Ἐτικέττες

, ,

Εἰσήγηση τῆς πρεσβυτέρας Μαρίας Χομπιτάκη

στὴ σύναξη νέων τῆς Δευτέρας 20 Φεβρουαρίου

Η αφήγηση της ιστορίας του Ισραήλ στην Εβραϊκή Βίβλο χωριζόταν στους Προφήτες (τα βιβλία του Ιησού του Ναυή, τους Κριτές, το Α΄ και Β΄ Σαμουήλ και το Α΄ και Β΄ Βασιλέων) και στα Αγιόγραφα, (τα Α΄ και Β΄ Χρονικών, τον Έσδρα και τον Νεεμία). Το βιβλίο της Ρουθ αν και ανήκει στα Αγιόγραφα δεν έχει υπολογιστεί γιατί έχει θεωρηθεί από ειδικούς ως ολοκληρωμένο ιστορικό έργο. Η θεολογία που εκφράζεται  στο βιβλίο της Ρουθ, είναι παρόμοια με εκείνη του Δευτερονομίου και γι’ αυτό το αποκαλούν και «Δευτερονομική Ιστορία».  Ιστορικά η περίοδος που καλύπτουν τα βιβλία αυτά αρχίζει από την είσοδο του Ιησού του Ναυή στη γη Χαναάν μέχρι τα μέσα της εξορίας(1240 και 1050 π.Χ.).

Το περιεχόμενο του βιβλίου της Ρούθ και ο χρόνος συγγραφής του, το τοποθετούν ύστερα από το βιβλίο των Κριτών. Δεν γνωρίζουμε τον συγγραφέα αλλά ξέρουμε ότι η συγγραφή του ανάγεται στην ίδια περίοδο με τους Κριτές και πριν τον Σολομώντα.
Το εντυπωσιακό χαρακτηριστικό αυτής της ιστορίας που αναφέρει για μία κοπέλα Μωαβίτισσα και την αγάπη που είχε προς την πεθερά της, μας δείχνει το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του Θεού για υποθέσεις ταπεινές. Απόγονος της Ρουθ ο βασιλιάς Δαβίδ, και από την γενιά του προήρθε ο Κύριος μας και Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός. Το βιβλίο της Ρουθ, προσφέρει μια εντυπωσιακή αντίθεση με το βιβλίο των Κριτών. Στους Κριτές, η αμαρτία και η φθορά απεικονίζει μια σκοτεινή εικόνα. Η ιστορία της Ρουθ της και της πίστης της και αφοσίωσης της στην Εβραία πεθερά της, παρουσιάζει στον αναγνώστη μια αξιοπρεπή εικόνα της Εβραϊκής ζωής την εποχή των Κριτών.

Διαβάζοντας το βιβλίο της Ρούθ βρισκόμαστε στο τέλος της περιόδου που ονομάζεται περίοδος των κριτών. Στον Ισραήλ τότε είχε πέσει πείνα μεγάλη. Και όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιόδους, οι άνθρωποι εγκαταλείπουν τον τόπο τους και καταφεύγουν σε άλλους τόπους, όπου θα μπορέσουν να βρούν τροφή. Έτσι μια οικογένεια Ισραηλιτών, ο Ελιαμέλεχ, η Νωεμίν και οι δυό γυιοί τους,  πέρασαν τα σύνορα του Ισραήλ και ήλθαν και εγκαταστάθηκαν στη χώρα Μωάβ. Οι δυό γυιοί τους, όταν μεγάλωσαν, πήραν γυναίκες Μωαβίτισσες. Η μια ονομαζόταν Ορφά και η άλλη Ρούθ. Ο Ελιμέλεχ όμως στην ξένη χώρα πέθανε. Πέθαναν δε και οι δυό γυιοί του. Τρείς χήρες τώρα έμειναν, η Νωεμίν και οι δυό νύφες, χωρίς παιδιά. Τρείς χήρες˙ ένα δράμα από τα πολλά οικογενειακά δράματα που συμβαίνουν στη ζωή.
Η Νωεμίν, όταν πληροφορήθηκε ότι ανέτειλαν καλύτερες ημέρες για τη χώρα του Ισραήλ, αποφάσισε να επιστρέψει στην πατρίδα της. Όταν ήρθε η ώρα να ξεκινήσει, η Νωεμίν είπε στις νύφες της που την ξεπροβοδούσαν˙ Σας ευχαριστώ για την αγάπη που δείξατε στα παιδιά μου και σ’ εμένα, σας ευχαριστώ. Σεις τώρα να επιστρέψετε στα πατρικά σας σπίτια. Και καθώς είστε νέες, να παντρευθήτε και να βρείτε την ευτυχία στα νέα σπίτια σας. Ο Θεός να σας ευλογεί! Τις αγκάλιασε και τις φίλησε και δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια τους. Αλλά οι δυό νύφες ήταν τόσο αγαπημένες με την πεθερά τους, ώστε δεν ήθελαν να την αποχωρισθούν. Μα η Νωεμίν επέμενε. Η Ορφά τελικά κάμφθηκε και επέστρεψε στο πατρικό της. Η Ρούθ όμως με κανένα τρόπο δεν θέλησε να χωρίσει από τη Νωεμίν. Ακούστε τι είπε η νύφη στην πεθερά˙ Μη γένοιτο να σε εγκαταλείψω. Όπου θα πας, θα έλθω μαζί σου, και όπου θα κατοικήσεις, θα κατοικίσω. Η πατρίδα σου πατρίδα μου. Ο λαός σου λαός μου. Και ο Θεός σου Θεός μου. Κι όταν πεθάνεις, θέλω να ταφώ κοντά στον τάφο σου… Τότε η Νωεμίν, μπροστά στην επιμονή της Ρούθ, υποχώρησε. Έτσι τώρα πεθερά και νύφη, δύο σώματα αλλά μια ψυχή, βαδίζουν μαζί το δρόμο της επιστροφής. Ύστερα από κουραστική οδοιπορία φθάνουν στη Βηθλεέμ. Πολλά χρόνια είχαν περάσει από τότε που η Νωεμίν με τον άνδρα της τον Ελιμέλεχ είχαν φύγει από τη Βηθλεέμ. Αλλά οι κάτοικοι της Βηθλεέμ δεν είχαν λησμονήσει το αγαπημένο αυτό ανδρόγυνο. Μόλις άκουσαν ότι ήρθε η Νωεμίν, όλοι έτρεξαν να την υποδεχθούν. Οι δυό γυναίκες είχαν φθάσει στη Βηθλεέμ την εποχή του θερισμού. Στην περιφέρεια της Βηθλεέμ ζούσε τότε ένας πολύ πλούσιος γαιοκτήμονας που ονομαζόταν Βοόζ. Αυτός είχε εργάτες και εργάτριες, που θέριζαν τα σπαρτά του με δρεπάνι. Όταν μια μέρα ο Βοόζ πήγε στα κτήματα να δει τι κάνουν οι εργάτες, βλέπει μια γυναίκα που μάζευε τα λίγα στάχυα που έμειναν μετά το θερισμό σκορπισμένα στο χωράφι. Υπήρχε διάταξη του Νόμου, αυτά τα λίγα στάχυα να μην τα μαζεύει ο ιδιοκτήτης, αλλά να τα μαζεύουν οι φτωχοί, τα ορφανά και οι χήρες. Ο Βοόζ ρώτησε ποια είναι αυτή η γυναίκα. Είναι, του είπαν, η Μωαβίτισσα, που δεν άφησε την πεθερά της τη Νωεμίν αλλά ήρθε μαζί της. Ο Βοόζ, όταν άκουσε ποια είναι η γυναίκα, συγκινήθηκε. Διότι σ’ όλους τους κατοίκους της Βηθλεέμ είχε κάνει μεγάλη εντύπωση πως μια ξένη γυναίκα, από εχθρική χώρα, άφησε τους δικούς της και συνώδευσε την πονεμένη χήρα πεθερά της. Ο Βοόζ διέταξε τον υπηρέτη του να μη την αφήσουν να πάει αλλού, αλλά να της δώσουν το ελεύθερο να μαζεύει στάχυα απ’ τα δικά του κτήματα. Κάλεσε δε και την ίδια και άκουσε όλη την ιστορία της. Συγκινήθηκε ακόμη περισσότερο. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι τέτοια στοργή θα υπήρχε στα στήθη μιας ξένης γυναίκας, και μάλιστα από τη Μωάβ που τόσο μισούσε τον Ισραήλ. Η Ρούθ, κατάφορτη από στάχυα, γύρισε στην πεθερά της. Η Νωεμίν πληροφορήθηκε τα της συναντήσεώς της με τον Βοόζ και –μυαλωμένη γυναίκα- έδωσε στη νύφη της πολύτιμες συμβουλές. Η Ρούθ κάθε μέρα πήγαινε στα κτήματα του Βοόζ. Στενώτερες αλλά άψογες σχέσεις αναπτύχθηκαν μεταξύ Βοόζ και Ρούθ. Και όταν η Ρούθ ζήτησε από τον Βοόζ να την κρατήσει κοντά του σαν δούλη του, εκείνος ακόμη περισσότερο συγκινήθηκε˙ και τέλος, αφού τηρήθηκαν ορισμένες διατάξεις του Νόμου, σύμφωνα με τις οποίες ο πλησιέστερος συγγενής του αποθανόντος ανδρός θα έπρεπε να πάρει τη χήρα αλλ’ αυτός δεν θέλησε, ο Βοόζ νυμφεύθηκε τη Ρούθ. Και η Ρούθ αναδείχθηκε πιστή και αφωσιωμένη σύζυγος του Βοόζ. Από το γάμο αυτό γεννήθηκε ο Ωβήδ, από τον Ωβήδ ο Ιεσσαί, και από τον Ιεσσαί ο Δαυΐδ. Από τη γενιά δε του Δαυΐδ γεννήθηκε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Έτσι η Μωαβίτισσα αυτή, κατά τις ανεξιχνίαστες βουλές του Θεού αξιώθηκε να γίνει πρόγονος του Χριστού και είναι μια από τις 4 γυναίκες που αναφέρονται στο γενεαλογικό δένδρο του Κυρίου.

Πολλά είναι τα διδάγματα που βγαίνουν από τη συγκινητική περίπτωση της Ρούθ. Όλα διδάσκουν. Μήπως π.χ. το ότι, φτωχή χήρα αυτή, πήγαινε στα χωράφια από το πρωί ως το βράδυ και με μεγάλη επιμέλεια μάζευε στάχυα, δεν μας διδάσκει το μάθημα της εργατικότητος και της οικονομίας; Και –ακόμη πνευματικώτερα- δεν διδάσκει ότι οι κληρικοί, που εργάζονται στον πνευματικό αγρό της Εκκλησίας ως θερισταί, πρέπει ακούραστα να εργάζονται, συλλέγοντας και σταχυολογώντας ό,τι χρήσιμο υπάρχει, και το ελάχιστο ακόμη; Αλλά το κυριότερο δίδαγμα είναι το δίδαγμα που μας δίνει η αγάπη της Ρούθ προς την πεθερά της Νωεμίν. Καταπληκτικό παράδειγμα. Όποιος το διαβάσει δεν μπορεί παρά να συγκινηθεί. Τόση αγάπη, τόση στοργή, τόση αυτοθυσία από μια γυναίκα ειδωλολάτρισσα! Τέτοια αγάπη νύφης προς πεθερά και πεθεράς προς νύφη είναι φαινόμενο σπανιώτατο, για να μην πω πως δεν υπάρχει. Καθημερινά επεισόδια συμβαίνουν μέσα στις οικογένειες μεταξύ των δύο αυτών προσώπων. Αλλοίμονο!

Οι ιεροί συγγραφείς, φωτισμένοι από το Πνεύμα του Θεού, δεν έχουν πρόθεση να μας δώσουν μέσα από τα μοναδικά αυτά κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης κάποια οντολογική ερμηνεία της γυναίκας, ούτε να εκθέσουν κάποια θεολογία σχετικά με την δημιουργία της και το πρόσωπό της. Οπωσδήποτε διακατέχονται κι αυτοί από το γενικότερο ανδροκρατούμενο πνεύμα της εποχής τους – πως μπορούσε άλλωστε να γίνει διαφορετικά. Όμως παρόλα αυτά τονίζουν, (μέσα από εικόνες, σύμβολα και άλλα πολιτιστικά στοιχεία του καιρού τους) ότι τόσο ο άντρας, όσο και η γυναίκα είναι δημιουργήματα ενός αγαθοποιού Θεού. Έχουν κι οι δύο την ίδια ανθρώπινη φύση (το αρχικό ανθρώπινο κύτταρο) ως εικόνες του Θεού. Αποτελούν ως «άρσεν και θήλυ», όντα αλληλοσυμπλήρωσης και αλληλοβοήθειας. Ο καθένας βλέπει στον άλλον τον εαυτό του και ταυτόχρονα ο,τι τον διακρίνει. Επωμίζονται και οι δύο το ίδιο έργο, και έχουν από κοινού την ευθύνη για τον κόσμο γύρω τους. Αυτά τα δύο μοναδικά όντα ο Θεός τα αγαπά, τα φροντίζει, τα ευλογεί.

Αλλά ενώ αυτές οι αλήθειες αποκαλύπτουν στο βάθος το αρχικό σχέδιο της θείας Σοφίας, έρχεται η πτώση των Πρωτοπλάστων, που, εκτός από όλα τα άλλα, δημιουργεί μια ρήξη ανάμεσα στον άντρα και την γυναίκα. Η γυναίκα στρέφεται προς τον άνδρα με μια επιθυμία κτητική, κι αυτός λειτουργεί έναντι της ως κυρίαρχος και εξουσιαστής. Αυτή ακριβώς η μεταπτωτική κατάσταση διαπερνά και όλα τα βιβλία της Π.Δ. Κατά τις ραββινικές παραδόσεις και τις διάφορες ερμηνείες του Νόμου, η γυναίκα θεωρείται κατώτερη από τον άντρα στην εξυπνάδα και στην ωριμότητα – κάτι σαν ισόβια «ανήλικη». Στην ερωτική ζωή λειτουργεί ως πηγή επιθυμίας. Στον χώρο της ηθικής ως απειλή. Στην θρησκευτική και λατρευτική ζωή λογίζεται ως ον ανάξιο και ακάθαρτο. Κατά την ίδια νομοθεσία μία γυναίκα αποτελεί κτήμα του συζύγου, (μαζί με τα παιδιά, τους δούλους και τα άλλα περιουσιακά στοιχεία), αφού μετά τον γάμο περνά από την κυριαρχία του πατέρα στην εξουσία του άνδρα. Εύκολα μπορεί να βρεθεί στο δρόμο, χωρισμένη από τον άντρα. Ενώ αυτή δεν μπορεί να χωρίσει τον σύζυγό της, εκτός από ορισμένες περιπτώσεις. Όταν κάποια αποδεικνύεται άπιστη προς τον άνδρα κατά την περίοδο του αρραβώνα, τιμωρείται με λιθοβολισμό(βλ.Κυρία Θεοτόκος). Και όταν η απιστία γίνεται κατά τον γάμο, με στραγγαλισμό. Ενώ για τον άνδρα υπάρχει ατιμωρησία σε ανάλογα παραπτώματα. Η πολυγαμία θεωρείται δικαιολογημένη, όπως και το δικαίωμα του άνδρα να χωρίσει την γυναίκα, αν αυτή δεν του έχει γεννήσει παιδί στα πρώτα δέκα χρόνια του γάμου. Οι ίδιοι νόμοι επιβάλλουν σ’ αυτήν «καθαρμούς» σαράντα ημερών στην περίπτωση που γεννήσει αγόρι, και ογδόντα ημερών, όταν γεννήσει κορίτσι. Απαγορεύουν σ’ αυτήν να ασκεί το ιερατικό λειτούργημα, όπως επίσης και να συμμετέχει στην λατρεία κατά τις περιόδους των γυναικείων κύκλων. Δεν της επιτρέπουν τέλος, όταν πηγαίνει στον Ναό, να στέκεται προς την πλευρά που βρίσκονται οι άνδρες.

Όμως παρόλα αυτά, στα ίδια βιβλία της Π. Δ. λάμπουν με την παρουσία τους σεβαστές γυναίκες, όπως ήταν η Σάρα, η Ρεβέκκα, η Λεία, η Ραχήλ, κατά τους εωθινούς χρόνους της ιερής ιστορίας, οι προφήτισσες Μυριάμ (αδελφή του Μωυσή) Δεββώρα, Άννα (μητέρα του Σαμουήλ), οι ελευθερώτριες Εσθήρ, Ιουδίθ. Ούτε λείπουν απ’ αυτά τα βιβλία οι έπαινοι για την γυναικεία γονιμότητα (κύριο στοιχείο καταξίωσης της γυναίκας), για την γυναικεία αξιοσύνη, την πιστότητα και αφοσίωση προς τον άνδρα, την καθαρότητα στις συζυγικές σχέσεις, την τρυφερότητα του άνδρα προς την γυναίκα. Αισθήματα που κορυφώνονται με την γυναικεία προσωποποίηση της Σοφίας και κατ’ εξοχήν με το «Άσμα Ασμάτων», αυτόν τον θαυμάσιο ύμνο της ανδρόγυνης αγάπης. Όμως η πραγματικότητα δεν έπαυε να είναι πικρή για την γυναίκα. Και απ’ αυτή την άποψη μπορούμε να εκτιμήσουμε την όλη στάση του Ιησού, όντως επαναστατική, προς τις γυναίκες.

Πράγματι, ο Ιησούς, σύμφωνα με τις διηγήσεις των Ευαγγελίων, δεν αποκλείει από την αγάπη Του την γυναίκα – το αντίθετο μάλιστα. Γι’ Αυτόν εκείνο που έχει σημασία δεν είναι το φύλο, αλλά το ανθρώπινο πρόσωπο. Έτσι καλεί τις γυναίκες αδελφές Του, γιατί κι αυτές ανήκουν στην κοινότητα της Εκκλησίας. Ευσπλαχνίζεται την χήρα μητέρα της Ναΐν και ανασταίνει τον γιο της. Γιατρεύει την συγκύπτουσα της συναγωγής, γιατί είναι κόρη του Αβραάμ και ίση μπροστά στον Θεό. Εμπιστεύεται μέγιστες αλήθειες σε μια γυναίκα, την Σαμαρείτισσα (Ιω. 4, 14 εξ.), παρά τις αντίθετες αντιλήψεις της εποχής, όπου αποτελούσε πρόβλημα ακόμα και η συζήτηση με μια γυναίκα. Επιτρέπει σε γυναίκες (όπως ήταν η Μαρία η Μαγδαληνή, η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου, η Σαλώμη, η Σουζάνα κ. α.) όχι μόνο να Τον διακονούν (Λουκ. 8, 1) αλλά να βγαίνουν έξω από το σπίτι τους και να Τον ακολουθούν στο κηρυκτικό έργο, πράγμα αδιανόητο για ένα ραββίνο αυτής της εποχής. Και προπάντων δείχνει την ιδιαίτερη αγάπη Του σε γυναίκες του περιθωρίου, απορριμένες κοινωνικά και εξουθενωμένες, γιατί θέλει ν’ αποκαταστήσει την αξιοπρέπειά τους και ν’αποκαλύψει σ’ αυτές ότι είναι άξιες εκτίμησης εκ μέρους Του και εκ μέρους του Θεού.

Μετά απ’ αυτή την στάση του Ιησού, οι γυναίκες είναι παρούσες στην Σταύρωση και στον Ενταφιασμό˙ γίνονται αγγελιοφόροι της Ανάστασης˙ μετέχουν στο γεγονός της Πεντηκοστής, όπως η Εκκλησιαστική κοινότητα είναι συγκεντρωμένη «ομοθυμαδόν επί το αυτό» και δέχεται την φωτιά του Αγίου Πνεύματος˙ αναδεικνύονται σε προφήτισσες (οι τέσσερις κόρες του Φιλίππου), σε διδασκάλισσες (Πρίσκιλλα, Φοίβη), σε διακόνισσες, σε γυναίκες φιλανθρωπίας και αγάπης (Ταβιθά), σε μάρτυρες, μοναχές και μητέρες.

Αλλά κι ο Απ. Παύλος διακηρύττει κάτι εξαιρετικά σημαντικό για την εποχή του. Ότι στον καινούργιο κόσμο της Βασιλείας του Θεού καταργείται κάθε διάκριση – εθνική, θρησκευτική, κοινωνική – όπως κι αυτή που έχει σχέση με την γυναίκα. Όμως ο ίδιος ο Απόστολος βλέπει ότι τόσο ο κόσμος, όσο και η τότε κοινότητα της εκκλησίας, δεν μπορούν να αντέξουν μια τέτοια ριζοσπαστική αλήθεια, κατ’ ουσία εσχατολογική. Γι’ αυτό και προσφεύγει στην οικογενειακή «ιεραρχία» της εποχής εκείνης, που ήθελε τον ανδρα « κεφαλή της γυναικός». Και στη συνέχεια περνά σ’ ένα θαυμάσιο εικονισμό άνδρα Χριστού – Εκκλησίας, άντρα – γυναίκας. Έτσι, μέσα απ’ αυτόν τον εικονισμό προβάλλεται ένα ανώτερο επίπεδο σχέσεων άντρα – γυναίκας, που ξεπερνά όλες τις σχετικές ιδεολογίες αυτής της εποχής και χτυπάει στην ρίζα κάθε μορφή αυταρχισμού, ανδρικού η γυναικείου.

Όμως παρά την ρωμαλέα στάση του Αποστόλου Παύλου, δεν αλλάζουν πολλά σχετικά με την ισοτιμία του άνδρα και της γυναίκας. Ο μύθος της ανδρικής κυριαρχίας παραμένει και  στις χριστιανικές κοινότητες. Η υπερβολική «καθαρολογία» του Ιουδαϊσμού (σχετικά με τους γυναικείους βιολογικούς κύκλους) περνάει και μέσα στην Εκκλησία. Οι «γνωστικίζουσες» αντιλήψεις για τον κόσμο, το σώμα, την ηδονή (ως δημιουργήματα κατωτέρων θεϊκών δυνάμεων) όπως και κάποιες εκτροπές του ασκητισμού, καλλιεργούν ένα πνεύμα υποψίας και περιφρόνησης, εχθρότητας και φόβου προς την γυναίκα. Έτσι ορισμένοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς δεν βλέπουν την γυναίκα ως πηγή της ζωής, όπως την θέλει το θείο Σχέδιο της δημιουργίας, αλλά ως πηγή ρύπου και μολυσμού (Αποκ. 14, 4). Ως ένα δηλ. καταραμένο ον, που υπάρχει, είτε για την αποφυγή της πορνείας, είτε ως μέσο παιδοποιίας, και που η σχέση μ’ αυτό (η ερωτική – συζυγική) καθιστά τον άνθρωπο, κατά κάποιο τρόπο, ακάθαρτο.

Αυτού του είδους τις αντιλήψεις, που τραυμάτιζαν την γυναικεία αξιοπρέπεια και αμφισβητούσαν την σοφία του Θεού, χρειάστηκε ν’ αντιμετωπίσουν οι Πατέρες της Εκκλησίας – όσο φυσικά η εποχή τους το επέτρεπε! Γι’ αυτό οι Πατέρες δεν παύουν να στηλιτεύουν την τότε νομοθεσία που εξαντλούσε όλη την αυστηρότητα για τις ηθικές παρεκτροπές της γυναίκας, ενώ άφηνε στο απυρόβλητο τις απιστίες του άντρα. Να συμβουλεύουν τους άνδρες να συμπεριφέρονται με τρυφερότητα στις γυναίκες τους. Να τονίζουν με όλες τους τις δυνάμεις το «ομότιμον ανδρός και γυναικός». Ότι δηλ. ο άντρας και η γυναίκα έχουν την ίδια τιμή, αξία και δόξα, με βάση την δημιουργική πράξη του Θεού˙ το ίδιο θεϊκό αρχέτυπο, ως μία και ενιαία ανθρώπινη φύση˙ την ίδια οντολογική ταυτότητα του «κατ’ εικόνα». Και επιπλέον, ότι και τους δύο αφορά η λυτρωτική πράξη του Χριστού˙ η αναδημιουργία μέσα στην Εκκλησία˙ η από κοινού πορεία προς την ζωή, τον θάνατο και την ανάσταση. (Αγ.Ιωάννης ο Χρυσόστομος αν και τον αποκάλεσαν «μισογύνη» ξεκαθάριζε: «Το σώμα του άνδρα δεν ανήκει στον άνδρα, αλλά στη γυναίκα (του). Ας της διατηρεί λοιπόν ακέραιο το κτήμα και ούτε να της το μειώνει ούτε να της το καταστρέφει. … Αφού λοιπόν το σώμα του άνδρα είναι κτήμα της γυναίκας, ας δείξει αυτός το ενδιαφέρον του για τη διαφύλαξη αυτής της παρακαταθήκης. Το ότι βέβαια αυτό εννοεί (ο Παύλος) αποδεικνύεται από το εξής: Αφού είπε «ας αποδίδει τη συζυγική αγάπη», πρόσθεσε: «Η γυναίκα δεν εξουσιάζει το σώμα της η ίδια, αλλά ο άνδρας της. Παρόμοια και ο άνδρας δεν εξουσιάζει το σώμα του, αλλά η γυναίκα του» [Α΄ Κορ. ζ΄ 4]. Όταν λοιπόν δεις μια πόρνη να σε δελεάζει, να σκέπτεται το κακό σου, να επιθυμεί το σώμα σου, πες της: «Δεν είναι δικό μου το σώμα, αλλά της γυναίκας μου. Δεν τολμώ να το σφετερισθώ ούτε να το παραδώσω σε άλλη γυναίκα». Το ίδιο ας κάνει και η γυναίκα…». Ο Χρυσόστομος απαγορεύει στους άντρες να χρησιμοποιούν τη σωματική τους δύναμη επί των γυναικών. «Μη γένοιτο [να δέρνεται η γυναίκα]˙ διότι αυτό είναι μέγιστη ατιμία, όχι γι’ αυτήν που δέρνεται αλλά γι’ αυτόν που δέρνει. […] Και τι λέγω εγώ για τη γυναίκα; Ούτε δούλη θα ήταν ανεκτό σε άνδρα ελεύθερο να χτυπά και να χειροδικεί εναντίον της. Και, αν είναι μεγάλη ντροπή για τον άνδρα να χτυπήσει δούλη [εδώ δεν λέει μόνο «για τον ελεύθερο»], πολλή περισσότερο το να σηκώσει το χέρι εναντίον ελεύθερης γυναίκας» (στο ίδιο, 10).)

Βέβαια, παρά τις καταπληκτικές αυτές τοποθετήσεις των Πατέρων, η ισότητα άντρα – γυναίκας σε όλα τα επίπεδα παρέμενε για τον ιστορικό Χριστιανισμό κάτι το ανέφικτο. Το ανθρώπινο ον ταυτίζεται σχεδόν με τον άντρα, και η γυναικεία ύπαρξη θεωρείται υποτιμημένη και προβληματική! Οι χριστιανοί δεν έπαυαν να τονίζουν την πνευματική ισοτιμία ανάμεσα στον άντρα και την γυναίκα. Όμως δεν μπόρεσαν να βγάλουν απ’ αυτή την χαρισματική ισοτιμία τα αναγκαία συμπεράσματα για την θέση της γυναίκας στην κοινωνική ζωή. Έτσι δεν κατόρθωσαν να κάνουν πράξη (είτε γιατί παρεξέκλιναν προς κάποιο «αγγελισμό», είτε γιατί η εποχή δεν ήταν ώριμη), αυτά που ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς είχε διακηρύξει, από τον δεύτερο αιώνα, ως συνέπειες της πνευματικής ισότητας: «η τροφή κοινή, γάμος συζύγιος, αναπνοή, οψις, ακοή, γνώσις, ελπίς, υπακοή, όμοια πάντα» (P. G 8, 260C).

Επιπλέον εκείνο που δεν μπόρεσε να δει ο ιστορικός Χριστιανισμός μέσα στους αιώνες είναι, τι ακριβώς διαφοροποιεί τον άνδρα και την γυναίκα ως ετερότητα. Ενώ δηλ. τα δύο αυτά όντα αποτελούν στον πυρήνα τους μία ενότητα (Γεν. 1,26˙ 27˙), τι είναι εκείνο το μυστηριώδες, που κάνει τον άνδρα να είναι αυτό που είναι, και την γυναίκα να στέκεται απέναντί του ως ένα «άλλο πρόσωπο», πολύ κοντινό ταυτόχρονα ομως «καθαρά διαφορετικό». Οι Πατέρες της Εκκλησίας πέρασαν παράπλευρα από το υπερφυσικό μυστήριο των φύλων και το πρόβλημα της γυναικείας οντότητας. Είδαν την γυναίκα περισσότερο από ηθική η ψυχολογική άποψη, και με μέτρο πάντα τον άντρα. Αποτέλεσμα αυτού να ταυτισθεί ο άντρας με την δύναμη και την εξουσία (ο σοφός, ο πολεμιστής, ο κυβερνήτης) και η γυναίκα με την παιδοποιία και τους υπηρετικούς ρόλους – αυτή που φροντίζει το σπίτι, αυτή που ξεκουράζει ερωτικά τον άνδρα, αυτή που του γεννάει παιδιά.

Αλλά στην Εκκλησία υπάρχει και η Γυναίκα «η περιβεβλημένη τον ήλιον» (Απ. 12, 1). Η Εύα της Χάρης και της Σωτηρίας, η Υπεραγία Θεοτόκος. Οι Πατέρες κι οι Υμνογράφοι της Εκκλησίας έγραψαν καταπληκτικά κείμενα για το τίμιο πρόσωπό της. Γι’ αυτούς η Θεοτόκος (Γυναίκα – Μητέρα – Παρθένος) αποτελεί δόξα και τιμή για το ανθρώπινο γένος, την πιο χαριτωμένη ύπαρξη της εκκλησιαστικης ιστορίας. Όλο αυτό το μεγαλείο της Θεοτόκου δεν βρίσκεται στην βιολογική γονιμότητα, αλλά στο γεγονός ότι έγινε η Μητέρα του Θεού. Και αυτό το μέγα γεγονός και θαύμα, ότι ο Υιός του Θεού «γεννήθηκε από μία γυναίκα» (Γαλ. 4, 4) καταξιώνει στο έπακρο την γυναικεία ύπαρξη. Πρόκειται για μια μητρότητα άλλης τάξεως, που αποκαλύπτεται ως μυστική ανταπόκριση στην αγάπη του Θεού. Βλέπουμε λοιπόν πια ότι εκείνο που διακρίνει την γυναίκα, αυτό που χαρακτηρίζει την γυναικεία πνευματικότητα, είναι η δυνατότητα αποδοχής του Άλλου – του Θεού, του άντρα, του παιδιού, του συνανθρώπου. Είναι η ανέκφραστη τρυφερότητα που αγκαλιάζει και σώζει την ζωή, μ’ ένα τρόπο μυστικό, ενδόμυχο και πολύμορφο. Μια «μητρότητα» που επωάζει και «γεννά» ο,τι πιο ωραίο υπάρχει στον κόσμο ως ζωή, αμοιβαιότητα και χάρη. Γι’ αυτό και οι Πατέρες είδαν στην χαρισματική μητρότητα της Θεοτόκου (στην μυστική αποδοχή της αγάπης του Θεού) το μυστήριο της Εκκλησίας. Όπως δηλαδή η Θεοτόκος δέχεται και αγκαλιάζει το Θεό και όλους εμάς, έτσι και η Εκκλησία αγκαλιάζει και μεταμορφώνει όλους μας χωρίς διακρίσεις, χωρίς κρατούμενα.

Βέβαια μία τέτοια «στάση» έναντι του κόσμου υπάρχει και στον άντρα, αλλά στην γυναίκα είναι κάτι το μοναδικό. Και απ’ αυτή την άποψη οι άγιοι άντρες και άγιες γυναίκες της Εκκλησίας δεν είναι όντα που περιορίζονται μέσα στην βιολογικότητά τους, ούτε εξαντλούνται στους κοινωνικούς ρόλους. Είναι πρόσωπα που από την μια φανερώνουν τον εσώτατο εαυτό τους ως μυστηριακή «ετερότητα» (χαρισματικός πλούτος των δώρων του Θεού) και από την άλλη αποκαλύπτουν «την ταυτότητα δια της χάριτος» (Αγ. Μάξιμος), όταν συγκλίνουν προς το κοινό Αρχέτυπο, και γίνονται «εις εν Χριστω Ιησου»(Γαλ.3,28).Μέσα απ’ αυτή την αφατη σχέση (ταύτιση και διάκριση, κοινότητα και ετερότητα, αμοιβαιότητα και μοναδικότητα) ο άντρας και η γυναίκα αποτελούν την πιο λαμπρή και ακτινοβόλα εικόνα του Ενός και Τριαδικού Θεού.

Όμως παρόλο που ο ιστορικός Χριστιανισμός αρνείται να δώσει στη γυναίκα τη θέση και την αξία που έχει από τον ίδιο το Θεό, η γυναίκα εργάζεται αθόρυβα και σιωπηλά μέσα στην κοινωνία ως κόρη, αδελφή, μητέρα και αλλάζει τον κόσμο. Ομορφαίνει τη ζωή, τής δίνει νόημα με την αγάπη της, διδάσκει κυρίως με το παράδειγμά της και τέλος αναδεικνύει Αγίους μέσα στην κοινωνία μας. Το έργο της συνεχίζει αθόρυβα και με ταπείνωση και μπολιάζει τη ζωή μας, ποιούμενη «εὐθείας τὰς τρίβους Κυρίου» που μας οδηγούν προς την Βασιλεία Του. Οφείλονται ευχαριστίες και σεβασμός στο απίστευτο αυτό έργο της Χριστιανής γυναίκας που γνωρίζει ότι στόχος και σκοπός της ύπαρξής της είναι η δοξολογία του Θεού μέσω των έργων της και η κατάκτηση της Βασιλείας του Θεού. Αμήν

Advertisements