺς ποὺ εἶναι ἀσθενεῖς στὴν πίστη, θὰ ἤθελα νὰ ἀναφέρω ὅτι ἡ νηστεία ὡς τρόπος ζωῆς, εἶναι πρεσβυτέρα τοῦ νόμου, ὑπῆρχε στὸν παράδεισο πρὶν ἀκόμη ὁ Χριστὸς δώσει τὸν δερμάτινο χιτῶνα τοῦ νόμου. Μὲ τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ: «ἀπ’ ὅλα μπορεῖτε νὰ φᾶτε ἀλλὰ ἀπὸ τὸ δέντρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ νὰ μὴν φάγετε…», ἐτέθη ἡ νηστεία. Βέβαια ἡ νηστεία μέσα στὸν παράδεισο, σὲ τίποτα δὲν ἀναιροῦσε τὴ χαρά, δὲν ἐρχόταν σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν παραδείσια μακαριότητα. Ἂν κανεὶς λάβει ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ Χριστὸς ἔβαλε τὸν ἄνθρωπο στὸν παράδεισο τῆς τρυφῆς, καταλαβαίνει ὅτι ἡ νηστεία αὐτὴ τὴν τρυφὴ σὲ τίποτα δὲν τὴν ἐμπόδιζε, ἀντίθετα διατηροῦσε καὶ θὰ αὔξανε τὴν παραδείσια χαρά. Γι’ αὐτὸ ὁ διάβολος ὅταν πλησίασε καὶ πείραξε τὸν ἄνθρωπο, οὐσιαστικὰ εἶπε σ’ αὐτὸν νὰ μὴν νηστέψει, νὰ μὴν κάνει ἔλλογη χρήση τῆς κτίσεως, ἀλλὰ κατάχρηση καὶ παράχρηση αὐτῆς. Ἔστρεψε τὴν προσοχή, τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ πρωτοπλάστου, πρὸς τὰ χαρίσματα τοῦ Χριστοῦ, ὄχι πρὸς τὴν ἀγάπη τοῦ προσώπου Αὐτοῦ. Συμβούλεψε τὸν πρωτάνθρωπο νὰ κατανάλωση τὴν κτίση, τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, μὲ σκοπὸ νὰ καταστεῖ ἀθάνατος ἐρήμην του Θεοῦ. Ὁ πρωτόπλαστος, κατόπιν ὑποδείξεως τοῦ διαβόλου, διαπίστωσε ὅτι ἡ κτίση ἔχει ζωὴ μέσα της καὶ σκέφτηκε ὅτι ἂν καταναλώσει, μὲ ἀλλὰ λόγια φάει, ὅλη τὴν κτίση, θὰ ἔχει τὴ ζωή της μέσα του καὶ τοιουτοτρόπως θὰ καταστεῖ ἀθάνατος, χωρὶς τὴν ζωοδότρα Ἁγία Τριάδα.

Αὐτὴ ἡ κατανάλωση ὅμως τῶν ἀγαθῶν, τῆς ζωῆς τῆς κτίσεως, ὅπως καταλαβαίνει κανείς, δὲν εἶναι νηστεία. Νηστεία εἶναι ἡ ἔλλογη χρήση τῶν ἀγαθῶν. Βέβαια ὁ πρωτόπλαστος μὲ τοὺς σφαλερούς του λογισμοὺς καὶ μετ` εκεῖνον ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι, ἀντὶ γιὰ αἰώνια ζωή, ἀθανασία, κερδίσανε τὸ θάνατο. Ἔκτοτε οἱ ἄνθρωποι ἀγωνίζονται ὄχι νὰ ζήσουν, ἀλλὰ ἁπλῶς νὰ ἐπιβιώσουν, νὰ ἀποφύγουν τὸ θάνατο. Ὅλα τὰ ὁρίζει αὐτός. Περισφίγγει τὸν δύστυχο ἄνθρωπο μὲ τὰ ἄλυτα δεσμά του κι αὐτός, ἀδυνατώντας νὰ λυθεῖ μὲ τὶς δικές του μόνο δυνάμεις, ἀπὸ τὰ δεσμά του, τὸν ὑπηρετεῖ μὲ συνέπεια. Ὅσο προσπαθεῖ νὰ ἀποφύγει τὸν θάνατο τόσο περισσότερο δένεται μαζί του. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ συλλαμβάνεται ὁ ἄνθρωπος μέσα στὴ μήτρα τῆς μάνας του ὁδηγεῖται στὸ θάνατο. Ἀγωνιζόμενος νὰ ἀποφύγει τὸν θάνατο, ἁμαρτάνει. Ἀγχωμένος ἀπὸ τὸν θάνατο ποὺ τὸν περιβάλλει, παλεύει ἀπεγνωσμένα, στὸ νὰ κερδίσει ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερα ὑλικὰ ἀγαθὰ νὰ καταναλώσει, γιὰ νὰ ἔχει τὴν ψευδαίσθηση ὅτι ζεῖ, εἰς βάρος καὶ ἐρήμην τοῦ πλησίον. Καταστρέφει γιὰ νὰ κατασκευάσει. Σκοτώνει γιὰ νὰ ἐπιβιώνει κι αὐτὸ τὸ λέει ἀγάπη γιὰ τὰ ὄντα, γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Τρέφει τὸ θάνατο μὲ τὴν θανάτωση τῶν ὄντων καὶ στὴ συνέχεια ἀγχωμένος ἀπὸ τὴν δύναμη τοῦ θανάτου ἐπιχειρεῖ νὰ τὸν νικήσει! Τέτοια βιωτὴ ἐπέλεξε ὁ ἄνθρωπος καταργώντας τὴν ζωὴ τῆς νηστείας.

Ἀντιθέτως ὁ ἄνθρωπος ποὺ νηστεύει, οὐσιαστικὰ κάνει αὐτὸ ποὺ δὲν ἔκανε ὁ πρωτόπλαστος. Δηλαδὴ λέγει στὸ Χριστό: «ἐγὼ ὑπάρχω ἐπειδὴ ὑπάρχεις Ἐσύ. Ἡ Ζωὴ τῆς ζωῆς μου εἶσαι Σύ. Ὄχι ἐπειδὴ τρώγω ἢ ἔχω ὑλικὰ ἀγαθὰ ἔχω ζωή, ἀλλὰ ἐπειδὴ ὑπάρχεις Ἐσύ. Ἐσὺ εἶσαι ζωὴ καὶ μοῦ δίνεις ζωή». Τὸ λέγει αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος, μὲ τὴν κατὰ Χριστὸν πράξη τῆς νηστείας. Τὸ ἴδιο λέγει καὶ πρὸς τὸν ἀνθρωποκτόνο διάβολο. Εἶναι ὡς νὰ λέγει σ` αὐτόν: «Ἐμένα δὲν μπορεῖς νὰ μὲ ἐξαπατήσεις, ὅπως ἐξαπάτησες τὸν πρωτόπλαστο. Ἐγὼ ξέρω ὅτι, ἂν ἔχω ζωή, ἔχω γιατὶ μοῦ τὴ δίνει ὁ Χριστός. Γιατί βρίσκομαι σὲ ἀγαπητικὴ σχέση μὲ Αὐτόν. Ἡ ἀναφορά μου εἶναι σὲ Αὐτόν».

Ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει δίχως τροφή. Ἂν δὲν φάγει θὰ πεθάνει. Ἐνῶ ἂν δὲν ἔχει σπίτι νὰ κατοικήσει καὶ σὲ μία σπηλιὰ μπορεῖ νὰ ζήσει, ὅπως ζοῦσαν οἱ πρόγονοί του ἢ ὅπως ζοῦσαν οἱ ἀσκητές, ποὺ τρώγανε παξιμάδι κι ἁλάτι (π.χ. ἀσκητὲς τῆς Αἰγύπτου), κι ὅμως ἐπιβιώνανε. Ἂν δὲν ἔχει ροῦχα νὰ φορέσει, δὲν πεθαίνει καὶ τόσο εὔκολα, ἐνῶ δίχως φαγητὸ σὲ πολὺ μικρὸ χρονικὸ διάστημα πεθαίνει. Ὅταν λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος ἀφήνει τὸ φαγητό του γιὰ τὸν Χριστὸ μαζὶ μὲ τὸν Χριστό, εἶναι ὡς νὰ προσφέρει σ` Αὐτὸν τὴν ζωή του.

Δὲν εἶναι κάθε νηστεία σωτηριώδης. Ὑπάρχει νηστεία γιὰ λόγους ὑγείας, διαίτης καὶ ὀμορφιᾶς, ἀκόμη καὶ δαιμονικὴ τοιαύτη. Ὁ ἄνθρωπος λοιπὸν ποὺ νηστεύει γιὰ τὸν Χριστό, μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ καὶ νηστεύει κανεὶς γιὰ τὸν Χριστό, μαζί Του, ὅταν εἶναι βαπτισμένος, ἐκκλησιάζεται, κοινωνεῖ τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, προσεύχεται ἀδιάλειπτα, ἐργάζεται τὶς ἐντολές Του, προσπαθεῖ νὰ οἰκειωθεῖ τὶς ἀρετές Του.

Ὅταν λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος νηστεύει γιὰ τὸν Χριστό, μαζὶ μὲ τὸν Θεάνθρωπο τότε εἶναι σὰν νὰ δίνει τὸ φαγητό του σ` Αὐτόν. Μὲ λίγα λόγια προσφέρει τὴ ζωή του, ἀφοῦ μὲ τὸ φαγητὸ ἐπιβιώνει. Καὶ μπορεῖ νὰ ἐπαναλάβει μετὰ παρρησίας αὐτὸ ποὺ λέγει ἡ εὐχὴ τῆς Θ. Λειτουργίας «Σοὶ παρακατατιθέμεθα τὴν ζωὴν ἡμῶν ἅπασαν, καὶ τὴν ἐλπίδα …». Δίνει σ` Αὐτὸν μὲ ἄλλα λόγια τὴν ζωή του ὡς δῶρο ἀγάπης. Γιατὶ κι αὐτὸς δέχτηκε πιὸ μπροστὰ ὡς δῶρο ἀγάπης τὴ ζωὴ ποὺ τοῦ πρόσφερε ὁ Χριστός, τὴν ἄκτιστη ζωοποιὸ ἐνέργεια τῆς Ἁγίας Τριάδος. Αὐτὴ τὴ ζωὴ ποὺ πῆρε ἀπὸ τὸ Χριστό, αὐτὴ προσφέρει  σὲ Αὐτὸν ὡς ἀντίδωρο ἀγάπης. Ὁ δὲ Χριστὸς ποὺ εἶναι ἀγάπη, ὅτι προσφέρεται σ` Αὐτὸν ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο ἐλεύθερα, ἐλεύθερα καὶ μὲ ἀγάπη τὸ ἀποδέχεται καὶ τὸ κάνει δικό του. Μὲ λίγα λόγια τὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου τὴ κάνει δική Του καὶ τὴν ἐπιστρέφει πάλι πίσω ὡς ἀθάνατη ζωή. Γι’ αὐτὸ ἡ νηστεία νικᾶ τὸ θάνατο. Εἶναι ζωοποιός, ὅταν γίνεται γιὰ τὸν Χριστό. Ὁ ἄνθρωπος καθίσταται ἀθάνατος, γίνεται συμμέτοχος στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Καὶ βέβαια μὲ ἕνα τέτοιο νόημα, μία τέτοια προοπτική, ἡ νηστεία ἀναιρεῖ τὶς συνέπειες τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος μέσα στὸν κατὰ Χριστὸν νηστευτή. Διότι αὐτός, βιώνοντας ἤδη τὴν Ἀνάστασή του, δὲν φοβᾶται νὰ πεθάνει. Ξέρει ὅτι δὲν θὰ πεθάνει, ὅταν θὰ πεθάνει. Δὲν θὰ καταναλώσει τὴν κτίση εἰς βάρος καὶ ἐρήμην τοῦ πλησίον, ἀφοῦ ξέρει ὅτι ἔχει οἰκειωθεῖ τὴν ἄκτιστη ζωοποιὸ ἐνέργεια τῆς Ἁγίας Τριάδος. Δὲν θὰ ἀποδεχθεῖ μέσα του – οὔτε θὰ κάνει πράξη- τὸν θάνατο τοῦ πλησίον ὡς προϋπόθεση τῆς δικῆς του ἐπιβίωσης. Ἡ ἀγάπη πηγάζει ἀβίαστα ἀπὸ τὴν ψυχή του. Ἡ ἐγκαρδιότητα, συμπάθεια, εἶναι αὐθόρμητη. Μὲ λίγα λόγια ἡ νηστεία εἶναι πρόξενος καὶ τῆς ἀγάπης. Προσανατολίζει τὸν ἄνθρωπο πρὸς τὴν ἀγάπη. Βοηθᾶ στὴν οἰκείωση τῆς  ἀγαπητικῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ.

Ἐπίσης ἡ νηστεία προσανατολίζει σωστὰ τὸ γνήσιο ἀκόλουθο τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὴν αἰωνιότητα. Ξέρει πολὺ καλὰ ὅτι κάποια μέρα θὰ περάσει στὴν αἰωνιότητα, τὴν ὁποία ἤδη βιώνει. Ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ ἔχει ἀρχή, ἀλλὰ δὲν ἔχει τέλος, γιατί ὁ δημιουργικὸς Λόγος τοῦ Πατρὸς «δὲν εἶναι Θεὸς νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων». Ἐξουσιάζει τὴ ζωὴ σὲ ὅλη της τὴν ἔκταση καὶ τὴν παρέχει μὲ ἀφθονία. Ἀγάπη ὁ Χριστὸς καὶ ἀπὸ ἀγαθότητα προσφέρει κατὰ χάριν στοὺς ἀκολούθους Του, στοὺς συμμετόχους τοῦ θανάτου Του καὶ τῶν παθῶν Του, ὅ,τι Αὐτὸς ἔχει κατὰ φύσιν. Ἡ ἀνθρωπότητα λοιπὸν θὰ καταστεῖ ἀθάνατη κατὰ χάριν, ὡς δωρεὰ τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ ἄλλοι θὰ κινοῦνται ἐρωτικὰ γύρω ἀπὸ τὸ Χριστό, μαζὶ μὲ τοὺς Ἁγίους καὶ ὅλους τους ἀγαθοὺς ἀγγέλους μέσα στὸν παράδεισο, καὶ ἄλλοι μέσα ἀπὸ τὴν κόλασή τους θὰ ἀντιμάχονται, θὰ μισοῦν Αὐτόν. Στὴν αἰωνιότητα ὅλοι θὰ περάσουν μὲ τὰ σώματά τους ποὺ ἔχουν στὴ γῆ – τὰ ἴδια σώματα – γιατί ὁ ἄνθρωπος εἶναι ψυχὴ καὶ σῶμα, ἐνσώματη ψυχὴ καὶ ἔμψυχο σῶμα. Ἂς μὴ διανοηθεῖ κανεὶς ὅτι ὁ Χριστός, ποὺ εἶναι ζωὴ καὶ ἀνάσταση, δὲν μπορεῖ νὰ ἀναστήσει τὰ σώματα. Θεὸς εἶναι παντοδύναμος καὶ ὅ,τι θέλει δύναται νὰ τὸ πράξει. Ἔφερε τὰ ὄντα στὴν ὕπαρξη ἀπὸ τὸ μηδὲν καὶ τώρα ποὺ τὰ στοιχεῖα τοῦ ἀνθρώπου ὑπάρχουν καὶ μετὰ θάνατον, ἀδυνατεῖ νὰ ξαναδημιουργήσει τὸν ἄνθρωπο; Ἄλλωστε τὸ εἶπε καὶ ὁ ἴδιος ὅταν σαρκώθηκε. Κάποτε οἱ Ἑβραῖοι κομπορρημονοῦσαν ἀμφισβητώντας τὸν Υἱὸ τοῦ Πατρὸς καὶ ἔλεγαν ὅτι ἦταν ὁ μόνος περιούσιος λαὸς τοῦ Θεοῦ, τότε ὁ Χριστὸς εἶπε σὲ αὐτούς: «μπορεῖ ὁ Θεὸς καὶ ἀπὸ τοὺς λίθους νὰ ἐγείρει τέκνα τοῦ Ἀβραάμ». Εἶναι ὁ ἴδιος Ζωή, πηγὴ τῆς ζωῆς καὶ ζωοποιεῖ. Γι’ αὐτὸ δὲν ἔχει πρόβλημα στὸ νὰ ἀναστήσει καὶ νὰ ἀφθαρτοποιήσει τὸν ἄνθρωπο, νὰ τοῦ χαρίσει τὴν αἰώνια ζωή. Θέλει ἡ ἀνθρωπότητα νὰ εἶναι ἀθάνατη. Διὰ τῆς ἀναστάσεώς Του ὁ θάνατος τώρα ἔχει καταργηθεῖ, ἐπειδὴ διὰ τῆς σταυρικῆς Του θυσίας ὁ θάνατος δεχόμενος στοὺς κόλπους του τὴ Ζωή, ζωοποιήθηκε, ἔπαψε νὰ εἶναι θάνατος ἔγινε ζωή. Ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος δὲν βιώνει τὴν Ἀνάσταση, γιατί δὲν θέλει συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα νὰ ἔχει σχέση μὲ τὸν ζωοδότη. Ὅλη ἡ συμπεριφορά του αὐτὸ δείχνει. Ζεῖ καὶ κινεῖται σὰν νὰ μὴν ἀναστήθηκε ὁ Χριστός, σὰν νὰ μὴν πρόκειται νὰ ἀναστηθεῖ ὁ ἴδιος, σὰν νὰ μὴν ὑπάρχει ἀθανασία. Ὅμως. Παρ’ ὅλες τὶς σφαλερὲς ἐκτιμήσεις τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Χριστὸς θὰ τὸν ἀναστήσει, διότι ἐθέωσε καὶ ἀφθαρτοποίησε τὸ πρόσλημμα, δηλαδὴ τὸν ἄνθρωπο, ψυχῇ καὶ σώματι. Καὶ ἀφοῦ ὁ θάνατος καταργεῖται, κατὰ φυσικὴ συνέπεια καταργεῖται καὶ ὅ,τι ἔχει σχέση γύρω ἀπ’ αὐτόν, δηλαδὴ οἱ βιολογικὲς ἀνάγκες. Μὲ ἄλλα λόγια ὁ ἄνθρωπος στὴν αἰωνιότητα θὰ ζεῖ χωρὶς φαγητό. Λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «δὲν εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Χριστοῦ βρώσις καὶ πόσις», ἀλλὰ οἱ ἄνθρωποι ὅπως καὶ οἱ ἄγγελοι θὰ ζοῦν χωρὶς βιολογικὲς ἀνάγκες. Τὸ εἶπε ὁ Χριστὸς ὅταν οἱ Σαδδουκαῖοι τοῦ ἔθεσαν τὸ ψευδοπρόβλημα μὲ τὴ χήρα, ἡ ὁποία σύμφωνα μὲ τὸ νόμο παντρεύτηκε διαδοχικὰ καὶ τὰ ἑπτὰ ἀδέρφια τοῦ ἀνδρός της, γιὰ νὰ ἀναστήσει σπέρμα στὸ πεθαμένο ἄνδρα της.

Ἐὰν ὅμως ἐργάζεται κανεὶς μέχρι τὸ τέλος τοῦ βίου του τὰ ἔργα τοῦ θανάτου, ὅπως εἶναι ἡ γαστριμαργία καὶ λαιμαργία, καὶ στὴν αἰωνιότητα θὰ ψάχνει νὰ βρεῖ τροφή, γιὰ νὰ εὐχαριστηθεῖ, ἀλλὰ δὲν θὰ βρίσκει. Τὸ σῶμα δὲν θὰ ἱκανοποιεῖ αὐτὸν πρὸς τὴν κατεύθυνση τῶν ἡδονῶν. Μὲ λίγα λόγια, θὰ κερδίσει τὴν Κόλαση. Ἐπειδὴ ὁ ἀπραγματοποίητος πόθος εἶναι ἀβάσταχτος πόνος.

Γαστριμαργία εἶναι τὸ πάθος ποὺ ἀναγκάζει τὸ δοῦλό του ἐνῶ εἶναι χορτασμένος νὰ νομίζει πὼς πεινᾶ. Εἶναι ἡ ἐπιθυμία ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ σκέφτεται, πῶς νὰ ἦταν δυνατὸν νὰ καταβροχθίσει τὰ πάντα. Γαστριμαργία εἶναι ἡ μητέρα τῆς λαιμαργίας, ἡ ὁποία εἶναι δημιουργὸς τῶν καρυκευμάτων, ἡ πηγὴ τῶν τέρψεων τοῦ λάρυγγα καὶ κάθε σωματικῆς ἡδονῆς. Ἡ γαστριμαργία εἶναι διώκτης τῆς καθαρῆς προσευχῆς, πρόξενος ἀκαθάρτων φαντασιώσεων, ἀποξηραντὴς τῶν δακρύων τῆς μετανοίας, μητέρα τῆς σκληρότητας, ἀντιλογίας, θρασύτητας, ἀπροσδοκήτων θλίψεων, τῶν ὁποίων συνέπεια εἶναι ἡ ἀπελπισία.

Ὁ γαστρίμαργος πιστεύει ὅτι ἡ ζωή του ἐξαρτᾶται ἀπόλυτα ἀπὸ τὴν τροφή, καὶ ὅτι ἂν ἐγκαταλείψει τὴν τροφὴ γιὰ λίγες μέρες θὰ πεθάνει. Δὲν γίνεται λόγος γιὰ ἀσιτία, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἀποχὴ ἀπὸ ὁρισμένα φαγητά. Αὐτὸς λοιπὸν εἶναι σὰν νὰ λέγει τοῦ Χριστοῦ «ἐγὼ ζῶ γιατί τρώγω καὶ ὅτι ἂν δὲν φάω θὰ πεθάνω». Καὶ στὴν αἰωνιότητα τὸ ἴδιο θὰ πεῖ σ` Αὐτόν. «Δὲν σ` ἔχω ἀνάγκη. Ἐγὼ κερδίζω τὴ ζωή μου ἀπὸ τὸ φαγητό. Δὲν μοῦ τὴν προσφέρεις Ἐσύ. Ἄρα δὲν εἶσαι Θεὸς γιὰ μένα». Καὶ ἄλλα πολλὰ θὰ πεῖ εἰς βάρος τοῦ Χριστοῦ. Εἴτε πιστεύει ὅτι θὰ τὰ πεῖ, εἴτε δὲν πιστεύει, νὰ εἶναι σίγουρος ὅτι τὰ λέει. Γιατί οἱ πράξεις μιλᾶνε καλύτερα ἀπὸ τὰ λόγια. Οἱ πράξεις δείχνουν τὶς διαθέσεις τῆς ψυχῆς, τοῦ νοῦ.

Ἡ γαστριμαργία λοιπὸν καὶ ἡ ἀπόλαυση τῶν ἡδονῶν ποὺ προέρχονται ἀπ` αὐτὴν τελειώνει μὲ τὸν θάνατο, ἡ νηστεία παραμένει. Ἡ νηστεία προσανατολίζει τὸν ἄνθρωπο σωστὰ πρὸς τὴν αἰωνιότητα. Προετοιμάζει τὸν ἄνθρωπο νὰ ζήσει ἐκεῖ μαζὶ μὲ τὸ Χριστὸ σὲ παροξυσμὸ ἀγάπης. Ὅταν στὴν ἐπίγεια βίωσή του νηστεύει κανεὶς μὲ τὶς νηστεῖες ποὺ ἔχει καθιερώσει ἡ μάνα Ἐκκλησία, δείχνει τὴν προαίρεσή του στὸ Χριστό. Φανερώνει ὅτι, ὄχι ἁπλῶς πιστεύει σ` Αὐτὸν – γιατί καὶ οἱ δαίμονες πιστεύουν – , ἀλλὰ ὅτι ἐπιθυμεῖ διακαῶς νὰ ζήσει μαζί Του. Δηλώνει τὴν προσπάθειά του νὰ ἀποκολληθεῖ ἀπὸ τὰ γήινα καὶ νὰ ὑψωθεῖ μέχρι τὰ δεξιὰ τοῦ Πατρός. Γιατί μέχρι ἐκεῖ ἀνέβασε ὁ Χριστὸς τὸν ἄνθρωπο. Δείχνει ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ ἀπολαύσει τῆς υἱοθεσίας νὰ γίνει κληρονόμος τῶν Πατρικῶν ἀγαθῶν, συγκληρονόμος τοῦ Υἱοῦ, ὁ ὁποῖος Υἱὸς εἶναι ὁ πραγματικὸς κληρονόμος.

Στὸν ἄνθρωπο ὅμως ἡ νηστεία φαίνεται ὀχληρή. Ἐὰν φαίνεται ὡς δυσάρεστη δὲν ὀφείλεται στὴ φύση τῆς νηστείας, ἀλλὰ στὴ ροπὴ τοῦ ἀδύναμου ἀνθρώπου πρὸς τὴν ἐγκατάλειψη, στὴν εὐκολία. Ἐὰν κάτι καταπιέζει τὸν ἄνθρωπο εἶναι τὰ πάθη τῆς γαστριμαργίας καὶ τῆς λαιμαργίας. Ὁ Χριστὸς δὲν καταπιέζει κανέναν. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἀπόλυτα ἐλεύθερος καὶ γι’ αὐτὸ δὲν αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη νὰ καταπιέζει κανέναν καὶ τίποτα γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσει τὴν ἐλευθερία Του. Καὶ οἱ ἀρετές, ὡς ἀνθρώπινες τελειότητες τοῦ Θεοῦ Λόγου, δὲν εἶναι καταπιεστικές, ἐξουσιαστικές. Τὸ κακὸ ὅμως ἐπειδὴ πολεμᾶ τὸ καλό, εἶναι μὴ ὂν καὶ ὁδηγεῖ πρὸς τὸν θάνατο, σκοτώνει ὅποιον ἢ ὅ,τι συνδέεται μ` αὐτό. Τὸ κακὸ προσπαθεῖ νὰ καταστρέψει τὸ ἀγαθό, καὶ ἕνα μέρος τοῦ ἀγαθοῦ εἶναι ἡ ἐλευθερία, γι’ αὐτὸ ὁδηγεῖ στὴν ἀνελευθερία, γίνεται καταπιεστικὸ ὅταν κυριαρχήσει. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπ’ αὐτὸ μόνο μὲ τὶς δικές του δυνάμεις, ἐπειδὴ δὲν ἐπιτρέπει καμιὰ κίνηση ἐλευθερίας. Δίχως τὸ Χριστὸ ποὺ εἶναι ἡ ἐλευθερία, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐλευθερωθεῖ κανείς. Γι’ αὐτὸ ὁ Χριστὸς λέγει «ἐὰν ὁ Υἱὸς σᾶς ἐλευθερώσει, τότε θὰ εἶσθε πράγματι ἐλεύθεροι» (Ἰωάν.8, 36). Γι’ αὐτὸ λοιπόν, ὅταν ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει πραγματικὲς σχέσεις μὲ τὸ Χριστό, αἰσθάνεται καταπιεσμένος ἀπὸ τὴν ἀρετή, τὴν νηστεία. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ νηστεία. Τὸ πάθος τῆς γαστριμαργίας εἶναι ποὺ καταπιέζει τὸν ἄνθρωπο. Καὶ ἐπειδὴ ὁ διάβολος, πάντοτε, ὅ,τι καὶ νὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος, θέλει νὰ τὸν στρέψει εἰς ὄφελός του καὶ πρὸς καταστροφὴ τοῦ ἀνθρώπου ὑποβάλλει στὸν ἄνθρωπο ὅτι δῆθεν τὸν καταπιέζει ἡ νηστεία, ὥστε νὰ σταματήσει νὰ ἐργάζεται τὴν νηστεία.

Ἡ Ἁγία Τριάδα εἶναι Ἐκκλησία, ἡ Ἐκκλησία ὅμως δὲν εἶναι ὁ Θεός. Γι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία ὑπάρχει πρὶν τὸν χρόνο, ὑπάρχει μέσα στὸ χρόνο, ὑπάρχει αἰώνια. Γι’ αὐτὸ κανένα ὄν, καμία ἰδέα δὲν μπορεῖ νὰ καταστρέψει αὐτή, δὲν ἔχει τέλος ἡ ζωή της. Πρέπει νὰ βγεῖ κανεὶς ἀπόλυτα ἔξω ἀπὸ τὸ χῶρο καὶ τὸ χρόνο, ὥστε νὰ καταστρέψει αὐτήν. Ὁ πρωτόπλαστος ὄφειλε νὰ ζήσει μέσα στὴν Ἐκκλησία, νὰ συμμετάσχει στὴ ζωή της. Ἀλλὰ  αὐτὸς μὴ νηστεύοντας, μὲ ἀποκοτιά, ἀποκήρυξε τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐξῆλθε ἀπὸ τοὺς κόλπους της. Καὶ ἂν ἡ ἀποφυγὴ τῆς νηστείας ἐξέβαλε αὐτὸν ἔξω, εἶναι φανερὸ ὅτι ἡ νηστεία διατηρεῖ τὸν ἄνθρωπο μέσα στὴν Ἐκκλησία. Βοηθᾶ αὐτὸν νὰ συμμετάσχει ἐνεργητικὰ στὴν κίνησή της. Ὁ Χριστὸς βέβαια εἰσάγει τὸν ἄνθρωπο στὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ ἡ νηστεία βοηθᾶ τὴ διαμονή του μέσα στὴν ἀγκαλιά της. Καὶ ἡ ἐκκλησία ὡς φιλόστοργη μάνα τρέφει αὐτὸν μὲ θεόσδοτη τροφή, μὲ τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Ἑνώνει αὐτὸν μὲ τὴν Ἁγία Τριάδα.

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Σῶμα Χριστοῦ, καὶ ὅπως Αὐτὸς ἀνέστησε τὸ Σῶμά Του, ἔτσι θὰ ἀναστήσει ὅποιον εἶναι ἑνωμένος μὲ τὸ Σῶμά Του. Τὸ Σῶμα ποὺ προσέλαβε μὲ τὴν ἐνσάρκωσή Του τὸ ἀνέστησε, καὶ ἐλευθέρωσε αὐτὸ ἀκόμα καὶ ἀπὸ τὰ ἀδιάβλητα πάθη, (δηλαδὴ βιολογικὲς ἀνάγκες), ἔτσι ἀνασταίνει καὶ ἐλευθερώνει καὶ τὸν ἄνθρωπο. Ὅ,τι προσέλαβε ὁ Χριστὸς τὸ ἁγίασε καὶ ὅ,τι ἁγιάζει δὲν τὸ ἀφήνει αὐτὸ νὰ καταστραφεῖ. Τὸ παίρνει κοντά Του. Γι’ αὐτὸ κάποτε θὰ ἔρθει νὰ πάρει κοντά Του τὴν ἐπίγεια Ἐκκλησία καὶ τὰ γνήσια μέλη της. Ὅσοι διαμένουν καὶ συμμετέχουν στὴν πορεία της. Αὐτὴ πορεύεται μαζὶ μὲ τὸ Χριστό, διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πρὸς τὸν Χριστό.

Ὁ Χριστιανὸς λοιπὸν ποὺ ζεῖ μέσα στὴν Ἐκκλησία, ὡς μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἐφαρμόζοντας τὴ λίγη νηστεία ποὺ ἔχει καθιερώσει ἡ Ἐκκλησία, δείχνει ὅτι συμμετέχει στὴν πορεία της, ἡ ὁποία κορυφώνεται μὲ τὴ Θεία Λειτουργία. Ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι κίνηση ὅλης της κτίσεως πρὸς τὸ Χριστό, ἐρωτικὴ συνάντηση μεταξὺ κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου. Δείχνει ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ οἰκειωθεῖ τὰ Πατρικὰ ἀγαθά. Καὶ ὁ μοναχὸς νηστεύει περίπου διακόσιες μέρες τὸ ἔτος, τρώγει ἀλάδωτη τροφή, μία φορὰ τὴν ἡμέρα, μετὰ τὴ δύση τοῦ ἡλίου, γιὰ νὰ μὴ πεθάνει ὅταν πεθάνει. Γιὰ νὰ ἑλκύσει τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ. Προσφέρει σ` Αὐτὸν τὴ ζωή, τὸ σῶμα, τὴν ἀγάπη, τὴν κτίση καὶ Αὐτὸς ἀντιδωρίζει ἄπειρη ἀγάπη, ἀθανασία, θεοποιημένο σῶμα, ἀφθαρτοποιημένη κτίση.

Ἡ νηστεία ἐπίσης εἶναι πράξη ἐλεημοσύνης. Ἡ ἐλεημοσύνη ἐξομοιώνει τὸν ἐργάτη της μὲ τὴν Ἁγία Τριάδα. Αὐτὴ εἶναι μητέρα τῆς ἀγάπης, φάρμακο γιὰ τὶς ἁμαρτίες, σαπούνι γιὰ τὴν ἀκαθαρσία τῆς ψυχῆς, σκάλα στηριγμένη στὸν οὐρανό, σύνδεσμος τῶν μελῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, διαφυγὴ τοῦ ἀθανάτου θανάτου. Ὅλα αὐτὰ τὰ πλούσια δῶρα τῆς ἐλεημοσύνης, κοσμοῦν τὴν ψυχὴ τοῦ ἐργάτη τῆς νηστείας. Διότι αὐτὸς ἀφήνει τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ αὐτὰ ποὺ ἀφήνει νηστεύοντας, τὰ βρίσκει ὁ πλησίον. Ἐὰν τὴ Μεγάλη Σαρακοστὴ ποὺ ἔρχεται δὲν ἔτρωγαν ὅλοι κρέας καὶ ἂν τηροῦσαν ὅλοι τὶς καθιερωμένες ἡμέρες νηστείας, ἡ τιμὴ τοῦ κρέατος π.χ. θὰ ἔφτανε σὲ ἐξευτελιστικὴ τιμή. Ἔτσι θὰ ἔβρισκε καὶ ὁ φτωχὸς νὰ φάει ποὺ σήμερα δὲν ἔχει τί νὰ φάει. Οἱ Χριστιανοὶ ἀντίθετα, εἶναι δὲν εἶναι Κυριακὴ γιορτὴ καὶ σχόλη, ἀκαίρως εὐκαίρως, τρέχουν στὰ κρεοπωλεῖα. Βέβαια οἱ κρεοπῶλες ἀνεβάζουν τὴν τιμή, ἀφοῦ ἔχει ζήτηση τὸ ἐμπόρευμα. Αὐτὴ εἶναι ἡ λογική της ἀγορᾶς. Ὁ νηστευτὴς λοιπὸν μπορεῖ νὰ μὴ δίνει χρήματα στὸ φτωχό, ἀφήνει, ὅμως, τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ – κάποια ἀπ’ αὐτὰ – σὲ καλὴ φθηνὴ κατάσταση γιὰ νὰ τὰ βρεῖ καὶ ὁ φτωχός. Ἔτσι ἀφήνει καὶ τὴν κτίση, ποὺ οὕτως ἢ ἄλλως τὴν ἀφήνει μὲ τὸν θάνατο, σὲ καλὴ κατάσταση. Διότι διὰ τῆς νηστείας μαθαίνει νὰ κάνει χρήση καὶ ὄχι κατάχρηση, ἔτσι ὥστε νὰ τὴν παραλάβει ὁ πλησίον, τὰ παιδιά του, τὰ ἐγγόνια του καὶ νὰ ζήσουνε. Ἐνῶ ὁ μὴ νηστευτής, ὁ καταναλωτικὸς χριστιανός, ἔτσι ποὺ καταναλώνει τὰ ὄντα, δὲν ξέρει ὅτι ἀφήνει στὰ παιδιά του – γιὰ τὰ ὁποῖα ἀγωνίζεται ἀγχωτικὰ νὰ ἐπιβιώσουν – ἕναν ἔρημο ἀπὸ ὄντα κόσμο. Ποτὲ δὲν ἀναρωτιέται σὲ τί κόσμο ἀφήνει τὰ παιδιά του. Ὄχι ἀπὸ ἠθικῆς ἀπόψεως, ἀλλὰ ἀπὸ φυσικῆς, περιβαλλοντολογικῆς ἀπόψεως.

Ὁ βαπτισμένος ποὺ ἐνδύεται τὸν Χριστὸ νηστεύει μαζὶ μὲ τὸ Χριστό, γιὰ τὸν Χριστό. Ὅταν ἀφήνει ἕνα πιάτο γιὰ τὸ Χριστό, τὸν κάνει ὁμοτράπεζό του. Μπορεῖ νὰ μὴ τὸ βάζει στὸ τραπέζι, ἀλλὰ τὸ ἀφήνει διὰ τῆς νηστείας.  Ὁ Χριστὸς ἀπὸ τὴν ἄλλη, τὸν δεξιώνεται τὴν Κυριακὴ στὸ Ναό. Στρώνει τραπέζι καὶ τὸν καλεῖ νὰ προσέλθει νὰ συμφάγει μαζί Του, γιατί καὶ ὁ πιστὸς χριστιανὸς πιὸ μπροστά Του ἔκανε τὸ τραπέζι διὰ τῆς νηστείας. Τοῦ ἔδωσε τὸ φαγητό του, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ζεῖ καὶ Αὐτὸς τὸ δέχεται καὶ ἐρχόμενος ὁ πιστὸς στὸ ναὸ προσφέρει σ` αὐτὸν τὸ δικό Του Σῶμα καὶ Αἷμα. Βέβαια πολλὰ περισσότερα ἀπὸ ὅ,τι Τοῦ ἔδωσε ὁ γνήσιος ἀκόλουθος. Ὁ ἄνθρωπος προσφέρει σ’ Αὐτὸν τροφὴ θνητή, καὶ παίρνει ἀθάνατη. Ὁ Χριστὸς τὸν τρέφει μὲ τὶς δικές Του σάρκες, παραθέτει γιὰ τραπέζι τὸν Ἑαυτό Του, ἐπειδὴ ἐπιθυμεῖ νὰ εἶναι ὁ ἄνθρωπος εὐγενοῦς καταγωγῆς. Μὲ αὐτὸ τὸ αἷμα λούζεται καὶ καθαρίζεται ἡ ψυχή, γίνεται ὁ νοῦς λαμπρότερος ἀπὸ τὸν ἥλιο. Εἶναι πηγὴ ἀπὸ τὸν οὐρανό, ποὺ δροσίζει ἀπὸ τὸν καύσωνα τῶν παθῶν, ποὺ σχηματίζει πνευματικοὺς ποταμούς. Εἶναι πηγὴ φωτὸς ποὺ ἐκπέμπει ἄκτιστες, ἄχρονες, θεϊκὲς ἐνέργειες. Εἶναι μυστήριο ἀγάπης, εἰρήνης, ἑνώσεως, γιατί καὶ ὁ συνάνθρωπος συμμετέχει στὴν ἴδια Ἁγία Τράπεζα, στὸ ἴδιο ποτήριο, μέσα στὸ ὁποῖο βρίσκεται ὅλη ἡ Ἐκκλησία. Γι’ αὐτὸ ἡ νηστεία εἶναι πρόξενος ἐρωτικῶν σχέσεων τοῦ ἀνθρώπου μετὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ ἀνθρώπου μετὰ τοῦ πλησίον.

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος διὰ τῆς νηστείας δεξιώνεται Αὐτόν, τότε καὶ ἡ προσευχή του ἔχει ἀξία, δύναμη. Προσεύχεται στὸ Χριστό, μαζὶ μὲ τὸ Χριστό. Ὁ Χριστὸς εἶναι στὸ σπίτι του. Ἀλλιῶς γιατί νὰ εἶναι; Αὐτὸς βέβαια (ὁ Χριστός), εἶναι πανταχοῦ παρών, ἀλλὰ ἂν κάποιος δὲν ἔχει μαζί Του ἐρωτικές, ἀγαπητικὲς σχέσεις, εἶναι ἀδύνατον νὰ σωθεῖ, νὰ ἑνωθεῖ μαζί Του, νὰ πετύχει τὴν υἱοθεσία ἀπὸ τὸν Πατέρα.

Γι’ αὐτὸ ἕνα τροπάριο τῆς Ἐκκλησίας λέγει «νηστεία, ἀγρυπνία, ….οὐράνια χαρίσματα λαβών». Γιατί ὁ Χριστὸς ἔρχεται καὶ συντρώγει μαζὶ μὲ τὸν ἄνθρωπο, ἀφοῦ τοῦ δίνει ἀπὸ τὸ τραπέζι του. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος, αὐτὸ κάνει. Ὁ Χριστὸς ἄλλα δύναται νὰ προσφέρει καὶ ἄλλα προσφέρει. Γιὰ ἕνα πιάτο φαγητὸ ποὺ τοῦ δίνει ὁ ἄνθρωπος διὰ τῆς νηστείας, παίρνει τὰ πάντα ἀπ’ Αὐτόν.

Γι’ αὐτὸ λοιπὸν ὁ χριστιανὸς νηστεύει. Καὶ τοὺς καιροὺς τῆς νηστείας ποὺ ἔχει καθιερώσει ἡ Ἐκκλησία, γιὰ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους τοὺς ἔχει καθιερώσει. Καὶ ἂν κάποιος ἀδυνατεῖ νὰ νηστέψει γιὰ ὁποιαδήποτε αἰτία, ἂς πάει νὰ καταθέσει τὴν ἀδυναμία του στὸ πνευματικό του, στὸν ἐξομολόγο του, ὥστε μὲ τὴ βοήθειά του νὰ βρεῖ τὸ προσωπικό του μέτρο. Ἂς μὴν ἀποφασίσει ὅτι δὲν ἔχει ἁμαρτίες, ἄρα δὲν πάει στὸν ἐξομολόγο. Μὰ ἂν δὲν νηστεύει κανεὶς χωρίζεται ἀπὸ τὸν Χριστό. Δὲν εἶναι ἁμαρτία αὐτό; Ὁ Χριστὸς τὸν καλεῖ νὰ πάει μαζί Του, νὰ ἑνωθεῖ μ’ Αὐτόν, τὸν δεξιώνεται καὶ αὐτὸς (ὁ μὴ νηστεύων) δὲν τοῦ κάνει τὸ τραπέζι. Εἶναι αὐτὴ ἡ κατάσταση ἀγαπητικές, ἐρωτικὲς ἢ ἔστω φιλικὲς σχέσεις; Μὲ ποιὸν τρώγει κανεὶς στὸ  τραπέζι του; Μὲ τοὺς φίλους του, μὲ τὴν οἰκογένειά του, μὲ τὰ πρόσωπα ποὺ ἀγαπᾶ. Τὸν Χριστὸ δὲν τὸν ἀγαπᾶ τόσο ὥστε νὰ τὸν καλέσει στὸ σπίτι του διὰ τῆς νηστείας;

Ἂς πάει κανεὶς στὸν ἐξομολόγο. Ἂς μὴ δεχθεῖ τὸ λογισμὸ ποὺ τοῦ λέει ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔχει νομοθετήσει τὴν νηστεία ἀπὸ ἀπανθρωπία, αὐθαίρετα, χωρὶς ἐντολὴ ἀπὸ τὸ Θεάνθρωπο. Ἂς βρεῖ, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ πνευματικοῦ του πατέρα, τὸ δικό του μέτρο νηστείας. Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι Προκρούστης. Ἐκεῖνος εἶχε ἕνα κρεβάτι καὶ ὅποιος περνοῦσε ἀπὸ τὴν Ἐλευσίνα τὸν ἔβαζε πάνω σ’ αὐτό. Καὶ ἂν δὲν ἦταν στὰ μέτρα τοῦ κρεβατιοῦ, τὸν ἔκοβε ἢ τὸν τραβοῦσε, γιὰ νὰ ἀνταποκριθεῖ στὰ μέτρα τοῦ κρεβατιοῦ. Μὲ λίγα λόγια ὁ δύστυχος ἄνθρωπος πέθαινε. Ἡ Ἐκκλησία ὅμως δὲν κόβει κοστούμια γιὰ νὰ  τραβάει ἢ κόβει τὸν ἄνθρωπο ὥστε νὰ χωρέσει μέσα. Κάθε στολὴ θεοΰφαντη ποὺ προσφέρει ὁ Χριστός, εἶναι στὰ μέτρα τοῦ καθενὸς προσωπικά. Ἀρκεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἔχει ἀγαπητικὲς σχέσεις μαζί Του.

Σᾶς παρακαλῶ νὰ προσεύχεσθε γιὰ μένα. Θὰ προσεύχομαι καὶ ἐγὼ γιὰ σᾶς. Μὴ πάτε στὸν παράδεισο καὶ ἐμένα μ’ ἀφήσετε ἀπ’ ἔξω. Εἶναι ἁμαρτία αὐτό. Ἡ Ἁγία Τριάδα νὰ εἶναι μαζί σας.

Ἱερομόναχος Διονύσιος Βογλὸς

(Ἀπομαγνητοφωνημένη ὀμιλία)

Ο ιερομόναχος π. Διονύσιος Βογλός γεννήθηκε στο Βόλο στις 27 Ιανουαρίου 1954. Οι γονείς του Γεώργιος Βογλός και Γαρυφαλιά, είχαν άλλα τρία παιδιά μεγαλύτερα.

Σε νεαρότατη ηλικία αναχώρησε για το Άγιο Όρος όπου εγκαταλείποντας τα πάντα, εμπιστεύθηκε τον εαυτό του στον Δεσπότη Χριστό και κάτω από την σοφή καθοδήγηση του Γέροντος Εφραίμ (μαθητή του Γέροντα Ιωσήφ του Σπηλαιώτου), ασκήθηκε στην υπακοή, την προσευχή και την ισάγγελο πολιτεία. Αρχικά ασκήθηκε στο κελλί του αγίου Αρτεμίου και αργότερα στην Ι. Μονή Φιλοθέου.

Το 1990 χειροτονήθηκε στο Βόλο διάκονος και κατόπιν ιερέας από τον τότε Μητροπολίτη Δημητριάδος και Αλμυρού και  μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο. Συγχρόνως σπούδαζε στο  Πανεπιστήμιο Αθηνών Θεολογία στην οποία αρίστευσε.

Δύο χρόνια μετά τη χειροτονία του μετατέθηκε στην Αθήνα και τοποθετήθηκε στο παρεκκλήσιο του αγίου Δημητρίου Κυψέλης. Εκεί ανέπτυξε ευρύ πνευματικό έργο με  πλούσια κηρυκτική και ανέπαυσε πλήθος κόσμου με την εξομολόγηση.

Εκοιμήθη στις 27 Μαρτίου 2002 σε ηλικία 48 ετών μετά από σύντομη ασθένεια.