Ἐτικέττες

,

(‘Ομιλία τοῦ ἐφημερίου μας π.Φιλοθέου Νικολάκη ποὺ ἐκφωνήθηκε στὸν Ναό μας στὰ πλαίσια τῶν ἑβδομαδιαίων συνάξεων νέων τῆς Ἐνορίας μας τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2011)

Τὸ θέμα μὲ τὸ ὁποῖο στὴν ἀποψινή μας σύναξη θὰ ἀσχοληθοῦμε, ὅπως γνωρίζετε, εἶναι ἡ Ἐκκλησία ὡς λατρεύουσα κοινότητα. Θὰ προσπαθήσουμε χωρὶς νὰ εἰσέλθουμε σὲ λεπτομέρειες νὰ ἀναδείξουμε ὁρισμένες πτυχὲς τοῦ θέματος αὐτοῦ, καθ’ ὅσον αὐτὸ ἅπτεται πολλῶν ἄλλων, ποὺ κάθε ἕνα ἀπὸ αὐτὰ δύναται νὰ ἀποτελέσει ἀντικείμενο γιὰ νὰ γραφοῦν χιλιάδες σελίδες πολλῶν μάλιστα μελετῶν. Κι αὐτὸ θὰ καταφανεῖ ἀπὸ ὅσα θὰ λεχθοῦν.

Ἔχει προσφυῶς λεχθεῖ ὄτι ἡ Θεία Ευχαριστία, ὡς ἡ πεμπτουσία τῆς λειτουργικῆς ζωῆς, πραγματώνει καὶ οἰκοδομεῖ ἐν τόπῳ καὶ χρόνῳ τὸ μυστικὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ ποὺ εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Διότι ἡ Θεία Εὐχαριστία εἶναι τὸ μυστήριο τοῦ σταυρωθέντος καὶ ἐκ νεκρῶν ἀναστάντος Κυρίου, τὸ αἷμα τοῦ ὁποίου ἐχύθη «ἐφάπαξ» (Ἑβρ.7,27) ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καὶ σωτηρίας· εἶναι τὸ ἐσχατολογικὸ δεῖπνο τῆς αἰώνιας βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖο γεύεται ὁ πιστὸς μὲ τὴ συμμετοχή του στὴν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας. Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο παλαιότερα ὅλα τὰ ἐπιμέρους μυστήρια ἐτελοῦντο στὰ πλαίσια τῆς Θείας Λειτουργίας, ὡς φανερώσεις τοῦ ἑνὸς καὶ ἀδιαιρέτου μυστηρίου τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἀποκεκρυμμένου ἀπὸ τῶν αἰώνων (Ἐφεσ.3,9). Ἀλλ’ ἀκόμη καὶ σήμερα ὁλόκληρος ὁ βίος τῆς Ἁγίας Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας ἀρδεύεται πνευματικὰ ἀπὸ τῆ Θεία Λατρεία, ὡς τὸ σημεῖο ποὺ νὰ ἀναγνωρίζεται διομολογιακὰ ὡς ἡ κατ’ ἐξοχὴν λειτουργικὴ Ἐκκλησία[1].

Καὶ εἶναι ἀλήθεια ὅτι σ’ ἐμᾶς δύο τεράστια πνευματικὰ μεγέθη, δηλαδὴ Ἐκκλησία καὶ Θεία Λατρεία μᾶλλον ταυτίζονται. Ἡ λατρεία μας καὶ δὴ ἡ τέλεση τῆς ἀναίμακτης θυσίας εἶναι ὁ πυρήνας, τὸ κέντρο καὶ συνάμα τὸ ἀποκορύφωμα τῆς Ὀρθοδόξου πίστεώς μας. Δὲν κάνουμε τίποτε ἄλλο τελεσιουργῶντας τὸ μυστήριο τῆς Θείας Λειτουργίας ἀπὸ τὸ νὰ συνερχόμαστε ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἐπιτελῶντας ἕνα ἔργο θεῖο, τὸ ἔργο τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ (λεῖτος = λαός).

Μάλιστα κατ’ αὐτὴν, χωρὶς νὰ ξεχνοῦμε ἢ νὰ παραβλέπουμε τὴν ἀρχὴ καὶ τὶς ρίζες τῆς Ἐκκλησίας, τὰ θεμέλιά της, τὴν ἐνανθρώπιση τοῦ Ἱδρυτοῦ της καὶ τὸ κήρυγμα ἢ τὰ θαύματά Του, προσβλέπουμε κυρίως στὸ μέλλον. Ζοῦμε στὸ παρὸν ἀλλὰ ἀντλοῦμε ἀπὸ τὸ μέλλον. Ποιό ἄλλο νόημα μπορεῖ νὰ ἔχει ἡ ἔναρξή της διὰ τῆς πανηγυρικῆς διακηρύξεως ὅτι εἶναι «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων»; Διὰ τῆς Λειτουργίας ἡ Ἐκκλησία προεικονίζει τὰ ὅσα πρόκειται νὰ συμβοῦν κατὰ τὴν ἀρραγῆ καὶ ἀκλόνητη πίστη της. Προγεύεται καὶ προσδοκᾶ τὴν ἔλευση τῶν ἐσχάτων, κάτι ποὺ ἄλλωστε διακηρύσσει διὰ τοῦ Συμβόλου της, τὸ ὁποῖο τοποθέτησε ἐνσυνείδητα πρὸ τῆς Ἀναφορᾶς, δηλαδὴ πρὸ τῆς ἱερώτερης στιγμῆς τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ὅταν διὰ τῆς χάριτος τοῦ τελεταρχικοῦ καὶ παναγίου Πνεύματος τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασὶ θὰ μεταβληθοῦν σὲ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ. Τοῦτο διότι ἀπαιτεῖται γιὰ τὴν συμμετοχὴ σὲ αὐτὴν ἡ κοινωνία τῆς πίστεως. Χωρὶς αὐτὴν δὲν νοεῖται κοινωνία πιστῶν. Διαιρέσεις, σχίσματα, αἰρέσεις κ.λ.π. παρόμοια δὲν χωροῦν στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἀφοῦ λοιπὸν διακηρύσσεται ἐν ὀμονοίᾳ ἡ πίστη ὅλων[2] καὶ ἔχει δοθεῖ ὁ ἀσπασμὸς τῆς ἀγάπης, ἀμέσως μετὰ τονίζεται ὅτι ἡ προσφορά μας δὲν μπορεῖ νὰ πραγματοποιεῖται χωρὶς τὴν εἰρήνη.

Δύο λοιπὸν πολὺ σημαντικὰ στοιχεῖα, συστατικὰ τῆς Θείας Λειτουργίας εἶναι ἡ κοινότητα τῶν πιστῶν ποὺ συνέρχεται ἐπὶ τὸ αὐτὸ νὰ διακατέχεται ἀπὸ εἰρήνη καὶ τὰ μέλη της νὰ τηροῦν καὶ νὰ ἐκφράζουν τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ὁμόνοιας.

Ἡ συμμετοχή μας ἐπίσης στὸ Ποτήριο τῆς Ζωῆς ἔχει διαφόρους καρπούς, ἕνας ἀπὸ τοὺς ὁποίους εἶναι – ὅπως ἀναφέρεται ἀμέσως μετὰ τὸν καθαγιασμὸ τῶν τιμίων Δώρων – ὁ «ἀρραβὼν τῆς μελλούσης ζωῆς καὶ Βασιλείας». Ζοῦμε λοιπὸν στὸ παρὸν, ἐνθυμούμενοι τὸ παρελθὸν, δηλαδὴ τὸ ἀπολυτρωτικὸ ἔργο τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ καὶ ἀναπνέουμε ἐλπίζοντας στὸ μέλλον δηλαδὴ τὴν συμμετοχή μας στὴν ἐρχόμενη μέλλουσα ζωὴ καὶ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Στὴν ἐπιγραφὴ τοῦ θέματος ἀκούστηκε ὁ ὅρος «κοινότητα» καὶ δὴ «λατρεύουσα». Στὴν Ἐκκλησία μας ποτὲ δὲν χρησιμοποιήθηκε ὁ ὅρος «ἄτομο». Λειτουργοῦμε ὡς πιστοὶ καὶ μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ὡς πρόσωπα. Στὴν Ἐκκλησία δὲν πηγαίνουμε γιὰ νὰ προσευχηθοῦμε, ἀλλὰ γιὰ νὰ συναντήσουμε καὶ νὰ ἐνωθοῦμε μὲ τὸν πατέρα μας καὶ τοὺς ἀδελφούς μας. Ἡ σύναξη τῶν πιστῶν στὴν Ἐκκλησία φανερώνει αὐτὸ ποὺ πραγματικὰ εἴμαστε καὶ ἀποκτήσαμε διὰ τοῦ Βαπτίσματος: τέκνα Θεοῦ, μέλη τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖ ἑνωνόμαστε μὲ τοὺς πιστούς, συναπαρτίζουμε τὴν Ἐκκλησία καὶ δὲν εἴμαστε πιὰ μακρυὰ ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλο, χωρισμένοι καὶ διασκορπισμένοι ἀπὸ τὸν διάβολο. Τώρα πιὰ ἐν Χριστῷ καὶ διὰ τῆς Χάριτός Του ἀποτελοῦμε αὐτὸν τὸν ἕνα Λαό, τὸν Λαό Του. Ἦλθε λοιπὸν ἤδη καὶ πραγματοποιεῖται τὸ κήρυγμα τοῦ Βαπτιστοῦ καὶ προδρόμου Ἰωάννη· «ἥγγικεν ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ.3,2).

Δὲν ὑπάρχει ἀντιπροσωπευτικότερη εἰκόνα τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἄρα καὶ τῆς Ἐκκλησίας, ἀπὸ αὐτὴν ποὺ βλέπουμε στὴν Θεία Λειτουργία. Ἡ ἀκολουθία τῆς Προσκομιδῆς φανερώνει αὐτὴν τὴν πανέμορφη εἰκόνα μὲ τὸν πιὸ παραστατικὸ τρόπο: ἐπάνω στὸ ἄγιο δισκάριο καὶ στὸ κέντρο του βρίσκεται τὸ τεμάχιο τοῦ ἄρτου ποὺ εἰκονίζει τὸν Βασιλέα τοῦ σύμπαντος (ΙΣ ΧΣ ΝΙ ΚΑ), στὰ δεξιά του ἡ Παναγία Μητέρα καὶ μεσίτρια τῶν ἀνθρώπων, ἀριστερὰ τοποθετοῦνται ὅλοι οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ἀγγελικὲς δυνάμεις, οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Ἱεράρχες, οἱ Μάρτυρες, οἱ Ὅσιοι, οἱ ἅγιοι Ἀνάργυροι, οἱ Θεοπάτορες καὶ ὁ κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς τελέσεώς της ἑορταζόμενος Ἅγιος. Μπροστὰ καὶ κάτω ἀπὸ ὅλους βρίσκονται οἱ πιστοὶ μὲ προεξάρχοντα τὸν Ἐπίσκοπο, στὸ πρόσωπο τοῦ ὁποίου ἡ Ἐκκλησία βλέπει τὸν Θεὸ Πατέρα, ὅπως λέγει χαρακτηριστικὰ ὁ Ἅγ.Ἰγνάτιος ὁ θεοφόρος. Στοὺς πιστοὺς συγκαταλέγονται καὶ ὅσοι ἔχουν πιὰ κοιμηθεῖ τὸν αἰώνιο ὕπνο καὶ περιμένουν «τὴν κοινὴν ἀνάστασιν», ὅλοι δηλαδὴ οἱ κεκοιμημένοι μας. Ὅλοι αὐτοὶ γίνονται ἕνα καὶ λαμβάνουν – κατὰ τὸ δυνατὸν – ἀπὸ τὴν ἁγιαστικὴ χάρη τοῦ Παναγίου Σώματος καὶ Αἵματος τοῦ Κυρίου.

Στὸ δισκάριο ἐπάνω λοιπὸν «Θεὸς ἐν ἀνθρώποις καὶ Θεὸς ἐν μέσῳ θεῶν, θεουμένων ἐκ τοῦ κατὰ φύσιν ὄντως Θεοῦ σαρκωθέντος ὑπὲρ αὐτῶν. Καὶ τοῦτο ἡ μέλλουσα Βασιλεία καὶ τῆς αἰωνίου ζωῆς τὸ πολίτευμα· Θεὸς μεθ’ ἡμῶν ὁρώμενός τε καὶ μεταλαμβανόμενος».[3]

Ἡ Ἐκκλησία μὲ ἄλλα λόγια δὲν εἶναι φιλανθρωπικὸς ὀργανισμὸς οὔτε βεβαίως κάποια δημόσια ὑπηρεσία, ποὺ ἔχει σκοπὸ νὰ ἐξυπηρετεῖ τὶς «ἀνάγκες» τῶν πιστῶν. Ὑπάρχει καὶ ὑφίσταται γιὰ νὰ κάνει μὲ τὴν λατρεία της τὸν κόσμο Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ φέρει ἐπὶ γῆς τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ἐκτὸς τῶν μυστηρίων στὴν Ἐκκλησία μας ὑφίστανται καὶ πολλὲς ἀκολουθίες καὶ ἁγιαστικὲς πράξεις. Ὅλες αὐτὲς οἱ λειτουργικὲς πράξεις καὶ ἀκολουθίες ἀποτελοῦν ἕνα ὅλο, στοχεύουν σὲ ἕναν σκοπὸ – τὸν συνεχῆ καὶ καθολικὸ ἁγιασμὸ τοῦ σώματος – καὶ συγκλίνουν πρὸς τὴν Θεία Εὐχαριστία, τὸ ἀπόλυτο κέντρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος. Δὲν ὑπάρχουν, ἔτσι, αὐτόνομες καὶ ἀνεξάρτητες λατρευτικὲς πράξεις στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ὅλες μαζὶ συνιστοῦν μιὰ ἀρραγὴ ἐνότητα, τὸ κέντρο τῆς ὁποίας κατέχει τὸ «μυστήριο τῶν μυστηρίων», ἡ Θεία Εὐχαριστία. Κάθε δημόσια προσευχὴ – ἀκολουθία, νοεῖται ὡς προετοιμασία γιὰ τὴν συμμετοχὴ στὴν ἀκολουθία τῆς Θείας Λειτουργίας, στὸ ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία πραγματώνεται ὠς «καινὴ κτίσις», νέα δημιουργία, ποὺ ξεπερνᾶ τὶς διαστάσεις τοῦ ἱδρύματος καὶ γίνεται Σῶμα Χριστοῦ[4].

Εἶναι ἴσως γνωστὴ ἡ κατηγοριοποίηση κάποιων λατρευτικῶν πράξεων τῆς Ἐκκλησίας σὲ μυστήρια (τὰ λεγόμενα ἑπτὰ) καὶ τελετές. Δυστυχῶς σήμερα ἔχει πιὰ ἐπικρατήσει νὰ θεωροῦμε τὴν Θεία Λειτουργία ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ ἑπτὰ μυστήρια, τὸ πρῶτο ἴσως ἀλλὰ ἕνα ἀπὸ τὰ ἑπτά. Αὐτὸ ὅμως εἶναι λάθος. Στὴν Ἐκκλησία μας καὶ μάλιστα στὴν ἀρχαία δὲν ὑπῆρχε αὐτὴ ἡ μεταγενέστερη ἀντίληψη. Μιλοῦσε γιὰ ἕνα καὶ μόνο μυστήριο, τὸ «μυστήριο τοῦ Χριστοῦ» ὅπως ὀνομάζεται στὴ Γραφή[5]. Ἆρα διὰ τῆς Λειτουργίας, κυρίως δι’ αὐτῆς, γινόμαστε μέλη τοῦ Χριστοῦ.

Ὅλη ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ καθενὸς βαπτισμένου καὶ μέλους αὐτῆς τῆς κοινότητος τῶν πιστῶν ἀρχίζει καὶ τελειώνει μὲ τὸ μυστήριο τῆς σταυρικῆς κοινωνίας μὲ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, τὴ Θεία Εὐχαριστία. Γι’ αὐτὸ – ὅπως ἔγραψε καὶ ἕνας σύγχρονος θεολόγος – ἡ Θεία Εὐχαριστία οὔτε εἶναι, οὔτε πρέπει νὰ νοεῖται, ὤς ἕνα ἀπὸ τὰ λοιπὰ μυστήρια, ἀλλὰ ὡς τὸ κατ’ ἐξοχὴν μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ζωὴ καὶ ἡ πνευματικὴ τροφή της, τὸ «μυστήριο τῆς σύναξης»[6].

Παλαιότερα ὅλα τὰ μυστήρια τελοῦνταν συνηρμοσμένα μὲ τὴν Θεία Λειτουργία. Τὸ Βάπτισμα καὶ τὸ Χρῖσμα τελούνταν κατὰ τὴν Θεία Λειτουργία μεγάλων ἑορτῶν τῆς Ἐκκλησίας μας κατάλοιπο τῶν ὁποίων ἀποτελεῖ ἡ ψαλμώδηση τοῦ ἀποστολικοῦ ὕμνου «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε», ὅπως τὸ Πάσχα καὶ τὰ Θεοφάνεια, ὅταν βεβαίως ἀποτελοῦσαν μία ἑορτὴ μετὰ τῶν Χριστουγέννων. Ὁ Γάμος καὶ τὸ Εὐχέλαιο ἐπίσης προϋπέθεταν τὴν Θεία Εὐχαριστία. Μόνον οἱ χειροτονίες σὲ ὅλους τοὺς βαθμοὺς παρέμειναν μέχρι σήμερα ἀναπόσπαστα συνδεδεμένες μὲ τὴν Λειτουργία. Ἀκόμη τὸ μυστήριο τῆς μετανοίας πραγματοποιούνταν δημοσίως κατὰ τὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη τῶν πιστῶν καὶ προηγεῖτο τῆς μεταλήψεως.

Ὁ νεοφώτιστος λοιπὸν καὶ ἄρτι χρισθεὶς μετελάμβανε τῶν ἀχράντων μυστηρίων. Εἶναι ἀδιανότητο βαπτισμένος πιστὸς νὰ μὴν μετάσχει τοῦ Σώματος καὶ Αἷματος τοῦ Κυρίου ποτέ! Ἡ ἕνωση τῶν δύο ἀνθρώπων «εἰς σάρκαν μίαν» κατὰ τὸν Γάμο σφραγίζεται καὶ τελειοῦται διὰ τῶν Ἀχράντων μυστηρίων. Ὁ ἀσθενὴς πιστὸς μεταλαμβάνει «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον» καὶ χρίεται διὰ τοῦ ἁγιασμένου ἐλαίου, ἀναγνωρίζοντας τὴν ἀσθένεια ὡς ἐπίσκεψη Θεοῦ, ὅπως τὴν χαρακτηρίζει τὸ ἀπολυτίκιο τῆς ἀκολουθίας τοῦ Εὐχελαίου, ποὺ ὀφείλει νὰ τὴν ἀξιοποιήσει καὶ ἔκφραση τῆς παιδαγωγίας Του[7] πρὸς τὸν ἁμαρτήσαντα ἄνθρωπο[8]. Ὁ νεοχειροτονούμενος καλεῖται νὰ διακονήσει τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ ἔχοντας τὸ ἰδιαίτερό του χάρισμα ἀνάλογα μὲ τὸν βαθμὸ τῆς ἱερωσύνης. Ὁ ἐπίσκοπος, ὁ κατ’ ἐξοχὴν προφήτης χειροτονεῖται πρὸ τῶν ἀναγνωσμάτων τοῦ ἀποστόλου καὶ τοῦ Εὐαγγελίου γιὰ νὰ κηρύξει, ὁ πρεσβύτερος, ἱερουργὸς κυρίως τῶν μυστηρίων πρὸ τῆς Ἀναφορᾶς, γιὰ νὰ συμμετάσχει στὸν καθαγιασμὸ τῶν Δώρων καὶ ὁ διάκονος πρὸ τῆς μεταδόσεως τῶν Δώρων στοὺς πιστοὺς ὑπηρετῶντας τὰ μυστήρια καὶ βοηθώντας στὴν μετάδοσή τους. Παλαιότερα πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς μυστικῆς ἐξομολογήσεως ὁ πιστὸς λάμβανε τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν καὶ ἐὰν κρινόταν ἀπαραίτητο ἐξήρχετο τοῦ Ναοῦ καὶ δὲν συμμετεῖχε τῶν τιμίων Δώρων, κατατασσόμενος γιὰ κάποιο διάστημα στὴν τάξη τῶν προσκλαιόντων, ἐκείνων δηλαδὴ ποὺ παρέμεναν στὸν Νάρθηκα τοῦ Ναοῦ, ἀφοῦ δὲν μποροῦσαν – παρ’ ὅλον ὅτι ἦσαν πιστοὶ – λόγῳ βαρέων ἁμαρτιῶν νὰ μεταλάβουν. Ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι, ὅσοι δηλαδὴ παρίσταντο στὴν Θεία Λειτουργία μετελάμβαναν. Δὲν νοεῖται διαχωρισμὸς σὲ μεταλαμβάνοντες καὶ μὴ μεταλαμβάνοντες γιὰ ὅσους παρευρίσκονται στὴν Θεία Λειτουργία. Τὰ κείμενά της, οἱ εὐχὲς, οἱ δεήσεις καὶ οἱ ὕμνοι της δὲν κάνουν τέτοιου εἴδους διακρίσεις. Θὰ ἦταν ἀδιανόητο γιὰ ἕναν πιστὸ τῶν πρώτων αἰώνων κάτι τέτοιο. Θὰ ἦταν ὅμως καὶ σήμερα ἀδιανόητο, ἐν καιρῷ χαλαρώσεως τῶν ἠθῶν καὶ κυρίως ἀμβλύνσεως τοῦ ἀγωνιστικοῦ φρονήματος τῶν πιστῶν μας νὰ προτρέπονται, ὅπως σὲ ἀρχαῖες Θεῖες Λειτουργίες, οἱ ἐν μετανοίᾳ καὶ μὴ κοινωνήσοντες νὰ ἐξέλθουν τοῦ Ναοῦ, ὅπως καὶ οἱ μὴ πιστοί[9].

Στὶς σλαβικὲς Ἐκκλησίες ἡ ἐξομολόγηση, ὅπου αὐτὸ εἶναι δυνατόν, τελεῖται κατά τὴν διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας ἢ τῶν πρὸ αὐτῆς ἀκολουθιῶν. Ἐὰν ὑπάρχει δηλαδὴ πνευματικὸς ποὺ δὲν λειτουργεῖ, αὐτὸς ἐξομολογεῖ καὶ οἱ πιστοὶ προσέρχονται τότε στὸ μυστήριο τῆς μετανοίας καὶ ἐν συνεχείᾳ κοινωνοῦν. Καὶ σήμερα ἀκόμη ἄλλες ἁγιαστικὲς πράξεις τῆς Ἐκκλησίας, μυστηριοειδεὶς τελετὲς ὀνομάζονται ἀπὸ κάποιους, τελοῦνται συναπτῶς μὲ τὴν Θεία Λειτουργία, ὅπως τὰ ἐγκαίνια ναοῦ, ἡ κουρὰ τῶν μοναχῶν, ὁ ἁγιασμός, ἡ κηδεία κλπ.

Δυστυχῶς ἐδῶ καὶ ἀρκετοὺς αἰῶνες πρὶν τὰ περισσότερα τῶν μυστηρίων ἔχουν γίνει πλέον ἰδιωτικὴ ὑπόθεση καὶ τελοῦνται ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν Θεία Λειτουργία κεχωρισμένα δηλαδὴ τῆς εὐχαριστιακῆς συνάξεως. Ἡ ἀτομικὴ αὐτὴ προσέγγιση πρὸς τὰ μυστήρια εἶναι ἄγνωστο φαινόμενο στὴν ἀρχαῖα Ἐκκλησία καὶ ἀνάρμοστη στὴν ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία, ὅπου τὰ πάντα ἐκκλησιάζονται, γίνονται δηλαδὴ κοινὰ καὶ οἱ πάντες, ὅλα τὰ μέλη τῆς εὐχαριστιακῆς συνάξεως μετέχουν σ’ αὐτά[10].

Πρέπει σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο νὰ ἔχουμε καὶ κατὰ νοῦν κάτι πολὺ σημαντικό, τὸ ὁποῖο μᾶς κάνει πραγματικὰ λατρεύουσα κοινότητα καὶ μᾶς διαφοροποιεῖ ἀπὸ τοὺς ἐτεροδόξους καὶ κυρίως αὐτοὺς ποὺ ἀναγνωρίζουν καὶ «τελοῦν» κάποια ἔστω «μυστήρια». Ὅλες οἱ εὐχὲς τῆς Θείας Λειτουργίας καὶ τῶν μυστηρίων εἶναι σὲ πληθυντικὸ ἀριθμό. Πρόκειται δηλαδὴ γιὰ εὐχὲς τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν εἶναι  προσωπικὴ ὑπόθεση τοῦ λειτουργοῦ ἡ Θεία Λειτουργία, οὔτε φυσικὰ ὁρισμένων. Προσωπικὰ τὸν ἱερέα ἀφοροῦν μόνον ὁρισμένες εὐχές, προπαρασκευαστικὲς γιὰ τὴν Εὐχαριστία καὶ αὐτὲς μόνον πρέπει νὰ λέγονται μυστικῶς, ὅπως γιὰ παράδειγμα ἡ εὐχὴ τοῦ χερουβικοῦ· οἱ ὑπόλοιπες πρέπει νὰ ἀναγινώσκονται «εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ» ὅπως στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία. Δυστυχῶς καὶ ἐδῶ ἡ ἀρχαία λατρευτική μας πράξη ἀλλοιώθηκε καὶ τὸ πρόβλημα αὐτὸ δημιουργήθηκε ἐξαιτίας διαφόρων αἰτίων: ἡ κακῶς νοουμένη οἰκονομία τοῦ χρόνου, ἡ ἀνάπτυξη μετὰ τὸν 19ο αἰ. μὴ παραδοσιακῶν μελῶν στὴν Θεία Λειτουργία, τὰ «σκοτεινὰ» χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας, ἡ ἀνύψωση παλαιότερα τοῦ Τέμπλου, ἡ κακομεταχείριση τοῦ κειμένου τῶν εὐχῶν (π.χ.λυρισμός), ἡ ψαλμωδία «ἐπάνω» στὶς εὐχὲς κ.ο.κ.[11].

Σύμφωνα μὲ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο τὸ λαϊκὸ στοιχεῖο στὴν Ἐκκλησία μας εἶναι «πλήρωμα ἱερατικόν»[12]. Τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας συμμετέχει καὶ οὐδέποτε παρακολουθεῖ τὰ τελούμενα[13]. Δυστυχῶς ὅμως καὶ ἐδῶ οἱ ὅροι ἔχουν ἀναστραφεῖ. Ὁ λαός μας ἐν πολλοῖς δὲν γνωρίζει ποῦ νὰ σταθεῖ καὶ πῶς νὰ σταθεῖ στὴ Θεία Λειτουργία. Παρακολουθεῖ μᾶλλον παρὰ λειτουργεῖται[14]. Ὁ πολὺς π.Ἀλέξανδρος Σμέμαν ἔγραψε εὔστοχα ὅτι «στὶς μέρες μας οἱ θύρες τοῦ ναοῦ εἶναι ἀνοικτὲς σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς λειτουργίας καὶ ὅποιος ἐπιθυμεῖ καὶ ὅταν ἐπιθυμεῖ μπορεῖ νὰ μπεῖ ἢ νὰ βγεῖ. Κι αὐτὸ συμβαίνει γιατί, κατὰ τὴ σύγχρονη ἀντίληψη, «ἱερουργεῖ μόνο ὁ ἱερέας καὶ ἡ Λειτουργία τελεῖται στὸ ἱερὸ γιὰ ἢ ὑπὲρ τῶν λαϊκῶν, ποὺ εἶναι παρόντες σ’ αὐτὴν «ἀτομικὰ» – μὲ τὴν προσευχή, τὴν προσοχὴ και, καμιὰ φορά, μὲ τὴ θεία κοινωνία. Καὶ ὄχι μόνο οἱ λαϊκοί, ἀλλὰ καὶ οἱ ἰερεῖς ξεχνᾶνε ὅτι ἡ εὐχαριστία ἀπὸ τὴ φύση της εἶναι κλειστὴ σύναξη τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὅτι σ’αὐτὴ τὴ σύναξη ὅλοι μέχρι τὸν τελευταῖο εἶναι ἀφιερωμένοι καὶ ὅλοι λειτουργοῦν – καθένας στὴ θέση του – στὴ μοναδικὴ ἱερουργία τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸς ποὺ λειτουργεῖ δὲν εἶναι, μὲ ἄλλα λόγια, οὔτε ὁ ἱερέας, κι οὔτε ἀκόμα ὁ ἱερέας μὲ τοὺς λαϊκούς, ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησία τὴν ὁποία ὅλοι μαζὶ συγκροτοῦν καὶ φανερώνουν σ’ ὅλο της τὸ πλήρωμα»[15]. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἡ Λειτουργία ὑπόθεση κάποιων, ἔστω καὶ κληρικῶν, ἀλλὰ τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἐκφράζεται ὁλόκληρη ἀκόμη καὶ στὸ κύτταρό της, ποὺ εἶναι ἡ Ἐνορία. Κάθε εὐχαριστιακὴ σύναξη εἶναι σύναξη ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας, γιατὶ ἡ Θεία Εὐχαριστία εἶναι τὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ[16], ὅπως προείπαμε. Ἰδοῦ γιατὶ δὲν εἶναι σωστὸς ἐπὶ παραδείγματι ὁ χαρακτηρισμὸς ἑνὸς κληρικοῦ ὡς «ἀντιπροσώπου τοῦ Θεοῦ». Δὲν ἀντιπροσωπεύουν κανέναν, οὔτε ὁμιλοῦν καὶ λατρεύουν ἐκ μέρους κανενός. Διακονοῦν ἁπλῶς τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ εἰδικὸ χάρισμα τῆς ἱερωσύνης. Εἶναι λάθος καὶ μᾶλλον προέρχεται ἀπὸ τὴν Δύση αὐτὴ ἡ κακῶς νοούμενη ἐξύψωση τοῦ κλήρου, ποὺ τελικὰ κατήντησε κληρικαλισμὸς καὶ στὴν καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολή.

Ἡ Ἐκκλησία μας λοιπὸν εἶναι μία λατρεύουσα Ἐκκλησία καὶ αὐτὸ ἐκφράστηκε ἔντονα κατ’ἐξοχὴν διὰ τοῦ μοναχισμοῦ της. Ὁ μοναχισμὸς ἀποτελεῖ αὐθεντικὴ μορφὴ ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καὶ γι’ αὐτὸ δὲν γεννήθηκε ἁπλῶς στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ εἶναι καὶ συνιστᾶ Ἐκκλησία, ὅπως καὶ ἡ Ἐνορία, περισσότερο βεβαίως στὴν κοινοβιακή του μορφή. Τὸ πρῶτο κοινόβιο ποὺ ἱδρύθηκε ἀπὸ τὸν Ὅσ.Παχώμιο, ὀνομάσθηκε χαρακτηριστικὰ «Κοινωνία». Ἦταν ἕνα θαυμαστὸ δημιούργημα ὅπου τὰ πάντα ἦταν γιὰ ὅλους κοινά: προσευχή, λειτουργικὴ ζωή, ἐργασία, φαγητό ἐνδυμασία. Ἐκεῖ γινόταν πραγματικότητα ἡ κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ καὶ ἡ κοινωνία μὲ τοὺς ἀδελφούς καὶ συμμοναστὲς ἀλλὰ καὶ μὲ τοὺς ἐν τῷ κόσμῳ ἀδελφοὺς[17] γιὰ τοὺς ὁποίους ἔντονα προσεύχεται ὁ μοναχός, ἄσχετα ἐὰν κατηγορεῖται – ἀδίκως βέβαια – ὅτι ἀποξενώνεται ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ δὲν προσφέρει σ’ αὐτόν.

Ὁ μοναχὸς ἀφιερώνει τὸ ἕνα τρίτο τοῦ ἡμερονυκτίου στὴν κατ’ ἰδίαν προσευχὴ καὶ στὴν ξεκούραση τοῦ σαρκίου του, ἕνα τρίτο στὴν μετὰ προσευχῆς ἐργασία καὶ ἄλλο ἕνα τρίτο στὴν κοινὴ λατρεία, ἡ ὁποία πραγματικὰ γνώρισε ἄνθηση καὶ τρομακτικὴ ἐξέλιξη ἐντὸς τῶν Ἱερῶν Μονῶν σὲ τέτοιο βαθμὸ ποὺ ἀρχικὰ ἐπηρρέασε καὶ ἐν συνεχείᾳ ἐκτόπισε τὶς ἐνοριακὲς ἀκολουθίες.

Κατὰ τὰ πρώτα χρόνια ὑπάρξεως τοῦ ὀργανωμένου μοναχισμοῦ – κοινοβιακοῦ καὶ ἀναχωρητικοῦ – ἡ λατρεία περιοριζόταν στὴν χρήση τῶν βιβλικῶν ἀναγνωσμάτων καὶ τὴν ἔντονη παρουσία τοῦ Ψαλτηρίου. Προϊόντος τοῦ χρόνου ἄρχισαν, ὄχι χωρὶς ἀντιδράσεις ἐκ μέρους τῶν αὐστηρῶν μοναχῶν, νὰ εἰσέρχονται πρὸς χρήση στὴ λατρεία ὕμνοι, κανόνες, τροπάρια κ.λπ., τὰ ὁποῖα ἅρμοζαν σὲ κοσμικοὺς ἱερεῖς καὶ στοὺς λαϊκούς, ἀφοῦ οἱ μοναχοὶ δὲν ἔψαλλαν, ἀλλὰ κυρίως ἀνεγίνωσκαν. Τέλος πάντων ἐπικράτησαν καὶ ἐξελίχθηκαν ὡς μελίσματα. Μάλιστα οἱ μεγαλύτεροι σήμερα ὑμνογράφοι μας, μερικοὶ τῶν ὁποίων κοσμοῦν ὡς ἅγιοι τοὺς τοίχους τῶν Ναῶν μας, προέρχονται ἀπὸ τοὺς μοναστικοὺς κύκλους. Αὐτὸς σὲ γενικὲς γραμμὲς ἦταν ὁ τρόπος ποὺ τελοῦσαν τὶς ἀκολουθίες καὶ προσευχές τους οἱ μοναχοί. Ὅμως τὸ μοναχικὸ Τυπικὸ ἐξελίχθηκε ἀκόμη περισσότερο καὶ νέες ἀκολουθίες δημιουργήθηκαν. Ἡ ἀρχικὴ διαμόρφωσή του ἔγινε στὴν Μονὴ τοῦ Ἁγ.Σάββα στὰ Ἱεροσόλυμα, ἕνα τεραστίας σημασίας μοναχικὸ κέντρο τῆς Ἀνατολῆς, καὶ ἔγινε παντοῦ γνωστὸ ὡς Τυπικὸ τοῦ Ἁγ.Σάββα. Ἀργότερα αὐτὸ ἐπεξεργάσθηκε ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς τῆς Μονῆς Στουδίου στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἔλαβε στοὺς ἑπομένους αἰῶνες τὴν τελική του μορφὴ στὶς Ἱερὲς Μονὲς τοῦ Ἁγ.Ὄρους.

Στὶς Ἐνορίες ὑπῆρχε τὸ λεγόμενο Ἀσματικὸ Τυπικὸ. Ἡ ἴδια ἡ ὀνομασία του ὑπογραμμίζει ὅτι τὰ περισσότερα στοιχεῖα τῆς λατρείας ἦταν ψαλλόμενα, ἀντίθετα μὲ τὸ μοναχικό. Οἱ πιστοὶ συνάζονταν στοὺς Ναοὺς καὶ ἔψαλλαν ψαλμοὺς καὶ ὕμνους ὅλοι μαζὶ ὑμνοῦντες τὸν Θεό. Ὅμως ἦταν τέτοια ἡ ἕλξη τοῦ μοναχικοῦ Τυπικοῦ, σ’ αὐτὸ συνετέλεσε καὶ ὁ θρίαμβος τῶν μοναχῶν μετὰ τὴν Εἰκονομαχία τὸν 9ο αἰ., ποὺ σιγὰ σιγὰ αὐτὸ ἐκτόπισε τὸ Ἐνοριακὸ καὶ τελικὰ τὸ ἐξαφάνισε. Ὁ τρόπος ζωῆς καὶ ὁ τρόπος ποὺ προσεύχονται οἱ μοναχοὶ στὰ Μοναστήρια ἦταν καὶ θὰ παραμείνει ἰδανικὸς γιὰ ὅλους τοὺς πιστούς. Πρέπει νὰ ποῦμε πάντως ὅτι αὐτοὶ ποὺ τὸ εἰσήγαγαν στὶς ἐνορίες ἦταν λαϊκοὶ καὶ κληρικοὶ τῶν πόλεων (ποὺ τότε ἦταν μόνον ἔγγαμοι) καὶ ὄχι οἱ ἴδιοι οἱ μοναχοί. Πολλὰ μάλιστα στοιχεῖα του διασώθηκαν μέσα στὶς ἀκολουθίες τῶν μοναχῶν[18]. Ἔτσι λοιπὸν σήμερα ἡ λατρεία μας γενικότερα τελεῖται κατὰ τὰ μοναχικὰ πρότυπα, προσαρμοσμένη ὅμως στὶς ἀνάγκες κοσμικῶν ἀνθρώπων μὲ πολλὲς μέριμνες. Προσπαθοῦν καὶ οἱ λαϊκοὶ νὰ ἀφιερώσουν μεγάλο μέρος τῆς ζωῆς τους στὸ νὰ ὑμνοῦν τὸν Τριαδικὸ Θεό, κατὰ τὸ δυνατὸν ὅμως.

Πολλοὶ – μεταξὺ αὐτῶν καὶ πιστοί μας – θέτουν τὸ ἐρώτημα: γιατί οἱ τόσες ἀκολουθίες καὶ προσευχές; Χρειάζεται ἡ Ἐκκλησία νὰ καλεῖ τόσο συχνὰ σὲ κοινὴ προσευχὴ τοὺς πιστούς; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἁπλὴ καὶ δὲν χωράει ἀμφιβολία ἐπ’ αὐτοῦ. Οἱ ἱερές ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας ἔχουν ἔντονο ἐκκλησιαστικό, ἐσχατολογικὸ καὶ χριστοκεντρικό χαρακτήρα. Τονίζουν ἰδιαιτέρως τὴν σημασία τῆς ἔνταξης τῶν πιστῶν στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἐκκλησία, ὅπου «ὁμοθυμαδόν» καὶ ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνάζονται γιὰ νὰ ὑμνήσουν Ἐκεῖνον ποὺ θὰ ξαναέλθει, Αὐτόν ποὺ εἶναι τὸ ἐπίκεντρο τῆς ζωής τῶν χριστιανῶν. Γι’ αὐτὸ καὶ προτρέπονται οἱ πιστοὶ νὰ συμμετέχουν σ’ αὐτὲς τὶς ἀκολουθίες. Καλεῖται ὁ πιστὸς νὰ ἔχει ἄξονα τῆς ζωῆς του τὸν Κύριο καὶ νὰ συμμετέχει ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερο στὶς ἀκολουθίες γιὰ νὰ ἁγιάζει τὸν χρόνο του καὶ κάθε στιγμὴ ἀπὸ τὴ ζωή του. Τοῦτο θὰ συμβάλλει στὴν ἀνακαίνισή του, στὴν σωτηρία του, ἀφοῦ κάθε στιγμὴ λατρείας εἶναι εὐκαιρία μετανοίας καὶ ἀλλαγῆς τοῦ νοῦ. Ἡ ἀκατάπαυστη – κατὰ τὸ δυνατὸν – λατρεία τοῦ Θεοῦ μᾶς κάνει μιμητὲς τῶν ἀγγέλων καὶ σιγὰ σιγὰ ἀγγέλους. Ἄλλωστε «ἔργον ἀσίγητόν τε καὶ ἄληκτον ἠ προσευχὴ καὶ ὁ τοῦ Θεοῦ αἶνος» κατὰ τὸν Ἅγ.Συμεὼν Ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης[19].

Καὶ ὄχι μόνον αὐτὸ ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησία μας θέλει νὰ ἐκκλησιοποιήσει, νὰ κάνει Ἐκκλησία καὶ τὸν κόσμο, τὴν κτίση ὁλόκληρη – ἐξ οὗ καὶ ὅλες αὐτὲς οἱ πολλὲς εὐχὲς τοῦ Εὐχολογίου μας γιὰ κάθε πτυχὴ καὶ ἔκφανση τοῦ παρόντος βίου μας. Δὲν φτιάχθηκαν γιὰ νὰ παρεμβαίνει ἡ Ἐκκλησία στὸ κοινωνικὸ γίγνεσθαι ἢ στὸν προσωπικὸ βίο κανενὸς ἔχοντας μάλιστα ἀλλότριους πρὸς αὐτὴν σκοπούς. Δίνει στὴν κτίση ἕνα ἄλλο, νέο νόημα καὶ τὴν ἁγιάζει. Προσλαμβάνει τὴν κτίση στὸ σύνολό της, τὴν ἱστορία καὶ τὸν χρόνο γιὰ νὰ μεταβάλει κάθετί θνητὸ σὲ ἀθάνατο καὶ τὸ φθαρτὸ σὲ ἄφθαρτο. Στὴν ἀκολουθία τῆς Προσκομιδῆς ὁ ἱερέας θύοντας τὸν Ἀμνὸ – Χριστὸ λέγει: «θύεται ὀ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καὶ σωτηρίας». Ἔτσι προδιαγράφεται καθημερινὰ ὁ σκοπὸς κάθε Λειτουργίας. Ἡ θυσία τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ Ἀνάστασή Του, μυστήρια συνεχῶς παροντοποιούμενα καὶ βιούμενα στὴ λατρεία, σώζουν διηνεκῶς τὸν κόσμο[20].

Ἔτσι ἑρμηνεύεται αὐτὸ τὸ συνεχῶς χρησιμοποιούμενο «σήμερον» σὲ διάφορα τροπάρια πολλῶν ἑορτῶν μας[21]. Καὶ γι’ αὐτὸ καὶ στὰ μοναστήρια, εἰδικὰ τὰ ἀνδρώα ὅπου ὑπᾶρχουν ἱερεῖς γίνεται προσπάθεια νὰ τελεῖται καθημερινὰ ἡ Θεία Λειτουργία.

Εἶναι γεγονὸς ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας προσαρμόσθηκε σὲ ἱστορικὰ καὶ κοινωνικὰ δεδομένα καὶ πολλὲς φορὲς κατὰ τὸ παρελθὸν προέβη σὲ μεταρρυθμίσεις, περικοπὲς, συντμήσεις, ἐξ ὁλοκλήρου ἀλλαγὲς σὲ ὁρισμένα θέματα ποὺ ἀφοροῦν στὴ λατρεία, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν Ἱστορία τῆς λατρείας. Ἐνῶ γιὰ παράδειγμα ἡ Θεία Λειτουργία τοῦ Μεγ.Βασιλείου ἦταν ἡ Θεία Λειτουργία ποὺ παντοῦ καὶ καθημερινὰ χρησιμοποῦνταν, ἡ μεγάλη ἔκταση τῶν εὐχῶν της ὀδήγησε στὴν ἀρχικὴ ἐπικράτηση τῆς τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου – ποὺ συμπεριλαμβάνει συντομότερες εὐχὲς – γιὰ τὶς καθημερινὲς καὶ ἡ τοῦ Βασιλείου γιὰ τὶς Κυριακὲς καὶ ἐπίσημες ἡμέρες, ἀργότερα ὅμως περιορίσθηκε ἡ τέλεσή της ἀκόμη περισσότερο σὲ 10 φορὲς τὸν χρόνο. Ὅμως ὁ σκοπὸς τῆς λατρείας της ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένει ἴδιος: ἡ ἐκκλησιοποίηση τοῦ κόσμου.

Τὰ τελευταῖα χρόνια γίνεται ἀρκετὸς λόγος καὶ ἔχουν γραφεῖ πολλὰ γιὰ τὴν λατρεία μας, κυρίως γιὰ τὴν γλῶσσα της, γιὰ τὸν τρόπο ποὺ τελοῦμε τὶς ἀκολουθίες, πολλὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἔχουν ὑποστεῖ ἀρκετὴ φθορά. Ζητεῖται ἡ «ἀποκάθαρσή» της ἀπὸ στοιχεῖα, ξένα πρὸς αὐτὴν καὶ ἡ ἐπιστροφὴ σὲ πιὸ ἁπλοὺς τύπους. Εἶναι ζητούμενα ὅλα αὐτὰ καὶ δὲν ἔχει κλείσει ὁ διάλογος ἐπ’ αὐτῶν. Ἔχουμε ὅμως μεγάλη δυσκολία σ’ αὐτὰ τὰ θέματα καὶ δὲν θὰ πάρουμε εὔκολα ἀποφάσεις γιὰ πολλοὺς λόγους. Ἴσως γιατὶ οἱ ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας δὲν θέλουν νὰ χάσουν τὴν ἐπαφὴ μὲ τὴν γλῶσσα μας, ἴσως γιατὶ στὴν ἐποχὴ τοῦ εὐτελισμοῦ τῶν πάντων καὶ στὸν αἰῶνα τῶν πανταχοῦ ἀγγελλομένων καὶ πραγματοποιουμένων «ἐκπτώσεων» δὲν θέλουμε νὰ ἐκπέσουμε καὶ ἐμεῖς. Ὅλα αὐτὰ καὶ πολλὰ περισσότερα προβλήματα ποὺ ἔχει ἡ Ἐκκλησία μας ἀντιμετωπίζονται μὲ ἀργοὺς ρυθμοὺς καὶ εἶναι πράγματι δυσεπίλυτα. Δὲν εἶναι ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ἀναφερθοῦμε σ’ αὐτά, ἴσως ἡ συζήτηση ποὺ θὰ ἐπακολουθήσει νὰ ἀναδείξει κάποιες πτυχὲς ὁρισμένων ἐξ αὐτῶν καὶ νὰ ἀπαντηθοῦν τυχὸν ἀπορίες.

Δὲν πρέπει ὅμως νὰ κλείσουμε τὴν ὁμιλία μας χωρὶς δυὸ λόγια γιὰ τὴν κατηγορία ποὺ ἀπευθύνεται στὴν Ἐκκλησία μας καὶ στὴν περιρρέουσα σήμερα ἀτμόσφαιρα, χωρὶς μάλιστα νὰ ξεφεύγουμε ἀπὸ τὸ θέμα μας. Καὶ δὲν ἐννοοῦμε τίποτε περισσότερο ἀπὸ τὴν φράση ποὺ κατὰ κόρον χρησιμοποιεῖται ἀπὸ «εἰδικούς», ποὺ μόνον ἀδαεῖς θὰ μπορούσαμε νὰ τοὺς χαρακτηρίσουμε. Δηλαδὴ ὅτι «ἡ Ἐκκλησία πρέπει νὰ περιορισθεῖ στὰ τοῦ οἴκου της καὶ νὰ κάνει περισσότερο κοινωνικὸ ἔργο». Ἡ Ἐκκλησία δὲν χρειάζεται «δασκάλους» καὶ τέτοιου εἴδους ὑποδείξεις. Κάνει πράξη τὴν «καινὴ ἐντολὴ» τοῦ Κυρίου μας ἤδη ἀπὸ τῆς γεννήσεώς της, δηλαδὴ τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς προσφορᾶς πρὸς τὸν ἀδελφό. Μόλις χθὲς ἀκούσαμε στὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς τῶν Ἀπόκρεω (Ματθ.κε΄, 31-46) τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο θὰ κρίνει ὁ Κύριος τοὺς ἀνθρώπους: δηλαδὴ ἐὰν φρόντισαν τὸν πτωχὸ, τὸν γυμνὸ, τὸν ξένο, τὸν πεινασμένο, τὸν διψασμένο, τὸν κατατρεγμένο αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Διδαχθήκαμε μὲ ἄλλα λόγια τὸ πῶς πρέπει νὰ συμπεριφερόμαστε στὸν πλησίον καὶ πῶς νὰ φροντίζουμε τὸν ἀδελφό μας, μακρυὰ ἀπὸ προϋποθέσεις ποὺ ἀφοροῦν στὸ χρῶμα του, στὴν προέλευσή του, στὴν πίστη του καὶ τὰ παρόμοια. Προσφέρουν στὸν πάσχοντα πλησίον τους τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας (κληρικοὶ καὶ λαϊκοί), καὶ ὄχι ἕνας ἀπρόσωπος ὀργανισμός, ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρχή της μὲ τὴν λογία ἢ τὰ κοινὰ δεῖπνα γιὰ παράδειγμα, δηλαδὴ τὶς ἀγάπες. Σήμερα προσφέρουν φαγητό, στέγη, χρήματα, συντηροῦν γηροκομεῖα, βρεφονηπιακοὺς  σταθμοὺς καὶ ἱδρύματα γιὰ ἄτομα μὲ εἰδικὲς ἀνάγκες, κυρίως ὅμως καὶ κατ’ ἐξοχὴν προσεύχονται γιὰ ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἐμπεριστάτους ἀπανταχοῦ τῆς γῆς ἀδελφούς τους.

Μία εὐχὴ τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου λέγει πὼς: «ἔτι προσφέρομέν σοι τὴν λογικὴν ταύτην λατρείαν ὑπὲρ τῆς οἰκουμένης».

Ἡ Λειτουργία, ὡς ἔργο τοῦ ἴδιου τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ἐμπεριέχει αὐτομάτως τὴν ἀλληλεγγύη καὶ τὴ συμπαράσταση πρὸς τοὺς ἐν ἀνάγκαις. Παρεμπιπτόντως μέσα ἀπὸ αὐτὸ τὸ σκεπτικὸ ἐξηγοῦνται καὶ οἱ μέχρι σήμερα διατηρηθεῖσες πρακτικὲς προσφορῶν ἐντὸς τοῦ λειτουργικοῦ πλαισίου τῆς ἐνορίας, ὅπως οἱ προσφορὲς γιὰ τὸ φιλόπτωχο ταμεῖο, οἱ συλλογὲς χρημάτων γιὰ διαφόρους πάσχοντες ἀδελφοὺς ἢ ἀκόμη ὁ πολὺ γνωστὸς πιὰ καὶ καθιερωμένος «Δίσκος», ποὺ περιάγεται στὸ ναὸ συνήθως μετὰ τὴν Ἀναφορὰ καὶ πρὶν τὴ Θεία Κοινωνία. Κάθε δόσιμο τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ ὑλικῶν – πνευματικῶν ἀγαθῶν στὸν συνάνθρωπο δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὴ ζωντανὴ λατρευτικὴ ζωὴ καὶ εἶναι ἀναμφισβήτητα μία λειτουργικὴ προσφορά, τὴν ὁποία θὰ βρεῖ ὅποιος ἀνατρέξει στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, στοὺς ἀποστολικοὺς πατέρες ὴ τοὺς ἀπολογητὲς τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων[22] δηλαδὴ στὶς πηγὲς τῆς πίστεώς μας.

Συνοψίζοντας τὰ ὅσα εἰπώθηκαν ἀπόψε ἐδῶ πρέπει νὰ ὑπογραμμίσουμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία δικαίως χαρακτηρίζεται ταμιοῦχος τῆς Θείας Χάριτος, ἀφοῦ πάντοτε τελεῖ τὰ μυστήρια – καὶ κυρίως τὸ κορυφαῖο, τὴν Θεία Λειτουργία – προσφέροντας αὐτὴν τὴν Χάρη πρὸς ὅλους ὅσοι τὴν ἐπιθυμοῦν, τὴν ἀναζητοῦν καὶ ἀγωνίζονται γιὰ νὰ τὴν ἀποκτήσουν. Τὸ ἔργο τοῦ Κυρίου – συνεπῶς καὶ τῆς Ἐκκλησίας – εἶναι ἡ ἀπολύτρωση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καὶ ἐκεῖνοι στοὺς ὁποίους εἶναι ἐμπεπιστευμένη ἡ διακονία τῶν μυστηρίων, δηλαδὴ οἱ ποιμένες της μὲ τὸ εἰδικὸ χάρισμα τῆς ἱερωσύνης, ἔχουν ταχθεῖ νὰ βοηθοῦν τοὺς ἀδελφοὺς τους στὴν πορεία τους πρὸς τὴν ἀθανασία. Ἆρα ἡ Ἐκκλησία μας καλῶς ἔχει χαρακτηρισθεῖ ὡς λατρεύουσα κοινότητα καὶ κατ’ ἐξοχὴν λειτουργικὴ Ἐκκλησία καὶ σ’ αὐτὴν – τὴν λατρεία – εἶναι παρὼν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ὁρᾶται διὰ τῶν μυστηρίων στὸν ὑλικὸ καὶ πνευματικό μας κόσμο καὶ μᾶς παρέχει τὴν ἐμπειρία τῆς Βασιλείας Του, προτρέποντάς μας νὰ γίνουμε μέτοχοί της.


[1] Τὸ Ἐνοριακὸ ποιμαντικὸ ἔργο στὴ σύγχρονη κοινωνία (Ἐγχειρίδιο ὀργάνωσης καὶ δράσης). Σειρὰ Ποιμαντικὴ Βιβλιοθήκη – 13, Κλάδος ἐκδόσεων τῆς ἐπικοινωνιακῆς καὶ μορφωτικῆς ὑπηρεσίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, σ.30.

[2] Κλήμεντος Ρώμης, MPG 1, 277Α.

[3] Γερμανὸς Κων/λεως MPG 98, 412D.

[4] Μητροπολίτου Δράμας Διονυσίου, Ἡ θεία Λειτουργία ἐπίκεντρον τῆς Ὀρθοδόξου Λατρείας, Ἱερὰ Μητρόπολις Δράμας, Ἡ Θεία Λειτουργία, Εἰσηγήσεις, Πορίσματα Ἱερατικοῦ Συνεδρίου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δράμας ἔτους 1998, Δράμα 1998, σ. 8-9.

[5] Ἰω.Ζηζιούλα (Μητρ.Περγάμου), Ἡ κτίση ὡς εὐχαριστία, ἐκδ.Ἀκρίτας, Ἀθήνα 1992, σ.20.

[6] Γ.Μεταλληνοῦ (Πρωτοπρ.), Ἡ Θεολογικὴ μαρτυρία τῆς ἐκκλησιαστικῆς Λατρείας, ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 21996, σ.262.

[7] Διαδόχου Φωτικῆς, MPG 65, 1167.

[8] Π.Δημητρίου Τζέρπου, Δρ.Θ., Ἐφόδιον ζωῆς, Ἡ μετάδοση τῆς Θείας Κοινωνίας στοὺς ἀσθενεῖς ποὺ ἀντιμετωπίζουν κίνδυνο θανάτου, Συμβολὴ στὴν Ποιμαντικὴ Λειτουργική, ἐκδ.Τῆνος, Ἀθήνα 2001, σ.20-21.

[9] Ὁ Διάκονος: «Εὔξασθε οἱ ἐν μετανοίᾳ, …Ὅπως ὁ φιλοικτίρμων Θεὸς ὑποδείξῃ αὐτοῖς ὁδὸν μετανοίας… Προσδέξητε αὐτῶν τὴν παλινῳδίαν καὶ τὴν ἐξομολόγησιν…, Ἀπολύεσθε οἱ ἐν μετανοίᾳ», Θεία Λειτουργία τῶν «Ἀποστολικῶν Διαταγῶν».

[10] Ν.Μιλόσεβιτςμ Ἡ Θεία Εὐχαριστία ὡς κέντρον τῆς Θείας Λατρείας, Ἡ σύνδεσις τῶν μυστηρίων μετὰ τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ἐκδ.Πουρναρᾶ, Θεσ/κη 2001, σ.20.

[11] Ἀρχιμ.Φιλοθέου Νικολάκη, Ἡ ἀνάγνωση τῶν εὐχῶν, Εἰς ἐπήκοον ἢ μυστικῶς; Ἐργασία στὸ μάθημα τῆς Λειτουργικῆς Μ.Π.Σ. στὸ Α.Π.Θ., 1998, σ.11-15.

[12] MPG 62, 204.

[13] Γρηγορίου Ἱερομονάχου, Ὁ Ἐκκλησιασμός, Ἱ.Κουτλουμουσιανὸν Κελλίον Ἅγ.Ἰωάννης Θεολόγος, Ἅγ.Ὄρος, ἐκδ.Δόμος, Ἀθήνα 1991, σ.33-39.

[14] Παναγιώτη Σκαλτςῆ, Λειτουργικὲς Μελέτες, Τὰ διακονικὰ παραγγέλματα καὶ ἠ στάση τῶν πιστῶν στὴ θεία Λειτουργία, ἐκδ.Πουρναρᾶ, Θεσ/κη 2006, σ.156.

[15] Ὅπ.π. σ.156 ἀπ’ ὅπου καὶ ἡ παραπομπή: Ἀλ.Σμέμαν, Εὐχαριστία, σ.95.

[16] Γρηγορίου Ἱερομονάχου, Ἡ Θεία Λειτουργία, Ἱ.Κουτλουμουσιανὸν Κελλίον Ἅγ.Ἰωάννης Θεολόγος, Ἅγ.Ὄρος, ἐκδ.Δόμος, Ἀθήνα 1998, σ.40.

[17] Στυλιανοῦ Παπαδοπούλου, Ὁ Μοναχισμός, «Ὄρος Δυσανάβατον», ἐκδ.Ἀποστ. Διακονίας, Σειρά Θεωρία καὶ πράξη, Ἀθήνα 1999, σ.11-12 καὶ 40-41.

[18] Βλ. Ἀλ.Σμέμαν, Ἡ Ἐκκλησία προσευχομένη, Εἰσαγωγὴ στὴ Λειτουργικὴ Θεολογία, Σειρὰ Ὀρθόδοξη Μαρτυρία, ἀριθ.36, σ.229 κ.ἑ.

[19] Ἀρχιμ.Φιλοθέου Νικολάκη, Ἡ Λατρεία τῆς Ἐκκλησία, Ἡμερολόγιον Ἱ.Ναοῦ Ἁγ.Γεωργίου Κυψέλης ἔτους 2008,

[20] Βλ. Γ.Μεταλληνοῦ (Πρωτοπρ.), ὅπ.π., σ.398-399.

[21] Προεόρτιο Κοντάκιον Χριστουγένων, Ἀπολυτίκιο ἑορτῆς Εἰσοδίων, Ἀναστάσιμο τροπάριο τοῦ τέλους τῆς Μεγ.Δοξολογίας τῶν Κυριακῶν κ.λπ.

[22] Κων.Νικολακοπούλου, Ζητήματα λογικῆς λατρείας καὶ λειτουργικῆς ἀγωγῆς, ἐκδ.Πουρναρᾶ, Θεσ/κη 2001, σ.89-92.

Advertisements