Ἐτικέττες

, ,

Εἰσήγηση τοῦ προϊσταμένου τῆς Ἐνορίας μας π.Φιλοθέου σὲ Ἡμερίδα Κληρικῶν τῆς Ἱ.Μητροπόλεως Παροναξίας τὴν Τετάρτη 10 Μαρτίου 2010.

Σεβασμιώτατε Μητροπολίτα Παροναξίας κ.Καλλίνικε,

ἀγαπητοὶ πατέρες,

Μὲ μεγάλη εὐχαρίστηση ἔλαβα τὴν πρόσκληση ἀπὸ τὸν σεβαστὸ Μητροπολίτη σας γιὰ τὴν παρουσία μου ἐδῶ σήμερα, ὥστε νὰ εἰσηγηθῶ πρὸς ἐσᾶς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖο μοῦ ἀνέθεσε, δηλαδὴ τὶς «Λειτουργικὲς ἰδιομορφίες τῶν Ἱ.Ἀκολουθιῶν τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς». Θὰ ἤθελα ἐπίσης νὰ πῶ ὅτι εἶναι ὁμολογουμένως ἀδήριτος ἡ ἀνάγκη συνάξεων μὲ τέτοιου εἴδους θέματα, ἀφοῦ ναὶ μὲν ἡ παράδοσή μας εἶναι μακρὰ καὶ ἰσχυρή, ἀλλὰ δυστυχῶς ἔχει πολλὲς φορὲς μᾶλλον παρασυρθεῖ σὲ διάφορες ἀβλεψίες ἢ καὶ «ταξες».

Θὰ πρέπει ἀκόμη ἐξ ἀρχῆς νὰ γίνει καὶ μία ἐπισήμανση· στὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία εἶναι γεγονὸς ὅτι ἰσχύει ἡ πολυμορφία, ἡ ὁποία ἕλκει τὴν καταγωγή της ἀπὸ τὶς διάφορες τοπικὲς Ἐκκλησίες καὶ τὶς συνήθειές τους.

Ἄλλο ὅμως πολυμορφία καὶ ἄλλο ἀσυδοσία περὶ τὴν Τάξη τῶν Ἱερῶν μας Ἀκολουθιῶν. Γνωρίζουμε ὅλοι ὅτι στὴν Ἐκκλησία μας κάθε κληρικὸς «χει τ δικό του τυπικ» καὶ οἱ συνέπειες ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι εἶναι πολλὲς φορὲς τραγικές. Οἱ παλαιότεροι συνήθως κληρικοὶ ἀδυνατοῦν νὰ ἀντιληφθοῦν ἐπὶ παραδείγματι κάποιες ἐσφαλμένες πρακτικές, διαμαρτυρόμενοι πὼς «τσι καναν ο παλαιο ερες». Ἔχουν δίκιο ἀπὸ τὴν ἄποψη ὅτι ὁ μόνος, στὸν ὁποῖο μαθήτευαν ὥστε νὰ ἀναλάβουν τὶς ποιμαντικὲς καὶ λειτουργικές τους εὐθύνες, ἦταν ὁ Ἱερέας τοῦ χωριοῦ ἢ τῆς Ἐνορίας τους εἰδικὰ σὲ παλαιότερες ἐποχές, πολὺ δύσκολες ἀπὸ πολλὲς ἀπόψεις.

Θὰ προσπαθήσουμε λοιπὸν ὅσο γίνεται περιεκτικότερα στὸν χρόνο, ποὺ μᾶς δόθηκε, νὰ κάνουμε κάποιες ἐπισημάνσεις στὶς ἰδιομορφίες τῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν αὐτῶν τῶν ἡμερῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν σὲ μιὰ τέτοια ὁμιλία νὰ ἐξαντληθοῦν τὰ μεγάλα καὶ ὁρισμένες φορὲς «σκοτειν» ὅσον ἀφορᾷ στὸ Τυπικὸ θέματα τῶν ἀκολουθιῶν αὐτῆς τῆς περιόδου.

Θὰ πρέπει ἐκ προοιμίου νὰ ὑπογραμμίσουμε κάποια πολὺ βασικά πράγματα.

Τὸ ἐν χρήσει σύστημα τῶν ἀκολουθιῶν τοῦ νυχθημέρου ἔχει τὴν καταγωγή του στὸν Μοναχισμὸ καὶ ἰδιαιτέρως τὴν Λαύρα τοῦ Ἁγίου Σάββα στὰ Ἱεροσόλυμα. Εἶναι γνωστὸ ὅτι οἱ Ἱερὲς Ἀκολουθίες τῶν Ἐνοριῶν τελοῦνταν κατὰ τὸ Ἀσματικὸ Τυπικό, ἕνα Τυπικὸ ἐντελῶς διαφορετικό, ὅπου τονιζόταν ἰδιαιτέρως ἡ συμμετοχὴ καὶ συμψαλμῳδία τοῦ λαοῦ. Ἀρκετὰ νωρὶς καὶ γιὰ διαφόρους λόγους ἄρχισε νὰ διαδίδεται καὶ στοὺς ἐνοριακοὺς ναοὺς τὸ Μοναχικὸ Τυπικὸ καὶ ἐπεκράτησε ὁριστικὰ πλέον καὶ σὲ αὐτούς. Καὶ αὐτὸ τὸ βασικὸ βιβλίο τῆς ὑπὸ ἐξέτασιν περιόδου, τὸ Τριῴδιο, εἶναι διαρθρωμένο καὶ καταστρωμένο ἀκριβῶς γιὰ τοὺς μοναχοὺς καὶ καθορίζει μὲ κάθε δυνατὴ λεπτομέρεια τὴν μοναστηριακὴ ἀκολουθία: π.χ. ἀριθμὸς γονυκλισιῶν, ἀπαγόρευση συντυχιῶν καὶ συνομιλιῶν μετὰ τὸ πέρας τοῦ Ἀποδείπνου κ.ο.κ.

Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἀκολουθίες μας τελοῦνται κατὰ τὸ Μοναχικὸ Τυπικὸ αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι καὶ στὴν πράξη ἰσχύει κάτι τέτοιο καὶ τοῦτο γιὰ εὐνόητους λόγους. Οἰκογενειακές, ἐπαγγελματικὲς καὶ ἄλλες ἐνασχολήσεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσουν κάποιον – ὅσο πιστὸς κι ἂν εἶναι – νὰ μεταβαίνει γιὰ ὧρες πολλὲς στὸν Ναὸ καὶ νὰ συμμετέχει στὶς ἀκολουθίες. Αὐτὸ ἔχει σὰν ἀποτέλεσμα αὐτὲς νὰ κατανεμηθοῦν σὲ δύο ὁμάδες: τὸ ἀπόγευμα τὸ Μεγάλο Ἀπόδειπνο καὶ τὸ πρωὶ ὅλες οἱ ὑπόλοιπες ἀκολουθίες (Μεσονυκτικό, Ὄρθρος, Ὧρες, Ἑσπερινός).

Ἐπίσης ὑπάρχει λειψανδρία στὶς Ἐνορίες. Σίγουρα οἱ περισσότεροι ἔχουμε παρευρεθεῖ σὲ κάποια ἀκολουθία σὲ μιὰ Ἱ.Μονὴ τοῦ Ἁγ. Ὄρους. Ἕνας μεγάλος ἀριθμὸς ἀνθρώπων ἀσχολεῖται μὲ τὴν τέλεση τῶν ἀκολουθιῶν. Ἐκεῖ τίποτε δὲν περικόπτεται στὴν Λατρεία διότι ἀποτελεῖ τὴν κύρια ἀσχολία τῶν μοναχῶν καὶ δὲν ὑφίσταται προβληματισμὸς στὸ ποιὸς θὰ ψάλλει ἢ ποιὸς θὰ ἀναγνώσει καὶ ποιὸς θὰ βοηθήσει στὶς ἀκολουθίες.

Ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι σὲ μιὰ Ἐνορία ἀκόμη καὶ πολυάνθρωπη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν ὅλοι αὐτοὶ καὶ βεβαίως πολὺ περισσότερο νὰ γνωρίζουν μὲ λεπτομέρειες τὸ Τυπικό, ὥστε νὰ συμβάλλουν ἐνεργὰ καὶ μὲ εὐθύνη στὶς ἱερὲς ἀκολουθίες. Ὅλοι μας διακονοῦμε σὲ Ἐνορίες καὶ γνωρίζουμε τὴν ὑφισταμένη κατάσταση.

Ἄρα καὶ περικοπὲς θὰ γίνουν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἕνας – δυὸ ἄνθρωποι νὰ τελέσουν τὴν ἀκολουθία ἐπὶ παραδείγματι τοῦ Ὄρθρου ποὺ κανονικὰ διαρκεῖ ἴσως καὶ 2-3 ὧρες στὴν κανονική της ἔκταση – ἐὰν ψαλλοῦν ὅλα τὰ ψαλλόμενα καὶ ἀναγνωσθοῦν ὅλα τὰ ἀναγινωσκόμενα, ποὺ προβλέπονται. Μὴν παραβλέπουμε καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ἱερέας τὶς περισσότερες ἀκολουθίες τελεῖ μόνος του καὶ συνήθως δὲν ὑπάρχει καὶ κανεὶς νὰ ἀπαντήσει στὶς δεήσεις μὲ ἕνα «Κριε λησον».

Εἶναι ὅμως ἡ περίοδος ποὺ διανύουμε περίοδος ἀσκήσεως, περισσότερης καὶ μεγαλύτερης προσπάθειας καὶ ὅλοι διακρίνουμε τὴν ἀγάπη τῶν χριστιανῶν μας, ποὺ θέλουν νὰ διαθέσουν κάπως περισσότερο χρόνο γιὰ νὰ βρεθοῦν στὸν Ναὸ καὶ νὰ συμμετάσχουν στὰ τελούμενα. Ἀγωνίζονται ὅσο μποροῦν μέσα στὶς δυσκολίες τοῦ καθημερινοῦ τους βίου  διὰ τοῦ ἀγῶνος, τῆς νηστείας καὶ τῆς αὐξημένης προσοχῆς καὶ προσευχῆς «κατακρίτως φθσαι προσκυνσαι κα τν γίαν νάστασιν»[1].

Εἶναι ἐπίσης δεδομένο – νομίζω – ὅτι ἐὰν κάποιος θελήσει νὰ διαπιστώσει τὴν ἰδιαιτερότητα τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν αὐτῶν τῶν ἡμερῶν θὰ τὴν συναντήσει κατὰ κύριο λόγο στὶς ἀκολουθίες τῶν καθημερινῶν. Τὰ Σαββατοκύριακα λειτουργοῦν ὡς μικρὲς νησίδες ἀνάπαυσης καὶ ἀναψυχῆς στὸ «μέγα πέλαγος τς νηστείας»[2] τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἀφοῦ ἤδη μετὰ τὸ πέρας τῆς Προηγιασμένης τῆς Παρασκευῆς ἀφαιροῦνται τὰ πένθιμα καλύμματα ἀπὸ τὴν Ἁγ.Τράπεζα καὶ τὸν Ναό[3], ὁ ἱερεὺς δὲν λειτουργεῖ μὲ πένθιμα ἀλλὰ μὲ τὰ συνηθισμένα του, χαρμόσυνα – ἂν θέλετε – ἄμφιά του, παύει ἡ εὐχὴ τοῦ Ὁσ.Ἐφραὶμ καὶ οἱ μετάνοιες ποὺ τὴν συνοδεύουν, καταλύεται ἡ νηστεία, τελοῦνται τελεῖες Θεῖες Λειτουργίες καὶ τὰ τελευταῖα χρόνια τελεῖται ἡ – ἄγνωστη στὰ ἀρχαιότερα Τυπικὰ – ἀκολουθία τῶν Χαιρετισμῶν[4].

Θὰ μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ κάνω μία παρένθεση ἐδώ, ἡ ὁποία ἐμπίπτει καὶ στὸ ὑπὸ διαπραγμάτευση θέμα· εἶναι ἀπαράδεκτη  ἡ κατὰ τὰ Σαββατοκύριακα χρήση πενθίμων ἀμφίων[5]. Δὲν συνᾴδει οὔτε μὲ τὶς Τυπικὲς διατάξεις, οὔτε βεβαίως καὶ μὲ τὴν τέλεση τῶν Θείων Λειτουργιῶν τοῦ Μεγ.Βασιλείου καὶ τοῦ ἱ.Χρυσοστόμου. Ἐφ’ ὅσον τελεσιουργεῖται τὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἔχουμε Πάσχα καὶ τὸ Πάσχα δὲν πενθοῦμε, ἄρα δὲν φέρουμε καὶ πένθιμα ἄμφια. Ἄλλωστε ἡ Κυριακὴ ἀποτελεῖ τὸ ἑβδομαδιαῖο Πάσχα τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ἡ βασικότερη ἰδιαιτερότητα τῶν καθημερινῶν τῆς Μεγ. Τεσσαρακοστῆς εἶναι ὅτι οἱ ἡμέρες αὐτὲς εἶναι ἄμνημες. Σύμφωνα μὲ τὸν να΄ (51ο) κανόνα τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου· «ο δε ν τ Τεσσαρακοστ μαρτύρων γενέθλια πιτελεν, λλ τν γίων μαρτύρων μνήμας ποιεν ν τος σαββάτοις κα τας Κυριακας»[6].

Ὁ κανόνας αὐτὸς ἐν πολλοῖς διατηρήθηκε σχεδὸν ἀπαρέγκλιτα γι’ αὐτὸ καὶ οἱ ἀκολουθίες τῆς περιόδου παρέμειναν ἄμνημες. Ὅλα (ἢ τὰ περισσότερα τουλάχιστον) τελοῦνται ἐπὶ τὸ ἀρχαϊκώτερον θὰ λέγαμε. Παραμένει τὶς Κυριακὲς ἡ χρήση τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ Μεγ.Βασιλείου, ἡ ἀρχαία ἐπίσημος Θεία Λειτουργία τῆς Ἀνατολῆς μὲ τὸ γνωστὸ – νεώτερο – περιεχόμενο τῶν ἑορτῶν τῶν Κυριακῶν· τὰ Σάββατα τελεῖται τοῦ ἱ.Χρυσοστόμου καὶ οἱ ὑπόλοιπες ἡμέρες τῶν Νηστειῶν εἶναι ἡμέρες ἀφιερωμένες κατὰ κύριο λόγο στὴν δοξολογία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἐξ οὗ καὶ δὲν ψάλλεται «Θεὸς Κύριος» κατὰ τὸν Ὄρθρο, ἀλλὰ ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ «λληλούϊα»[7] (δηλαδὴ «ανετε τν Κύριον») καὶ ἀκολουθοῦν τὰ τριαδικὰ τροπάρια, ἀφοῦ δὲν ψάλλονται ἀπολυτίκια.

Στοὺς Ἑσπερινούς, κατὰ τοὺς ὁποίους δὲν τελεῖται συναπτῶς Προηγιασμένη, ψάλλονται ὡς ἀπολυτίκια τέσσερα θρηνώδη τροπάρια, τὰ «Θεοτόκε Παρθένε», «Βαπτιστ το Χριστο», κτλ[8]. Χαρακτηριστικὸ ἀκόμη τοῦ «ἀμνήμονος» τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ὄρθρου εἶναι καὶ τὸ Φωταγωγικό. Εἶναι τροπάριο ἀφιερωμένο στὸν ἐξαποστέλλοντα τὸ φυσικὸ φῶς τοῦ ἡλίου, τὸν ἐνανθρωπήσαντα Κύριο, τὸν Ὁποῖο παρακαλεῖ ὁ πιστὸς νὰ τοῦ στείλει τὸ φῶς τῆς γνώσεώς Του, ὥστε νὰ τοῦ φωτίσει τὴν καρδιὰ καὶ τὴν διάνοια. Μὲ αὐτὴν τὴν ἑρμηνεία ἀντιλαμβανόμαστε γιατὶ τὰ τροπάρια αὐτὰ ποὺ προηγούνται τῶν Αἴνων ὀνομάσθηκαν Ἐξαποστειλάρια.

Δηλαδὴ μὲ ἁπλὰ λόγια δὲν ἑορτάζεται κάποιος Ἅγιος κατ’ αὐτὲς τὶς ἡμέρες. Καὶ δὲν ἐννοοῦμε βεβαίως τὸ Συναξάριο τῆς ἡμέρας· αὐτὸ ἀναγινώσκεται καὶ τὴν ἡμέρα τοῦ Πάσχα ἀκόμη, μετὰ τὴν ς΄ ὠδὴ τῶν κανόνων. Τὰ Μηναῖά μας γιὰ τοὺς Ἁγίους αὐτῆς τῆς περιόδου δὲν συμπεριλαμβάνουν κάτι περισσότερο ἀπὸ τὰ βασικά, δηλαδὴ τρία στιχηρὰ στὸν Ἑσπερινὸ καὶ τὸν Κανόνα στὸν Ὄρθρο.

Ἡ ἰδιαιτερότητα τῶν ἡμερῶν στηρίζεται καὶ σὲ δύο ἀκόμη ἱεροὺς κανόνες ἐκτὸς τοῦ προαναφερθέντος. Ὁ ἕνας προβλέπει τὸν ἄλλον. Πρόκειται γιὰ τὸν μθ΄ (49ο) τῆς Συνόδου τῆς Λαοδικείας καὶ τὸν νβ΄ (52ο) τῆς ἐν Τρούλλῳ. Ὁ πρῶτος λέγει ἐπὶ λέξει· «τι ο δε ν τ Τεσσαρακοστ ρτον προσφέρειν, ε μ ν σαββάτ κα Κυριακ μόνον»[9] καὶ ὁ δεύτερος· «ν πάσαις τας τς γίας Τεσσαρακοστς τν νηστειν μέραις, παρεκτς σαββάτου, κα Κυριακς, κα τς γίας το Εαγγελισμο μέρας, γινέσθω, τν προηγιασμένων ερ λειτουργία»[10]. Δηλαδὴ ἡ τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας θεωρεῖται καὶ εἶναι πανηγυρισμός, ἀφοῦ καὶ κατὰ τὸν Βαλσαμῶνα «τ προσάγειν τ Θε θυσίαν, πανηγυρίζειν στί»[11]. Θυσία λοιπὸν συνεπάγεται πανήγυρι· καὶ ἀφοῦ ἀπαγορεύεται ἡ θυσία, ἀπαγορεύεται καὶ ἡ πανήγυρις. Καὶ τοῦτο «δι τ τς λλας μέρας τς Τεσσαρακοστς ταπεινώσεως εναι καιρόν, κα φείλειν καστον τν πλημμελημάτων τν πίγνωσιν φέρειν, κα μ φέντα τν περ τατα σπουδήν, πρς ορτς ποκλίνειν, κα κατ τατ στυγνάζειν, κα πνευματικς γαλλιάσεως μπιπλσθαι παρ καιρὸν»[12] κατὰ τὴν ἑρμηνεία τοῦ Ἀριστηνοῦ.

Τὰ θέματα τῶν ἀκολουθιῶν τοῦ νυχθημέρου εἶναι τὰ ἀνήκοντα στὸν ἑβδομαδιαῖο ἑορταστικὸ κύκλο, ἐνῷ τὰ τροπάρια τῶν καθημερινῶν τοῦ Τριῳδίου ἀντλοῦν τὴν θεματολογία τους ἀπὸ τὴν παρελθοῦσα ἢ καὶ τὴν ἑπομένη Κυριακή, κυρίως ὅμως πρὸ τῆς νεωτέρας διαμορφώσεως τῶν Στουδιτῶν καὶ τῆς ἐντάξεως στὴν περίοδο αὐτὴ καὶ τῆς μνήμης τοῦ Ἁγ.Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ τὸν 14ο αἰ.[13].

Μοναδικὴ ἐξαίρεση στὸν ἐν λόγῳ κανόνα – ὅπως εἴδαμε – ἀποτελεῖ ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, κατὰ τὴν ὁποία σύμφωνα μὲ τὸ Τυπικὸ τοῦ Ἁγ.Σάββα τὴν μὲν παραμονὴ τελεῖται ὁ Ἑσπερινὸς μετὰ Προηγιασμένης Θείας Λειτουργίας, τὴν δὲ κυριώνυμο ἡ Θεία Λειτουργία τοῦ ἱ.Χρυσοστόμου μετὰ τὴν Τριθέκτη καὶ μετὰ Ἑσπερινοῦ[14], ἀμφότερες συνηρμοσμένες μετὰ Τριῳδίου. Αὐτὰ ὅμως γιὰ τὰ Μοναστήρια ὅπου κατὰ τὸ Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας: «ν τας ερας Μονας δι τν διαφορν το μοναχικο βίου κα δι τ τελεσθαι πάντοτε ν ατας γρυπνίαν, τελεται τ παραμον Προηγιασμένη μετ (τοῦ) μικρο σπερινο(τῆς ἑορτῆς), τν ρχαίων κτητορικν Τυπικν μετακινήτων διαμενόντων». Στὶς Ἐνορίες δὲν τελεῖται Προηγιασμένη τὴν παραμονὴ καὶ κατὰ τὴν κυριώνυμο καταλιμπάνονται πάντα τὰ τοῦ Τριῳδίου καὶ ψάλλονται ἀμιγῶς τὰ τῆς ἑορτῆς[15].

Ἑορτασμὸς μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ὅρου ποὺ ἐξηγήσαμε παραπάνω δὲν ὑφίσταται λοιπόν. Ἕνα εἶδος ἐξαιρέσεως ἀποτελοῦν ἀκόμη τρεῖς ἑορτές, οἱ ὁποῖες δύναται νὰ συμπέσουν κατὰ τὴν ἐξεταζομένη περίοδο. Πρόκειται γιὰ τὴν μνήμη τοῦ Ἁγ.Χαραλάμπους, καὶ τῶν Ἁγ.Τεσσαράκοντα καθὼς καὶ γιὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Α΄ καὶ Β΄ εὑρέσεως τῆς Κεφαλῆς τοῦ Τιμ.Προδρόμου.

Κατὰ τὸ ἰσχύον Τυπικὸ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, ὅταν αὐτὲς συμπέσουν ἐν καθημερινῇ τότε κατὰ μὲν τὴν παραμονὴ ὁ Ἑσπερινός τους συμψάλλεται μετὰ Τριῳδίου, ὁ Ὄρθρος τους ψάλλεται ἀμιγῶς, ἄνευ δηλαδὴ τριῳδίου, πανηγυρικά, καὶ οἱ ὧρες λιτές. Τελεῖται ἐν συνεχείᾳ Προηγιασμένη, κατὰ τὴν ὁποία προβλέπονται καὶ πάλι Ἑσπέρια Στιχηρὰ τοῦ Ἁγίου καθὼς καὶ ἀποστολικὸ καὶ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα. Προβλέπεται ἐπίσης κατάλυση οἰνελαίου. Κατὰ τὰ μοναστηριακὰ ὅμως Τυπικὰ ἡ διάταξη διαφέρει καὶ ὁ Ὄρθρος ψάλλεται ἐπίσης μετὰ τριῳδίου.

Ἐὰν τυχὸν θελήσουμε νὰ ἑορτάσουμε ἐπισήμως καὶ κάποιον ἄλλον Ἅγιο, συνήθως τοπικὸ ἢ ἐὰν ὑπάρχει ἅγιο λείψανο σύμφωνα μὲ τοὺς προαναφερθέντες κανόνες θὰ πρέπει νὰ μεταφερθεῖ κατὰ τὸ προηγούμενο ἢ τὸ ἑπόμενο Σαββατοκύριακο. Αὐτὸ ἔπραξαν οἱ πατέρες μας μεταθέτοντας παλαιότερα κάποιες ἑορτὲς τὶς Κυριακὲς ὅπως γιὰ παράδειγμα τὴν ἑορτὴ τοῦ διὰ κολλύβων θαύματος τοῦ ἁγίου Θεοδώρου ἢ οἱ Στουδίτες μεταθέτοντας γιὰ παράδειγμα τὶς μνῆμες τοῦ Ὁσ.Ἰωάννου τῆς Κλίμακος καὶ τῆς Ὁσ.Μαρίας τῆς Αἱγυπτίας στὶς ἀντίστοιχες Κυριακές.

Ἐὰν παρὰ ταῦτα ἐπιμένουμε καὶ θέλουμε νὰ τὸν «ορτάσουμε» κατὰ τὶς καθημερινὲς τῆς νηστείας μετὰ Προηγιασμένης τότε ὁ Ἑσπερινὸς τῆς παραμονῆς, ὁ Ὄρθρος, οἱ Ὧρες καὶ ὁ Ἑσπερινὸς μετὰ Προηγιασμένης ψάλλονται ἀναλόγως μὲ τὶς προαναφερθεῖσες ἑορτὲς τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα κλπ.

Ἂς δοῦμε τώρα κάποιες λεπτομέρεις, ποὺ ἀφοροῦν εἰδικὰ θέματα.

– Τὸ «Βασιλε οράνιε…» λέγεται, ὡς γνωστὸν στὴν ἀρχὴ τοῦ Ὄρθρου μόνον ἐὰν δὲν προηγήθηκε αὐτοῦ ἡ ἀκολουθία τοῦ Μεσονυκτικοῦ, ἤτοι – κατὰ τὴν νεωτέρα τάξη – τὴν Δευτέρα τῆς α΄ ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν[16]. Κατὰ τὰ διάφορα μοναστηριακὰ Τυπικὰ ὅμως, ὅπως γιὰ παράδειγμα τὸ τῆς Διονυσίου[17] ἢ τὸ τῆς Ξηροποτάμου[18] τὸ Μεσονυκτικὸ τελεῖται καὶ τότε κατὰ τὴν τάξιν αὐτοῦ[19].

– Δὲν θὰ εἰσέλθουμε σὲ λεπτομέρειες τῆς ἰστορικῆς ἐξελίξεως τῆς ψαλμῳδήσεως ἢ ἀναγνώσεως τῶν βιβλικῶν ᾠδῶν. Αὐτὸ θὰ μποροῦσε νὰ ἀποτελέσει καὶ θέμα ἰδιαιτέρας εἰσηγήσεως σὲ ἕνα λειτουργικὸ Συνέδριο. Θὰ ἀναφέρουμε ἁπλὰ ὅτι σήμερα κατὰ τὴν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου ἀναγινώσκονται – μᾶλλον προαναγινώσκονται – τῶν κανόνων οἱ ᾠδὲς. Τὴν Μεγ. Τεσσαρακοστὴ καὶ ἡ δευτέρα ᾠδὴ κάθε Τρίτη, λόγῳ τοῦ πενθίμου περιεχομένου της, ποὺ συνᾴδει μὲ τὴν περίοδο. Ἀπὸ τὶς ἐννέα ᾠδὲς τοῦ Ψαλτηρίου στιχολογοῦνται ὁλόκληρες ἐκεῖνες τῶν ὁποίων ὑπάρχουν στὸ Τριῴδιο τριῴδια ἤ τετραῴδια, τῶν ὑπολοίπων μόνον ἡ ἐπικεφαλίδα καὶ οἱ δύο τελευταῖοι στίχοι μὲ τὰ «Δόξα. Κα νν». Ἡ η΄ καὶ ἡ θ΄ στιχολογοῦνται καθημερινὰ ὁλόκληρες. Ἀκόμη στιχολογοῦνται ὁλόκληρες ἡ ς΄ καὶ ζ΄ μόνο κάθε Σάββατο καὶ τὴν Παρασκευὴ τῆς Τυρινῆς ἑβδομάδος[20].

– Ὑφίσταται ἕνα θέμα περὶ τῶν ψαλλομένων εἱρμῶν μετὰ τὴν γ΄ καὶ ς΄ ᾠδή· μετὰ τὴν γ΄ ᾠδὴ ψάλλεται ὁ εἱρμὸς τοῦ Μηναίου καὶ μόνον κάθε Τετάρτη ὁ τοῦ Τριῳδίου, μετὰ δὲ τὴν ς΄ κατὰ τὶς ὑπόλοιπες ἡμέρες ψάλλεται πάντοτε ὁ τοῦ Μηναίου. Τοῦτο διότι μόνον κατὰ τὴν Τετάρτη ἔχει Τριῴδιον ἡ γ΄ ᾠδή[21]. Στὴν η΄ καὶ στὴν θ΄ ψάλλεται πάντοτε ὁ εἱρμὸς τοῦ Τριῳδίου.

– Κατὰ τὸ Τυπικὸ πρὸ τοῦ Συναξαρίου μετὰ τὴν ς΄ ᾠδὴ προηγεῖται ἕνα τροπάριο, τὸ μαρτυρικό. Κατὰ τὴν σημερινὴ μοναστηριακὴ πράξη ἀναγινώσκεται πάντοτε τὶς καθημερινὲς τὸ μαρτυρικὸ τοῦ ἤχου καὶ καταλιμπάνεται τὸ Κοντάκιο τοῦ Ἁγίου ἐὰν ἔχει. Ὑφίσταται ὅμως καὶ κάποια διχογνωμία στὰ Τυπικά. Στὸ Τυπικὸ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας[22] καθὼς καὶ τὸ Τριῴδιο[23] σημειώνεται ὅτι «ἐὰν γιος τς μέρας χ Κοντάκιον, λέγεται τοτο μετ τν ατησιν τς ς΄ δς, τ δ Μαρτυρικν συνάπτεται μετ τν λοιπν καθισμάτων». Τὰ μοναστηριακὰ Τυπικὰ ὅμως ὑπογραμμίζουν[24] ὅτι κατὰ τὶς καθημερινὲς μετὰ τὴν αἴτηση ποὺ ἕπεται τῆς ς΄ ᾠδῆς τοῦ κανόνα ἀναγινώσκεται πάντοτε τὸ μαρτυρικὸ καὶ τοῦτο διότι δὲν ἔχει ὁ Ἅγιος ἔστω καὶ ἕνα Δοξαστικό[25].

– Κατὰ τὴν περίοδο τῶν Νηστειῶν ἀναγινώσκονται καὶ οἱ Ὧρες. Εἶναι γεγονὸς ὅτι κατὰ τὸ μοναχικὸ Τυπικὸ αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ κάτι τὸ ἰδιαίτερο, ἀφοῦ καθημερινῶς στὶς Μονὲς τελοῦνται καὶ αὐτὲς οἱ σύντομες ἀκολουθίες. Συνήθως ἡ α΄ ὥρα μὲ τὸν Ὄρθρο, ἡ θ΄ πάντοτε μὲ τὸν Ἑσπερινὸ καὶ οἱ γ΄ καὶ ς΄ ἢ κατ’ ἀκρίβειαν πρὸ τῆς Θείας Λειτουργίας ἢ κατ’ οἰκονομίαν πρὸ τῆς μεσημβρινῆς τράπεζας μὲ τὴν Μικρὴ Παράκληση. Τὸ ἰδιάζον σ’ αὐτὲς εἶναι ἡ ψαλμῴδηση κάποιων τροπαρίων, τῶν μετὰ τοὺς τρεῖς ψαλμούς καὶ τὸ κάθισμα καὶ βεβαίως ἡ εὐχὴ τοῦ Ὁσ.Ἐφραίμ, ποὺ προηγεῖται τῆς εὐχῆς ἑκάστης ὥρας.

Στὰ διάφορα Ὡρολόγια καὶ βοηθήματα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς οἱ ὧρες γ΄ καὶ θ΄  ἔχουν ἰδιαίτερη ἔναρξη (μετὰ τοῦ «Ελογητς» καὶ τοῦ μετ’ αὐτὸ Τρισαγίου). Αὑτὸ προβλέπεται καὶ ἀπὸ τὸ Τυπικό. Τοῦτο μόνον ἐφ’ ὅσον τελεσθοῦν ξεχωριστὰ ἡ μὲν τῆς α΄ ὥρας ἡ δὲ τῆς ς΄.[26]. Ἐὰν τελεσθοῦν ὅλες συναπτά,  δὲν ἀπαιτεῖται Τρισάγιο κλπ. ἀλλὰ ἄρχονται ἀμέσως μετὰ τοῦ «Δετε προσκυνήσωμεν».

– Τὸ τροπάριο τῆς προφητείας στὴν ΣΤ΄ ὥρα (ὅπως καὶ ὅλα τὰ προκείμενα τοῦ Τριῳδίου) πρέπει νὰ ψάλλεται κι αὐτὸ γιατὶ δὲν ἔχει νόημα ἡ ἀναγραφὴ καὶ ἡ πρὸ αὐτοῦ ἀναγγελία τοῦ ἤχου[27]. Ὑπενθυμίζουμε ὅτι ὅλα τὰ προκείμενα καὶ οἱ στίχοι τους βρίσκονται στὰ λειτουργικά μας βιβλία – καὶ στὸ Τριῴδιο – συνήθως κολοβωμένα (ὡς ὑπενθυμήσεις), ὡς ἐκ τούτου ἐπιβάλλεται ἡ ἀπὸ τοῦ Ψαλτηρίου ψαλμῴδηση πλήρων τῶν στίχων.

– Ἡ εὐχὴ τῆς θ΄ Ὥρας «Δέσποτα Κύριε ησο Χριστ Θεός», δυστυχῶς δὲν προβλέπεται, οὔτε καὶ συμπεριλαμβάνεται στὴν βοηθητικὴ ἔκδοση τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας γιὰ τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Κακῶς ὅμως. Αὐτὸ πιθανῶς ὀφείλεται σὲ παρερμηνεία ἀσαφῶν διατάξεων κάποιων Τυπικῶν, ἂν καὶ κάποια διευκρινίζουν ὅτι λέγεται ἡ συγκεκριμένη εὐχή[28]. Ὀφείλεται ἀκόμη καὶ στὰ χέρια μερικῶν ἐπιμελητῶν νεωτέρων ἐκδόσεων[29]. Ἤδη στὴν τελευταία ἔκδοση τοῦ βιβλίου τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, τὴν ὁποία ἔχει ἐπιμεληθεῖ ὁ π.Κωνσταντῖνος Παπαγιάννης, συμπεριελήφθη ἡ εὐχὴ τῆς Θ΄ ὥρας[30].

– Ὡς γνωστὸν μετὰ τὸ πέρας τῆς ἀκολουθίας τῆς Θ΄ Ὥρας ἐπισυνάπτεται ἡ ἀκολουθία τῶν Τυπικῶν. Πρόκειται γιὰ μιὰ ἰδιόμορφη ἀκολουθία τοῦ μοναχικοῦ Τυπικοῦ. Τελοῦνταν ἀπὸ ἱερέα ἀρχικὰ κατὰ τὶς ἡμέρες ποὺ δὲν προβλεπόταν ἡ τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας ἢ ὅταν δὲν ὑπῆρχε ἱερέας γιὰ ὀμαδικὴ ἢ ἰδιωτικὴ κοινωνία τῶν ἀχράντων μυστηρίων. Σήμερα βέβαια ἔχει ἀλλάξει ἡ χρήση της – δύναται πιὰ νὰ τελεῖται καθημερινὰ ἡ Θεία Λειτουργία – ἀλλὰ ἡ ἀκολουθία αὐτὴ καὶ πάλι τελεῖται· ἐκτὸς Μεγ.Τεσσαρακοστῆς τελεῖται μετὰ τὴν ἕκτη ὥρα (θὰ δοῦμε ἀμέσως πῶς)· κατὰ τὴν Μεγ.Τεσσαρακοστὴ μετὰ τὴν Θ΄ ὥρα λόγῳ τῆς ἐπιβαλλομένης παρατεταμένης νηστείας. Συμπεριλαμβάνει δὲ ὅλα ἐκεῖνα θὰ λέγαμε ποὺ λέγει ὁ λαὸς κατὰ τὴν Θεία Λειτουργία, τοὺς ρβ΄ καὶ ρμε΄ ψαλμούς, δηλαδὴ τὰ λεγόμενα Τυπικά, τοὺς μακαρισμοὺς (σὲ ἀντικατάσταση τοῦ εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος), τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, τὴν Κυριακὴ προσευχὴ καὶ τοὺς λγ΄ καὶ ρμδ΄ ψαλμούς. Τώρα πιὰ ποὺ δὲν τελεῖται αὐτοτελῶς τὰ μὲν Τυπικὰ καὶ οἱ μακαρισμοὶ ἐντάχθηκαν στὴν ἔναρξη τῶν τελείων Θείων Λειτουργιῶν, τὸ «Πιστεύω» καὶ τὸ «Πάτερ μν» ἀπαγγέλονται στὴ θέση τους καὶ οἱ δύο τελευταῖοι ψαλμοὶ ἀναγινώσκονται (κανονικὰ καὶ κατὰ τὶς τελεῖες Θεῖες Λειτουργίες) κατὰ τὴν διανομὴ τοῦ ἀντιδώρου[31]. Τὴν περίοδο τῆς Μεγ.Τεσσαρακοστῆς ἡ ἀκολουθία τῶν Τυπικῶν μοιράζεται στὴν Θ΄ Ὥρα καὶ στὴν Προηγιασμένη.

Κατὰ τὴν ἀκρίβεια τοῦ Τυπικοῦ τὸ «Πάτερ, μν…», τὸ ὁποῖο ἀναγινώσκεται μετὰ τὸ Σύμβολον καὶ τὸ «νες, φες…» στὴν ἐπισυναπτόμενη στὴν Θ΄ Ὥρα ἀκολουθία τῶν Τυπικῶν θὰ πρέπει νὰ παραλείπεται ὅταν τελεῖται ἡ Θεία Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων, καθ’ ὅσον θὰ ἀναγνωσθῇ κατ’ αὐτήν[32].

– Εἰσαγωγικὰ γιὰ τὴν Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων θὰ πρέπει νὰ εἰπωθεῖ ὅτι πρόκειται – ὡς γνωστὸν – γιὰ Ἑσπερινὸ καὶ παράθεση προηγιασμένων τιμίων δώρων πρὸς Θεία Κοινωνία ὑπὸ τῶν πιστῶν. Ἀποτελεῖ συνδυασμὸ τοῦ ᾀσματικοῦ καὶ τοῦ μοναχικοῦ τύπου τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν. Καὶ τοῦτο λόγῳ τῆς συντηρητικότητας γενικὰ τῆς περιόδου[33].

 – Ὅπως ἀναφέρει ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς Ἰ.Μ.Φουντούλης «κατ τ χειρόγραφα … (ἀφοῦ λάβει καιρὸ ὁ ἱερεὺς καὶ ἐνδυθεῖ μετὰ τὸ πέρας τῆς Θ΄) θυμι ερες τ βμα κα τν λαν κα ετα ρχεται τς λειτουργίας. Κατ τς νεωτέρας διατάξεις «καιρς» λαμβάνεται κατ τν νάγνωση τν ψαλμν τς Θ΄ ρας κα θυμίασις γίνεται κατ τος μακαρισμούς. μετάθεσις φείλεται ες τν ν τ μεταξ πικρατήσασαν νάγνωσιν τν τροπαρίων κλπ. κα τν κ τούτου λλειψιν το παιτουμένου δι τν προετοιμασίαν το ερέως χρόνου. προσφορ θυμιάματος χει προπαρασκευαστικν χαρακτρα δι τν τέλεσιν τς θείας λειτουργίας»[34]. Κατὰ τὴν ψαλμῴδηση τῶν μακαρισμῶν λοιπὸν θυμιᾶται ὁλόκληρος ὁ Ναός[35]. Ἡ ἐπ’ αὐτοῦ κάποια ἀσάφεια τῶν Τυπικῶν ἴσως ὀφείλεται στὸ ὅτι ἐκθέτουν ἀναλυτικὰ τὴν ἀκολουθία τῆς Θ΄ Ὥρας τὴν Δευτέρα τῆς α΄ ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν, ὁπότε δὲν τελεῖται Προηγιασμένη καὶ ὄχι τὴν Τετάρτη.

– Οὐδεμία διάταξη τοῦ Τυπικοῦ ἀπαγορεύει τὴν καθ’ ἑκάστην κατὰ τὶς καθημερινὲς τέλεση Προηγιασμένης Θείας Λειτουργίας. Δὲν τὸ ἀπαγορεύουν οὔτε οἱ κανόνες ποὺ εἴδαμε. Τὸ ἐλάχιστον μόνον προβλέπεται, δηλαδὴ ἡ τέλεσή της «κατ πσαν Τετάρτην κα Παρασκευήν, τ Πέμπτη το Μεγάλου Κανόνος, κατ τς τρες πρώτας μέρας τς Μεγάλης βδομάδος κα κατ τς ορτς τς α΄ κα β΄ ερέσεως τς Κεφαλς το Τιμ. Προδρόμου κα τν γ. Τεσσαράκοντα Μαρτύρων»[36]. Κι αὐτὸ διότι ὑπῆρχε ἀρχαία συνήθεια οἱ χριστιανοὶ νὰ κοινωνοῦν τουλάχιστον τέσσερεις φορὲς τὴν ἑβδομάδα, δηλαδὴ Τετάρτη, Παρασκευή, Σάββατο καὶ Κυριακὴ καὶ ὅσες φορὲς τελοῦνταν ἡ Θεία Λειτουργία ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος[37].

Ἁκριβῶς ἔτσι βρίσκονται κατανεμημένες καὶ οἱ ἱερὲς ἀκολουθίες στὸ βιβλίο τοῦ Τριῳδίου. Ὡς ἐκ τούτου ἐὰν τελεσθεῖ Προηγιασμένη σὲ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἡμέρα ἐκτὸς Τετάρτης καὶ Παρασκευῆς καὶ ἐπειδὴ τὰ ψαλλόμενα στιχηρὰ τοῦ Ἑσπερινοῦ μετὰ Προηγιασμένης εἶναι δέκα, θὰ πρέπει καὶ κατ’ αὐτὲς νὰ συμπληρώνονται τὰ στιχηρά, ὥστε νὰ ψαλλοῦν δέκα. Σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση ψάλλονται τὰ τροπάρια ὡς ἑξῆς· πρῶτο ψάλλεται τὸ Ἰδιόμελο τῶν ἀποστίχων τοῦ Τριῳδίου διπλό, ἐν συνεχείᾳ τὸ Μαρτυρικὸ καὶ τὰ τρία ἐκ τῶν στιχηρῶν προσόμοια τῆς σειρᾶς· στὸ τέλος τὰ τρία στιχηρὰ ἐκ τοῦ Μηναίου, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὸ πρῶτο ψάλλεται ἐπίσης διπλό. Δόξα καὶ νῦν ἐκ τοῦ Μηναίου[38].

– Σύμφωνα μὲ τὸ νέο Ἱερατικὸ κατὰ τὴν ἀνάγνωση τοῦ Προοιμιακοῦ ψαλμοῦ (ργ΄) «… ναγινώσκει… ερες τς εχς το Λυχνικο πλν τν τεσσάρων πρώτων». Παραπέμπει μάλιστα σὲ σχετικὴ παρατήρηση, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία προσπαθεῖ νὰ ξεκαθαρίσει τὸ θέμα[39]. Αὐτὲς οἱ τέσσερεις εὐχὲς ἀναγινώσκονται στὴν θέση τους κατὰ τὰ εἰρηνικὰ ἡ πρώτη καὶ στὶς μικρὲς συναπτὲς ποὺ ἐπακολουθοῦν οἱ ὑπόλοιπες.

– Κάθε μία στάση τοῦ ΙΗ΄ Καθίσματος, τὸ ὁποῖο ἀναγινώσκεται καθ’ ἑκάστην στοὺς Ἑσπερινοὺς τῆς Μεγ.Τεσσαρακοστῆς (τὸ γνωστὸ «Πρς Κύριον») κατακλείεται μὲ τὴν ἐπανάληψη τῆς μικρῆς δοξολογίας («Δόξα. Κα νν»), ἡ ὁποία θὰ πρέπει νὰ λέγεται ὁλόκληρη. Ἡ μετάθεση τοῦ «Κα νν» μετὰ τὴν ἐκφώνηση τοῦ Ἱερέως δὲν μαρτυρεῖται κάπου[40], ὅπως πουθενὰ δὲν μαρτυρεῖται καὶ ἡ ψαλμῴδηση τοῦ προτελευταίου στίχου αὐτοῦ («ν τας νυξν πάρατε…») γιὰ τὴν μεταφορὰ τῶν τιμίων δώρων ἀπὸ τῆς ἁγίας Τραπέζης στὴν Πρόθεση. Σαφῶς ἀναφέρεται σὲ ὅλες τὶς λειτουργικὲς φυλλάδες καὶ τὰ Τυπικὰ ὅτι τὰ τίμια δῶρα μεταφέρονται «ρξαμένης τς στιχολογίας το Ψαλτηρίου» (δηλ. τῶν «Πρς Κύριον»)[41]. Ἄλλωστε δὲν ἐπαρκεῖ ὁ χρόνος ἀπὸ τὴν ψαλμῴδηση ἑνὸς στίχου – ὅσο ἀργὰ κι ἂν ψαλλεῖ – γιὰ τὶς ἀπαιτούμενες λειτουργικὲς πράξεις (μεταφορά, πλήρωση ποτηρίου μὲ οἶνο καὶ ὕδωρ, κάλυψη καὶ θυμίαση).

– Ἐνδιαμέσως τῶν δύο παλαιοδιαθηκικῶν ἀναγνωσμάτων τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Προηγιασμένης σύμφωνα μὲ τὶς λειτουργικές μας φυλλάδες (παλαιὲς καὶ νεώτερες) ἐκφωνεῖ ὁ ἱερεὺς ἐνώπιον τῆς ἁγίας τραπέζης «Σοφία. ρθο» ὑψώνοντας τὸ θυμιατὸ καὶ τὴν ἐξαρτημένη λαμπάδα σταυροειδῶς. Ἔπειτα στρέφεται πρὸς τὸν λαὸ καὶ εὐλογεῖ μὲ αὐτὰ ἐκφωνώντας «Φς Χριστο φαίνει πσι». Δὲν στρέφεται πρὶν πρὸς τὴν Προσκομιδή, ὅπου τὰ τίμια δῶρα καὶ ἔπειτα στὸν λαό, οὔτε καὶ πρὸς τὴν δεσποτικὴ εἰκόνα τοῦ Κυρίου στὸ τέμπλο[42].

– Ὁ πρῶτος στίχος τοῦ ψαλλομένου μετὰ τὴν ἀνάγνωση τῶν προφητειῶν «Κατευθυνθήτω…» στὴν Προηγιασμένη θὰ πρέπει νὰ ψάλλεται ἀκριβῶς ὅπως ἔχει στὸ Ψαλτήριο[43] δηλαδὴ χωρὶς τὸ προΰμνιο καὶ τὸ ἐφύμνιο καὶ ὅπως μαρτυρεῖται στὰ διάφορα Τυπικὰ καὶ Ἱερατικά[44]. Ἐπὶ τοῦ θέματος ὑπάρχει καὶ σχετικὴ παρατήρηση στὸ νέο, ἐν χρήσει, Ἱερατικὸ τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας ἀπὸ τὸν π.Κων.Παπαγιάννη[45].

– Ἡ μετὰ τὸ «Κατευθυνθήτω» ἐκτενὴς συμπεριελήφθη στὸ νέο Ἱερατικὸ ὁλόκληρη καὶ ὄχι μέχρι τῆς ὑπὲρ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου δεήσεως, ἐνῷ οἱ ὑπὲρ τῶν φωτιζομένων δεήσεις, δηλαδὴ τὰ διπλοκατηχούμενα, ἐτέθησαν ἐπίσης διορθωμένες, ἄνευ τῆς προσθήκης «…το Κυρίου δεηθμεν» στὸ τέλος τῆς τρίτης δεήσεως καὶ ἑξῆς[46] καὶ ἔτσι ἐπιβάλλεται νὰ ἀπαγγέλονται.

Ἂς ἀναφερθεῖ ἐδῶ καὶ τοῦτο· «τ Διακονικ τν φωτιζομένων κα Εχή, π τς Τετάρτης ρχονται τς Μεσονηστίμου, κα λέγονται μέχρι τς Μεγάλης Τετάρτης, ο μόνον ν τας Προηγιασμέναις λλ κα ν ατος τος Σάββασι, κα τας Κυριακας, ες το Χρυσοστόμου δηλονότι τν Λειτουργίαν, κα το Μεγάλου Βασιλείου»[47]. Ἴσως βέβαια αὐτὸ νὰ ἠχεῖ κάπως παράξενα στὰ αὐτιά μας. Ὅμως προβλέπεται σαφῶς ἀπὸ τὰ μοναστηριακὰ Τυπικὰ καὶ γνωρίζουμε καλῶς ὅτι ἡ διάταξη αὐτὴ δὲν σχετίζεται μὲ τὸ μοναχικὸ Τυπικό. Εἶναι παλαιὰ ἡ παράδοση καὶ οἱ ὑπὲρ τῶν Κατηχουμένων καὶ – ἐν προκειμένῳ – ὑπὲρ τῶν Φωτιζομένων δεήσεις προέρχονται ἀπὸ τὶς ἀρχαῖές μας Λειτουργίες. Ὅπως ἐπανῆλθαν οἱ μὲν καλὸ θὰ ἦταν νὰ ἐπανέλθουν καὶ οἱ δὲ γι’ αὐτὸ τὸ διάστημα.

– Γίνεται ἀρκετὸς λόγος καὶ ἔχει ἀναχθεῖ σὲ μεῖζον ζήτημα ὁ τρόπος μεταφορᾶς τῶν τιμίων δώρων ἀπὸ τὴν πρόθεση στὴν ἁγία τράπεζα κατὰ τὴν ψαλμῴδηση τοῦ «Νν α δυνάμεις» καὶ κυρίως γιὰ τὸ ἐὰν μεταφέρεται τὸ δισκάριο μὲ τὸ δεξὶ χέρι ἢ ὄχι. Τὸ νέο Ἱερατικὸ μὲ τὴν μὴ εἰδικὴ ἀναφορὰ ξεκαθαρίζει ἐμμέσως ὅτι τελοῦνται καὶ ἐδῶ τὰ συνήθη, ὅπως δηλαδὴ καὶ στὶς ἄλλες δύο Θεῖες Λειτουργίες μας. Ἡ παλαιοτέρα – καὶ ἰσχυρὴ – παράδοσή μας δὲν προβλέπει κάτι διαφορετικό[48].

– Τὸ Μεγάλο Ἀπόδειπνο τελεῖται στὶς Ἐνορίες ἀπὸ Δευτέρας ἕως καὶ Πέμπτης. Ἡ διάταξη τοῦ Μεγ. Ὡρολογίου ποὺ ἀφορᾷ τὴν ἔναρξη κατὰ τὴν α΄ ἑβδομάδα τῶν Νηστειῶν σήμερα δὲν τηρεῖται στοὺς ἐνοριακοὺς Ναούς. Κατ’ αὐτὴν μετὰ τὸ πρῶτο «Δετε προσκυνήσωμεν» ἀναγινώσκεται ὁ ξθ΄ ψαλμὸς – « Θες ες τν βοήθειάν μου πρόσχες» – καὶ ψάλλεται τὸ ὁρισμένο τμῆμα τοῦ Μεγάλου Κανόνα. Συνεχίζεται ἡ ἀκολουθία ἀπὸ τοῦ ἑπομένου ψαλμοῦ (δ΄) «ν τ πικαλεσθέ με εσήκουσάς μου». Στὸ τρίτο τμῆμα τοῦ Ἀποδείπνου ὁ ξθ΄ ψαλμὸς δὲν ἐπαναλαμβάνεται[49]. Στὶς Ἐνορίες (ἀλλὰ καὶ σὲ κάποια Μοναστήρια) λοιπὸν δὲν συνηθίζεται νὰ ἰσχύει ἡ ἐν λόγῳ διάταξη ἀλλὰ ἀμέσως ἀρχίζει ἡ ἀκολουθία ὅπως βρίσκεται στὸ Ὡρολόγιο καὶ ὁ Μεγάλος Κανόνας ψάλλεται μετὰ τὴν Δοξολογία.

Ἐπειδὴ στὸ Τριῴδιο τίθεται διαφορετικὰ ἡ διάταξη, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἀναγινώσκονται οἱ ψαλμοὶ (ξθ΄) « Θες ες τν βοήθειάν μου», (ρμβ΄) «Κύριε εσάκουσον τς προσευχς μου» καὶ ἡ Δοξολογία, τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργήσει μεγαλύτερη σύγχυση. Ἴσως σὲ παλαιότερες ἐποχὲς – λόγῳ τῆς τμηματικῆς ψαλμῴδήσεως τοῦ Μεγ.Κανόνος τὴν α΄ ἑβδομάδα τῶν Νηστειῶν – νὰ τελοῦνταν τὸ Μεγ.Ἀπόδειπνο μόνον ἀπὸ τὸν ξθ΄ ψαλμὸ καὶ ἑξῆς.

– Ἡ ἀπόλυση τοῦ Μεγάλου Ἀποδείπνου διαφέρει ἀπὸ τοῦ Μικροῦ, τὸ ὁποῖο τελεῖται τὶς Παρασκευὲς συναπτῶς μὲ τὴν ἀκολουθία τῶν Χαιρετισμῶν. Τὸ μὲν Μεγάλο κατακλείεται διὰ τοῦ «Ερήνη πσι» καὶ τὴν εὐχὴ «Δέσποτα πολυέλεε» καὶ ἀκολουθοῦν τὰ «Εξώμεθα» κλπ., ἐνῷ τὸ Μικρὸ μὲ τὴν γνωστὴ (μικρὴ) ἀπόλυση καὶ τὰ «Εξώμεθα» κλπ.[50].

– Στὸ Τυπικὸ τοῦ Ὁσ.Σάββα διατάσσεται ὅτι· “χρ ον εδναι, τι, ἐάν γνηται δελφν κδημσαι πρς Κριον ν ταταις τας μραις δι μσης τς βδομδος (τς α΄ τν Νηστειν λλ κα λες τς λλες βδομάδες π Δευτέρας ως Παρασκευς) παννυχς ο γνεται τν τρτων ατο ως τς Παρασκευς σπρας· ττε γρ τελεται παννυχς ατο. μοίως κα τ Σαββάτ Λειτουργία ατο. Τ δ πιν Σάββατον γίνονται τ ννατα ατο κν λαγχάν κν τε μη. Τ δ τεσσαρακοστ ατο γίνονται ταν ριθμς ατο πληρωθ. Α δ προσφορα κα α μνμαι ατο, ρχονται π τς νέας Κυριακς, μέχρι συμπληρώσεως μερν τεσσαράκοντα. Καὶ μνημονεύει στὴ συνέχεια τὸ γνωστὸ σαρανταλείτουργο γιὰ τοὺς κεκοιμημένους[51]. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν οἱ καθημερινὲς εἶναι ἄμνημες γιὰ τοὺς ἁγίους, εἶναι ἄμνημες καὶ γιὰ τοὺς κεκοιμημένους μας. Συνδέεται δὲ ὅπως εἶναι ἑπόμενο καὶ φυσικὸ ἡ λειτουργία αὐτῶν μὲ τὴν τελεία Θεία Λειτουργία τοῦ Σαββάτου, ἡ ὁποία εἶναι ἡμέρα ἀφιερωμένη στοὺς κεκοιμημένους.

– Ὅλως παραδόξως ὁρίζεται σύμφωνα μὲ τὸ Τυπικὸ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἀρτοκλασία σὲ ἑορτάσιμη ἡμέρα κατά τὴν τέλεση Προηγιασμένης μετά τὸ “Κατευθυνθτω”[52]. Δυστυχῶς τελεῖται ἀπὸ κάποιους κληρικοὺς Ἀρτοκλασία ἀκόμη καὶ πρὸ ἢ μετὰ τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα στὶς ἄλλες Θεῖες Λειτουργίες μας, μετὰ τὴν Ἀναφορά, μετὰ τὸ «Κα σται τ λέη…» κλπ. Πρόκειται γιὰ τάξη καὶ πράξη ἐντελῶς ἀνοίκεια μὲ τὸν πένθιμο χαρακτῆρα τῆς περιόδου ἀλλά καὶ μὲ τὴν τυπική διάταξη, ἡ ὁποία ἀφορᾷ στὴν Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία. Κατ’ ἄκραν οἰκονονομίαν καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ ἀρτοκλασία στὶς Ἑνορίες τελεῖται καὶ στὸ τέλος τοῦ Ὄρθρου ἢ τῆς Θείας Λειτουργίας, ἡ μόνη περίπτωση στὴν ὁποία σως θὰ μποροῦσε νὰ τελεσθεῖ ἡ ἀρτοκλασία τὴν περίοδο αὐτή, θὰ ἦταν ἢ μετὰ τὴν Δοξολογία τοῦ Ὄρθρου, ὁ ὁποῖος προηγεῖται, ἢ μετὰ τὴν ὀπισθάμβωνο εὐχὴ τῆς Προηγιασμένης[53].

Σεβασμιώτατε,

ἀγαπητοὶ πατέρες,

εἶναι γεγονὸς ὅτι οἱ ἀκολουθίες τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς λόγῳ τῆς συντηρητικότητας τῆς περιόδου δὲν ἔχουν ὑποστεῖ σοβαρὲς ἀλλοιώσεις. Ἐξέλιξη σαφῶς ὑπάρχει ἀλλὰ ὄχι πολλὲς ἀλλοιωτικὲς ἐπεμβάσεις, λόγῳ καὶ τῶν σχετικῶν ἱερῶν κανόνων, στοὺς ὁποίους ἀναφερθήκαμε. Ἡ περίοδος ὅμως ποὺ διανύουμε ἀλλὰ καὶ ὅσα εἴπαμε δὲν ἔχουν νόημα ἐὰν δὲν ἔχουμε κατὰ νοῦν ἐκεῖνο στὸ ὁποῖο προτρέπει ὁ θεοφόρος πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας μας Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «οτε νηστεία, οτε ψαλμῴδία, οτε προσευχ σῴζειν μς καθ’ αυτ δύνανται, λλ τ νώπιον κτελεσθαι τατα το Θεο. Οτω γρ ο φθαλμο Κυρίου πιβλέποντες γιάζουσιν μς, ς λιος θερμαίνει τ π’ ατο καταλαμπόμενα. νώπιον δ τατα γίνεται Θεο, ταν τενς διάνοια κείν νορ κα δι τ πρς ατν ρν κα νηστεύ κα ψάλλ κα προσεύχηται»[54].

Σᾶς εὐχαριστῶ γιὰ τὴν προσοχή σας.

[1] Ὀπισθάμβωνος εὐχὴ Προηγιασμένης Θείας Λειτουργίας.

[2] Ἰδιόμελο Ἀποστίχων Κυριακὴ Τυρινῆς ἑσπέρας.

[3] «Τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα ἡ ἀλλαγὴ τῶν πενθίμων ἀμφίων γίνεται κατὰ τὰ ἀναγνώσματα τοῦ Ἑσπερινοῦ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου. «Ἡ γιὰ δῆθεν «θεολογικοὺς» λόγους χρήση χαρμοσύνων ἀμφίων κατὰ τὸν Ἑσπερινὸ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς («ἀποκαθήλωση») καὶ κατὰ τὸν Ὄρθρο τοῦ Μεγάλου Σαββάτου («ἀκολουθία τοῦ ἐπιταφίου θρήνου») ἀντίκειται στὴν μακραίωνη παράδοση καὶ τάξη τῆς Ἐκκλησίας». Βλ. Ἰ.Μ.Φουντούλη, Παράδοση καὶ ἐξέλιξη τῶν ἱερῶν ἀμφίων στό· Τελετουργικὰ Θέματα, τόμ.Β΄, Ἀποστολικὴ Διακονία, Σειρὰ Λογικὴ Λατρεία 12 , Ἀθήνα 2006, σ.183-184. Κατὰ τὸν ἀείμνηστο ἐπίσης Οἰκ.Γεώργιο Ρῆγα ἡ ἀλλαγὴ λαμβάνει χώρα συγκεκριμένα κατὰ τὴν ἀνάγνωση τοῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος: «μετὰ δὲ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ἀποστόλου, Ἀλληλούϊα οὐ λέγομεν, ἀλλ’ εὐθὺς ὁ ἱερεὺς ἀποβαλὼν ἤδη τὸ μαῦρον φελόνιον καὶ ἀντ’ αὐτοῦ φορέσας λευκόν, ἄρχεται ψάλλων εἰς ἦχον βαρὺν τὸ Ἀνάστα ὁ Θεὸς …». Βλ. Τυπικὸν Οἰκον.Γεωργίου Ρήγα, ἔκδ.Π.Ι.Π.Μ., Θεσ/κη 1994, Ἀνάλεκτα Βλατάδων 1, σελ.752

[4] Τυπικὸν τοῦ Ὁσίου καὶ θεοφόρου πατρὸς ἡμῶν Ὁσ.Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου, διορθωθὲν μεθ’ ὅσης ἐπιμελείας καὶ ὑπομνηματισθὲν τὸ κατὰ δύναμιν ὑπὸ Ἀρχιμ.Δοσιθέου Ἡγουμένου τῆς Ἱερᾶς Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Παναγίας Τατάρνης, ἔκδοσις τῆς αὐτῆς Ἱερᾶς Μονῆς, 2010, σημ.28, σ.343.

[5] «Τὰ παραδοσιακὰ χρώματα τῶν ἱερῶν ἀμφίων εἶναι δύο· τὸ λευκὸ γιὰ τὶς χαρμόσυνες ἡμέρες καὶ τὸ πορφυροῦν (βαθὺ ἐρυθρὸ – ἰώδες) γιὰ τὶς πένθιμες. Κατὰ τοὺς τελευταίους καιροὺς παρατηρεῖται μία ἀντιστροφὴ· τὰ κόκκινα ἄμφια θεωροῦνται χαρμόσυνα καὶ φοροῦνται καὶ κατ’ αὐτὸ τὸ Πάσχα. Ἡ παράδοση ἀπαιτεῖ γιὰ τὸ Πάσχα καὶ τὶς πασχάλιες ἡμέρες λευκὰ ἄμφια, ὅπως καὶ γιὰ τὴν τέλεση τοῦ ἁγίου βαπτίσματος». Βλ. Ἰ.Μ.Φουντούλη, Παράδοση καὶ ἐξέλιξη τῶν ἱερῶν ἀμφίων στο· Τελετουργικὰ Θέματα, τόμ.Β΄, Ἀποστολικὴ Διακονία, Σειρὰ Λογικὴ Λατρεία 12 , Ἀθήνα 2006, σ.183.

[6] Γ.Ράλλη – Μ.Ποτλῆ, Σύνταγμα θείων καὶ ἱερῶν Κανόνων, τόμ.Γ΄, σ.218, ἐκδ.Ρηγοπούλου, Θεσ/κη 32002.

[7] Μᾶλλον ἀρχαιότερο στὶς ἀκολουθίες μας εἶναι τὸ «Ἀληλλούϊα» καὶ ἀντικαθίσταται κατὰ τὶς ἑορτὲς μὲ τὸ «Θεὸς Κύριος», τοῦ ὁποίου ἡ χρήση ἔχει πιὰ γενικευθεῖ.

[8] Στοὺς κατανυκτικοὺς Ἑσπερινοὺς τῶν Κυριακῶν παρεμβάλλονται τὰ μεγάλα προκείμενα «Μὴ ἀποστρέψῃς τὸ προσωπόν σου» καὶ «Ἔδωκας κληρονομίαν τοῖς φοβουμένοις».

[9] Αὐτ., σ.216.

[10] Αὐτ., τόμ.Β΄, σ.427.

[11] Αὐτ.

[12] Αὐτ. τόμ.Γ΄, σ.217.

[13] Τῆς πρώτης ἑβδομάδας ἔχουν θεματολογία τὴν νηστεία, τῆς δευτέρας τὴν παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου, τῆς τρίτης τὴν ἐλεημοσύνη καὶ τὴν νηστεία, τῆς τετάρτης τὸν Τελώνη καὶ τὸν Φαρισαῖο, τῆς  πέμπτης τὸν Καλὸ Σαμαρείτη καὶ τὴν παραβολὴ τοῦ ἀμπελῶνος καὶ τῆς ἔκτης τὴν παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου. Ἄλλωστε καὶ οἱ εὐαγγελικὲς περικοπὲς ἔχουν διάφορο θεματολογία ἀπὸ τὴν νεωτέρα ἑορτὴ ἑκάστης Κυριακῆς.

[14] Τυπικὸν Ὁσ.Σάββα, κεφ.κα΄. Σύμφωνα μὲ τὰ νεώτερα ἁγιορειτικὰ Τυπικὰ (π.χ. Διονυσίου, Ξηροποτάμου κ.λπ.) τελεῖται τὴν παραμονὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία μετὰ τοῦ Μικροῦ Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς καὶ κατὰ τὴν Ἀγρυπνία ψάλλονται ἀμιγῶς τὰ τῆς ἑορτῆς.

[15]Τυπικὸν τῆς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας… ὑπὸ Γεωργίου Βιολάκη, ἐκδ.Μιχ.Σαλιβέρος Α.Ε., Ἀθῆναι, ἄ.ἔ.ἐ., σ.205 κ.ἑ.

[16] Τυπικὸν Οἰκον.Γεωργίου Ρήγα, ἔνθ’ ἀνωτ., σ.752.

[17] Τυπικὸν Ἱ.Μονῆς Διονυσίου, Ἅγ. Ὄρος 2004, σ.428.

[18] Τυπικὸν Ἱ.Μ.Ξηροποτάμου, (δακτυλ/νον) ἐν ἔτει 1927, σελ.376.

[19] Στὸ Τυπικὸ τῆς Ἁγ.Παύλου διευκρινίζεται γιὰ τὴν Δευτέρα τῆς α΄ ἑβδομάδος· «τ δ μεσονυκτικν ε μν στ κελλιωτικ (διόρρυθμος) μον ψάλλεται ν τος κελλίοις. Ε δ κοινόβιον νδον το καθολικο καθς κα α ραι τς Τεσσαρακοστς». Τυπικὸν Μονῆς Ἁγ.Παύλου, χειρόγραφον, ἐν ἔτει 1850, σελ.263.

[20] Περὶ τῶν βιβλικῶν ᾠδῶν καὶ τῆς ἐξελίξεως τῆς ψαλμωδίας τους βλ. Ἰ.Μ.Φουντούλη, Τριῴδιον καὶ Τριῴδια, στό· Λειτουργικὰ Θέματα Β΄ 6-10, Θεσσαλονίκη 1977, σ.71-92. Ἔτσι στιχολογοῦνται κάθε·

Δευτέρα ὁλόκληρες οἱ α΄ η΄ θ΄ ἀρχὴ καὶ τέλος τῶν γ΄ δ΄ ε΄ ς΄ ζ,.

Τρίτη ὁλόκληρες β΄ η΄ θ΄ ἀρχὴ καὶ τέλος τῶν α΄ γ΄ δ΄ ε΄ ς΄ ζ΄,

Τετάρτη ὁλόκληρες γ΄ η΄ θ΄ ἀρχὴ καὶ τέλος τῶν α΄ δ΄ ε΄ ς΄ ζ΄,

Πέμπτη ὁλόκληρες δ΄ η΄ θ΄ ἀρχὴ καὶ τέλος τῶν α΄ γ΄ ε΄ ς΄ ζ΄,

Παρασκευὴ ὁλόκληρες ε΄ η΄ θ΄ ἀρχὴ καὶ τέλος τῶν α΄ γ΄ δ΄ ς΄ ζ΄.

[21] Πρωτ. Κων. Παπαγιάννη, Σύστημα Τυπικοῦ ἔκδ.Ἀποστ. Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 2006 σημ.1149, σελ.604-605. Βλ. καὶ στὸ Τυπικὸ τοῦ Οἰκον.Γεωργίου Ρήγα, σ.754-755.

[22] Τυπικὸν τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ὑπὸ Γ.Βιολάκη, σ.328 καὶ σημ.9 τῆς σ.328.

[23] Τριῴδιον Κατανυκτικόν, ἔκδ. Ἀποστ. Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐν Ἀθήναις 1994, σ.1022.

[24] Τυπικὸν Ὁσ.Σάββα, κεφ.κθ΄

[25] Κατὰ τὸ Τυπικὸ ὁ Ἅγιος δικαιοῦται Ἀπολυτικίου (συνεπῶς καὶ Κοντακίου) μόνον ἐὰν στὸν Ἑσπερινὸ ἔχει ἔστω καὶ ἕνα Δοξαστικό. Βλ. π.Κων.Παπαγιάννη, Σύστημα Τυπικοῦ, ἔνθ’ ἀνωτ., σ.55-56. Βλ. καὶ σημ.48, σ.55-56.

[26] Τυπικὸν Ὁσ.Σάββα, κεφ.λ΄.

[27]  Ἔνθ’ ἀνωτ., σελ.115. Στὸ Τυπικὸ τῆς Ξηροποτάμου σημειώνεται· «… ετα τ τροπάριον τς Προφητείας κανοναρχεται π το α΄ Κανονάρχου, ψάλλεται δ π το α΄ ψάλτου, επόντος δ κα το β΄ου, Δόξα Κα νν, ψάλλεται π’ ατο. Ετα Κανονάρχης ποβαλν τ αυτο πανωκαλύμμαυχον, ρχεται ν τ μέσ κα λέγει…». Τυπικὸν Ξηροποτάμου, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ.381.

[28] Βλ.Τυπικὸν Διονυσίου, σ.434 ὅπου ἀναφέρεται ὅτι: «… λέγει ὁ Προεστὼς τὴν εὐχὴν Δέσποτα Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, καὶ ὁ διαβαστὴς …».

[29] Οἱ εὐχὲς τῆς Α΄ καὶ τῆς Γ΄ ὥρας εἶναι κανονικὰ αὐτὲς ποὺ περιλαμβάνονται στὰ Μεσώρια, δηλαδὴ γιὰ μὲν τὴν Α΄ οἱ « Θες αώνιος…» καὶ « ξαποστέλλων τ φς…», διὰ δὲ τὴν Γ΄ ἡ «Κύριε, Θες μν, τν σν ερήνην δεδωκς τος νθρώποις…», οἱ ὁποῖες μετατέθηκαν στὸ Ὡρολόγιο ἐκεῖ γιὰ τὴν περίπτωση, κατὰ τὴν ὁποία ἐπισυνάπτονται σ’ αὐτὲς τὰ Μεσώρια, ἤτοι κατὰ τὶς Τεσσαρακοστὲς τῶν Χριστουγέννων καὶ τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων. Σήμερα ἔχει γενικῶς (καὶ στὸ Ἅγ. Ὄρος) ἐπικρατήσει νὰ λέγονται οἱ γνωστές, ἤτοι «Χριστ τ φς τ ληθινν» γιὰ τὴν Α΄ καὶ «Δέσποτα Θεέ, πάτερ παντοκράτωρ» γιὰ τὴν Γ΄.  Οἱ εὐχὲς τῆς ΣΤ΄ καὶ τῆς Θ΄ εἶναι οἱ ἴδιες καὶ στὶς Ὥρες καὶ στὰ Μεσώρια. Βλ. Σύστημα Τυπικοῦ, ἔνθ’ ἀνωτ.σ.606, σημ.1154 καὶ 1156.

[30] Μεγάλη Ἑβδομάδα, ἔκδ. Ἀποστ. Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐν Ἀθήναις 20086, σ.359.

[31] Περὶ τῆς ἀκολουθίας τῶν Τυπικῶν βλ. Ἰ.Μ.Φουντούλη, Οἱ Μακαρισμοὶ στὴν Ὀρθόδοξη Λατρεία, στὸ Σύναξις Εὐχαριστίας, Χαριστήρια εἰς τιμὴν τοῦ Γέροντος Αἰμιλιανοῦ, ἐκδ.Ἴνδικτος, σ.655-668.

[32] Βλ. Τυπικὸν Διονυσίου, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ.434 καὶ Ἰ.Μ.Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς λειτουργικὰς ἀπορίας, ἔκδ.Ἀποστ. Διακονίας, 2003, τόμ.Ε΄, σελ.358-362.

[33] Ὁ Προοιμιακὸς ψαλμὸς, τὰ εἰρηνικὰ, τὸ Κάθισμα τοῦ ψαλτηρίου («Πρὸς Κύριον»), τὸ «Κύριε ἐκέκραξα» καὶ τὰ στιχηρά, ἡ εἴσοδος, τὰ ἀναγνώσματα, τὰ – συντετμημένα – προκείμενα, ἡ ἐκτενής, ἀφοροῦν στὸν Ἑσπερινὸ σὲ μιὰ ἀρχαϊκή του μορφή. Ἡ διὰ τοῦ «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία» ἔναρξη, ἡ διευθέτηση τοῦ καθίσματος κατὰ τὸν τύπο τῶν ᾀσματικῶν ἀντιφώνων, τὸ «Φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι», ἡ στιχολόγηση τοῦ «Κατευθυνθήτω», οἱ δεήσεις ποὺ ἀκολουθοῦν ἀλλὰ καὶ αὐτὲς οἱ μετὰ τὴν εἴσοδο τῶν τιμίων δώρων, ἀποτελοῦν στοιχεῖα τοῦ ᾀσματικοῦ Ἑσπερινοῦ.

[34]Ἰ.Μ.Φουντούλη, Κείμενα Λειτουργικῆς τεῦχος Γ΄, Θείαι Λειτουργίαι, Θεσσαλονίκη 1994, σ.155

[35] Βλ. καὶ Ἁγιορειτικὸν Τυπικὸν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀκολουθίας, Ἱ.Κ.Εὐαγγελισμοῦ, Καρυαί, Ἅγ.Ὄρος, ἐκδ.Καστανιώτη, Ἀθήνα 1995, σ.186. Πρόκειται καὶ ἐδῶ γιὰ ἐπιβίωση τοῦ ᾀσματικοῦ τύπου, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἀκολουθιῶν ὁ Ναὸς πληροῦται θυμιάματος. Βλ. Συμεὼν Θεσσαλονίκης Διάλογος, ΤΜΖ΄, Migne PG155, 624D κ.ἑ.

[36] Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ, ἔκδ.Ἀποστ.Διακονίας Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 21985, σελ.163.

[37] Βλ. Μ.Βασιλείου, Ἐπιστολὴ 93 πρὸς Καισαρίαν Πατρικίαν, Migne PG32, 484.

[38] Βλ. περ. «ΣΥΜΒΟΛΗ», τ.8, σ.41-42.

[39] Ἐπ’ αὐτοῦ τὸ ζήτημα ὅπως ἐκτίθεται ἀπὸ τὸν ἀείμνηστο Καθηγητὴ Ἰ.Μ.Φουντούλη στὰ εἰσαγωγικὰ τῆς Προηγιασμένης Θείας Λειτουργίας δὲν ξεκαθαρίζεται (βλ. Ἰ.Μ.Φουντούλη, Κείμενα Λειτουργικῆς τεῦχος Γ΄, Θείαι Λειτουργίαι, Θεσσαλονίκη 1994, σ.156). Στὸ ἴδιο τὸ κείμενο τῆς Λειτουργίας δὲν ὑφίσταται κάποια ὁδηγία, ποὺ νὰ διατάσσει τὴν ἀνάγνωση τῶν ὑπολοίπων τριῶν εὐχῶν τοῦ Λυχνικοῦ, ἐκτὸς τῶν ἀντιφώνων, οἱ ὁποῖες ἔχουν τοποθετηθεῖ στὴν θέση τους, δηλαδὴ στὰ Εἰρηνικὰ καὶ τὶς τρεῖς συναπτές. Ἡ διάταξη τοῦ Ἱερατικοῦ ἐκδόσεως Σίμωνος Πέτρας εἶναι πιὸ κοντὰ στὴν παράλειψη τῶν τριῶν τελευταίων εὐχῶν τοῦ Λυχνικοῦ· ἀπηχεῖ τὴν ἁγιορειτικὴ τάξη, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὅλες οἱ εὐχὲς ἀναγινώσκονται μυστικῶς καὶ ὅταν δὲν ὑπάρχει συλλειτουργὸς ἢ ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος γιὰ τὴν ἀνάγνωσή τους μετατίθενται ἀναλόγως. Ἀναλόγως πράττεται καὶ στὶς ἄλλες δύο λειτουργίες τοῦ βυζαντινοῦ τύπου. Ἡ μετάθεση βεβαίως τῶν εὐχῶν δὲν εὐσταθεῖ λειτουργικῶς. Κατὰ τὴν ἄποψή μας πρέπει νὰ παραλείπονται οἱ τρεῖς τελευταῖες.

[40] Βλ. Τυπικὸν Διονυσίου, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ.435 καὶ Ἁγιορειτικὸν Τυπικὸν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀκολουθίας, ἔνθ’ ἀνωτ., σ.186-187.

[41] Βλ. ἀκόμη καὶ στὴν ἔκδοση τῆς Ἀποστ.Διακονίας· Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ.172-173.

[42] Γιὰ τὴν ἑρμηνεία καὶ τὴν θέση τῶν ἐκφωνήσεων αὐτῶν βλ. Ἰ.Μ.Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, ἔκδ.Ἀποστολικῆς Διακονίας Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τ.Β΄, σ.215-221. Ἐπιγραμματικὰ ἂς λεχθεῖ ὅτι ἡ ἐκφώνηση αὐτὴ συνδέεται μὲ τὴν ἁφὴ καὶ εὐλογία τοῦ ἑσπερινοῦ φωτός (Περὶ αὐτοῦ βλ. Π.Ν.Τρεμπέλα, Ἀρχαὶ καὶ χαρακτὴρ τῆς χριστιανικῆς λατρείας, ἔκδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», Ἀθῆναι 19932, σ.193-194). Στὴν Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία εἰσόδευε παλαιότερα ὁ διάκονος μετὰ τὸ δεύτερο ἀνάγνωσμα λέγοντας: «Φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι» (δηλ.τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ φωτίζει πάντας). Ἀμέσως μετὰ ἔλεγε τὸ «Σοφία» καὶ ὁ ἱερεὺς «Εἰρήνη πᾶσι» καὶ ὀ ψάλτης τὸ «Κατευθυνθήτω». Ἦταν λοιπὸν συνδεδεμένο μὲ τὸ «Κατευθυνθήτω» καὶ ὄχι μὲ τὰ ἀναγνώσματα. Ἐξηγεῖται ἔτσι καὶ ἡ θέση τῆς ἑπομένης σήμερα τῶν ἀναγνωσμάτων ἐκφωνήσεως «Εἰρήνη σοι. Σοφία». Μετὰ τὸ «Φῶς Χριστοῦ…» φωταγωγοῦνταν ὁλόκληρος ὁ Ναός. Μετατέθηκε σὲ δεύτερη φάση πρὸ τοῦ β΄ ἀναγνώσματος γιὰ νὰ δοθεῖ χρόνος γιὰ τὴν φωταγώγηση τοῦ Ναοῦ.

[43] Ψαλτήριον, ἔκδ. Ἀποστ.Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐν Ἀθήναις 21998, σελ.168.

[44] Βλ. Τυπικὸ Οἰκον.Γεωργίου Ρήγα, ἔνθ’ ἀνωτ. σελ.765 ὅπως ἐπίσης καὶ τὸ  Ἱερατικὸν ἔκδ. Ἀποστ. Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 2002, σ.216.

[45] Αὐτ. σημ.2, σ.341.

[46] Αὐτ., σελ.216 κ.ἑ.

[47] Τριῴδιον Κατανυκτικόν, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ.193. Στὸ Τυπικὸ τῆς Ξηροποτάμου σημειώνεται· «λέγονται … μέχρι τς Μεγάλης Τετάρτης, κτς το Σαββάτου το Λαζάρου κα τς Κυριακς τν Βαων». Τυπικὸν Ξηροποτάμου, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ.405. Βλ. καὶ Τυπικὸν Ἁγ. Παύλου, ἔνθ’ ἀνωτ., σ.268.

[48] Πρβλ.Τυπικὸν Ὁσ.Σάββα ὅπου ἀναφέρεται ἁπλῶς ὅτι γίνεται ἡ πρόοδος τῶν τιμίων δώρων (κεφ.λ΄). Γεγονὸς εἶναι ὅτι ὑφίσταται πολυμορφία στὸν τρόπο ποὺ εἰσοδεύονται τὰ τίμια δῶρα στὰ διάφορα – νεώτερα – Τυπικὰ καὶ στὶς λειτουργικὲς φυλλάδες: «καὶ λαβὼν ὁ Ἱερεὺς τὸν ἀέρα ἐπιτίθησι τοῖς ἑαυτοῦ ὤμοις· εἶτα λαβὼν ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν ἅγιον δίσκον καὶ τὸ ἅγιον ποτήριον ποιεῖ τὴν μεγάλην εἴσοδον μηδὲν λέγων» (Ἱερατικὸν Γ΄ἔκδ.Ἱ.Μ.Σίμωνος Πέτρας, Ἅγιον Ὄρος 1992, σ.88)· «Καὶ ἐνταῦθα γίνεται ἠ μεγάλη εἴσοδος τῶν ἁγίων, ἅτινα φέρει ἐπὶ κεφαλῆς ὁ ἱερεύς, ὁ δὲ διάκονος προπορεύεται ἐλαφρῶς θυμιῶν, μηδὲν λέγοντες», (Τυπικὸν Οἰκ.Γ.Ρῆγα, ἔνθ’ ἀνωτ., σ.765). «Ὁ Ἱερεὺς ἐν τῷ μεταξὺ αἴρει ἐκ τῆς ἁγίας Προθέσεως τὰ Προηγιασμένα ἅγια Δῶρα, καλύπτει τὴν κεφαλὴν διὰ τοῦ Ἀέρος καὶ ἐξέρχεται διὰ τῆς βορείου Πύλης τοῦ ἱεροῦ Βήματος…». (Ἱεροτελεστικὸν, καταρτισθὲν ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου Φιλίππων καὶ Νεαπόλεως Χρυσοστόμου, ἐκδ.Σαλιβέρου, Ἀθῆναι 1948, σ.225). Αὐτὴν τὴν τάξη ἀκολουθεῖ καὶ τὸ νέο Ἱερατικό. Θὰ πρέπει ἐπίσης νὰ σημειωθεῖ κατὰ τὴν Εἴσοδο αὐτὴ διανύεται ὅσο τὸ δυνατὸν μικρότερη ἀπόσταση, συνήθως εἰσοδεύονται τὰ Ἅγια διὰ τοῦ Εἰκονοστασίου.

[49] Τυπικὸν Ὁσ.Σάββα, κεφ.λα΄.

[50] Ὁ Ἱερεὺς κάνει τὴν Ἀπόλυση εἰς τὸ μέσον τοῦ Σωλέα ἢ ἐπὶ τῆς Ὡραίας Πύλης βλέπων πρὸς δυσμάς, κατὰ τὰ «Εὐξώμεθα» στρέφεται πρὸς ἀνατολὰς ἢ πρὸς τὴν Δεσποτικὴ εἰκόνα τοῦ Κυρίου στὸ Τέμπλο καὶ πρὸς αὐτὴν ἐπιλέγει πάντοτε καὶ τὸ «Δι’ εὐχῶν».

[51] Αὐτ., κεφ.λ΄.

[52]Τυπικὸν τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, Φεβρ.ι’ περίπτωσις η’, παρ.15, σ.186.

[53]Βλ.περισσότερα Ἰ.Μ.Φουντούλη, παντσεις Γ’, ἔνθ’ ἀνωτ., σ.102-105.

[54] Ὁμιλία Θ΄, Ἐν τῷ καιρῷ τῆς νηστείας καὶ προσευχῆς.

Advertisements