Ἐτικέττες

, , ,

Τὸν Ἅγ.Νικόλαο Πλανὰ θὰ ἑορτάσει ἡ Ἐνορία μας στὸ Ἱ.Παρεκκλήσιο Ἁγ.Ἀποστόλων Κανάρη, αὔριο Κυριακὴ 4 Μαρτίου, ἐκ μεταθέσεως (λόγῳ Μεγ. Τεσσαρακοστῆς) ἀπὸ τὴν 2α Μαρτίου, ὁπότε τιμᾶται ἡ μνήμη του.

Ὁ Ἅγιος, ὅπως ἀφήνει νὰ ἐννοηθεῖ ὁ Ἀλέξ.Μωραϊτίδης στὸ ἔργο του «Μὲ τοῦ Βορηᾶ τὰ κύματα», πρέπει νὰ τέλεσε ἀρκετὲς φορὲς Ἱ.Ἀγρυπνίες στὸ Παρεκκλήσιό μας μετὰ τὴν ἐκδίωξή τους ἀπὸ τὸ ἐκκλησάκι τοῦ Προφ.Ἐλισσαίου στὴν Πλάκα (βλ. τεῦχ.26 – Νοέμβριος 2006 τοῦ περιοδικοῦ μας).

Τεμάχιο ἐκ τοῦ ἱεροῦ του Λειψάνου θὰ τεθεῖ σὲ προσκύνηση.

Ἅγιος Νικόλαος Πλανὰς ὁ ἐκ Νάξου.

Γεννήθηκε στὴν Νάξο τὸ 1851 ἀπὸ τὸν Ἰωάννη Πλανὰ καὶ τὴν Αὐγουστίνα Μελισσουργοῦ. Ἐκεῖ οἱ γονείς του, ἀρκετὰ εὔποροι, εἶχαν ναΰδριο τοῦ Ἁγ.Νικολάου, στὸ ὀποῖο ὅταν ἦταν παιδὶ ἔψαλλε ὅ,τι γνώριζε ντυμένος μὲ ἕνα σινδόνι, σὰν ἱερεύς. Ἀπὸ μικρὸ παιδὶ ἐκδηλώθηκε ἡ φιλευσπλαγχνία του. Τὸ ψωμὶ ποὺ τοῦ ἔδινε ἡ μητέρα του, τὸ μοιραζόταν μὲ τὰ ἄλλα παιδιὰ καὶ πολλὲς φορὲς εἶχε δώσει ἀκόμη καὶ τὰ ρούχα του σὲ φτωχὰ παιδιά. Σὲ ἡλικία 14 ἐτῶν λόγῳ τοῦ θανάτου τοῦ πατέρα του καὶ ἀφοῦ ἐξ αἰτίας ἀντιξόων περιστάσεων στερήθηκαν κάθε περιουσιακὸ στοιχεῖο, μετακόμισε στὴν Ἀθήνα μαζὶ μὲ τὴν μητέρα καὶ τὴν ἀδελφή του. Ἐξ ἐπιθυμίας τῆς μητέρας του παντρεύτηκε σὲ ἡλικία 17 ἐτῶν τὴν Ἑλένη Προβελεγγίου ἀπὸ τὰ Κύθηρα. Ἀπὸ τὸν γάμο αὐτὸ μετὰ τέσσερα ἔτη ἀπέκτησε ἕναν γιό, τὸν Ἰωάννη. Ἡ σύζυγός του ἀπεβίωσε κατὰ τὸν τοκετό. Διάκονος χειροτονήθηκε στὶς 22 Ἰουλίου 1879 σὲ ἡλικία 28 ἐτῶν στὸν Ἱ.Ν.Μεταμορφώσεως Πλάκας καὶ πρεσβύτερος μετὰ πέντε ἔτη στὸν Ἱ.Ν.Προφήτου Ἐλισσαίου, ὅπου ἔψαλλε κάθε Κυριακὴ ὁ ἀείμνηστος Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Μετὰ τὴν χειροτονία του μοίρασε τὴν πατρικὴ περιουσία μὲ τὴν ἀδελφή του καὶ τὸ μερίδιό του τὸ ἔκαμε ἐλεημοσύνη. Ὑπηρέτησε ὡς ἐφημέριος στὸν Ἅγιο Παντελεήμονα Ἰλισσοῦ καὶ στὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Κυνηγὸ (νῦν Βουλιαγμένης). Λιγοστοὶ ἦσαν οἱ πόροι του ἀλλὰ χαρακτηριζόταν πάντα γιὰ τὴν ἐλεημοσύνη του. Ὑπῆρξε ὑπόδειγμα λειτουργοῦ, πνευματικοῦ – ἐξομολόγου. Ἀγαποῦσε ἰδιαιτέρως τὴν προσευχὴ καὶ τὶς ἀγρυπνίες, τὶς ὁποῖες συνήθως τελοῦσε στὸν Ἱ.Ναὸ τοῦ Προφ.Ἐλισσαίου καὶ ἔμειναν ἀξέχαστες στοὺς Ἀθηναίους. Διακρινόταν γιὰ τὴν γλυκειὰ ἠρεμία του, τὴν καλωσύνη καὶ τὴν ἀπεριόριστη ἀγάπη του πρὸς ὅλους. Κοιμήθηκε κατὰ τὴν ἐπέτειο τῆς χειροτονίας του τὴν 2α Μαρτίου 1932, ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία τὴν μνήμη του. Ἐτάφη στὸν Ναὸ τοῦ Ἁγ.Ἰωάννου, ὅπου ἐφημέρευσε γιὰ 50 σχεδὸν χρόνια. Ἡ ἀνακομιδὴ καὶ ἡ ἀνακήρυξη τῆς ἅγιοκατατάξεώς του ἔγιναν τὸ 1992.

Ἀπολυτίκιον.

(Ποίημα Δρος Χαρ.Μπούσια)

 

Ἦχος πλ.α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Λειτουργὸν τοῦ Ὑψίστου ἁπλοῦν καί ἄκακον,

ὅνπερ ἐσόφισεν ἄρτι

ἡ χάρις ἡ πανσθενὴς

τοῦ ἁγίου, πάντες, Πνεύματος τιμήσωμεν,

ὡς ἀπλανῆ χειραγωγὸν

Ἀθηναίων πρὸς νομὰς

ἀφθίτους ἀναβοῶντες·

Πλανὰ Νικόλαε, ῥῦσαι

ἐχθροῦ ἐνέδρας τοὺς ἱκέτας σου.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἀρχιμ.Φιλοθέου Νικολάκη

Οἱ Ἅγιοι τῶν Ἀθηνῶν

Ἐκδ.Σαΐτη

Ἀθήνα 2006

Advertisements