Ἐτικέττες

Ι. Ν. Αγ. Γεωργίου , διά χειρός Δημ. Πελεκάση

 

Ὁμολογητὴς ὁ κόμης Γεώργιος

Ὁ Μεγαλομάρτυς Γεώργιος γεννήθηκε στὴν Καππαδοκία ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς καὶ ἔμεινε ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα, ὅταν ἦταν δέκα χρονῶν. Ἡ μητέρα του τὸν πῆρε μαζί της στὴν πατρίδα της τὴν Παλαιστίνη, ὅπου εἶχε καὶ τὰ κτήματά της. Ὁ Γεώργιος παρ᾿ ὅλο ποὺ ἦταν μικρός, κατατάχθηκε στὸν στρατό, προήχθη δὲ σὲ μεγάλα ἀξιώματα καὶ ἔπαιρνε μέρος στὶς συνελεύσεις τῶν ἀνωτάτων ἀξιωματούχων τοῦ κράτους. Ὁ Διοκλητιανὸς τὸν ἐκτιμοῦσε πολύ.

Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορα Δεκίου μέχρι τὴν ἐποχὴ ποὺ ἀνέβηκε στὸν θρόνο ὁ Διοκλητιανός, τὸ 283 μ.Χ., ἡ Χριστιανικὴ Ἐκκλησία μεγάλωσε πάρα πολύ, γιατί ἐπικρατοῦσε εἰρήνη. Οἱ Χριστιανοὶ πῆραν πολλὲς δημόσιες θέσεις, ἔκτισαν πολλοὺς καὶ μεγάλους ναούς, διάφορα σχολεῖα καὶ ὀργάνωσαν τὴν διοίκηση καὶ τὴν διαχείριση τῶν ἐκκλησιῶν καὶ τῆς φιλανθρωπίας.

Ὁ Διοκλητιανὸς ἀρχικὰ ἐργάστηκε γιὰ τὴν ὀργάνωση τοῦ κράτους του. Προσέλαβε στρατηγοὺς γιὰ βοηθούς του ποὺ τοὺς ὀνόμασε αὐτοκράτορες καὶ Καίσαρες κι ἀφοῦ πέτυχε νὰ ὑποτάξει τοὺς ἐχθροὺς τοῦ κράτους καὶ νὰ σταθεροποιήσει τὰ σύνορά του, στράφηκε στὰ ἐσωτερικὰ ζητήματα. Δυστυχῶς, στράφηκε ἐναντίον τῆς Χριστιανικῆς Θρησκείας γιὰ νὰ ἀνορθώσει τὴν εἰδωλολατρία. Γι᾿ αὐτὸ τὸ λόγο λοιπόν, κάλεσε τοὺς βοηθούς του Καίσαρες τὸ 303 μ.Χ. καὶ τοὺς στρατηγοὺς στὴν πρωτεύουσα τοῦ ἀνατολικοῦ Ῥωμαϊκοῦ κράτους σὲ τρεῖς γενικὲς συγκεντρώσεις. Ἀνάμεσά τους βρισκότανε καὶ ὁ Γεώργιος, ποὺ διακρίθηκε πολλὲς φορὲς στοὺς πολέμους.

Συγκεντρώθηκαν λοιπὸν ὅλοι, γιὰ νὰ πάρουν ἀποφάσεις γιὰ τὴν ἐξόντωση καὶ τὸν ἀφανισμὸ τῆς Χριστιανικῆς πίστης. Πρῶτος μίλησε ὁ Διοκλητιανὸς καὶ ἐπέβαλε σὲ ὅλους ν᾿ ἀναλάβουν τὸν ἐξοντωτικὸ ἀγῶνα ἐναντίον τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ὅλοι ὑποσχέθηκαν ὅτι θὰ καταβάλουν κάθε προσπάθεια, γιὰ νὰ ἐξαλείψουν τὴν Χριστιανικὴ Θρησκεία ἀπὸ τὸ Ῥωμαϊκὸ κράτος. Τότε ὁ γενναῖος Γεώργιος σηκώθηκε καὶ εἶπε: «Γιατί, βασιλιὰ καὶ ἄρχοντες, θέλετε νὰ χυθεῖ αἷμα δίκαιο καὶ ἅγιο καὶ νὰ ἐξαναγκάσετε τοὺς Χριστιανοὺς νὰ προσκυνοῦν καὶ νὰ λατρεύουν τὰ εἴδωλα;» Καὶ διακήρυξε τὴν ἀλήθεια τῆς Χριστιανικῆς Θρησκείας καὶ τὴν Θεότητα τοῦ Χριστοῦ.

Μόλις τελείωσε, ὅλοι συγχυστήκανε μ᾿ αὐτὴ τὴν ὁμολογία του καὶ προσπάθησαν νὰ τὸν πείσουν νὰ μετανοήσει γιὰ ὅσα εἶπε, καταπραΰνοντας ἔτσι καὶ τὸν Διοκλητιανό. Ἀλλὰ ὁ Γεώργιος ἦταν σταθερὸς καὶ μὲ θάῤῥος διακήρυσσε τὴν Χριστιανική του πίστη.

Στὴ φυλακή

Ὀργισμένος ὁ Διοκλητιανὸς διέταξε νὰ τὸν κλείσουν στὴν φυλακὴ κὰ νὰ τοῦ περισφίγξουν τὰ πόδια στὸ ξύλο καὶ ἀφοῦ τὸν ξαπλώσουν ἀνάσκελα, νὰ βάλουν πάνω στὸ στῆθος του μεγάλη καὶ βαριὰ πέτρα.

Τὸ ἄλλο πρωὶ ὁ Διοκλητιανὸς διέταξε νὰ τοῦ παρουσιάσουν τὸν Γεώργιο γιὰ νὰ τὸν ἀνακρίνει. Καὶ πάλι αὐτὸς ἔμεινε ἀκλόνητος στὴν ὁμολογία του καὶ παρ᾿ ὅλες τὶς κολακεῖες καὶ τὶς ὑποσχέσεις τοῦ αὐτοκράτορα διακήρυττε τὴν πίστη του καὶ μιλοῦσε γιὰ τοὺς οὐρανίους θησαυρούς. Ὁ Διοκλητιανὸς ὀργίστηκε ἀπὸ τὰ λόγια του καὶ διέταξε τοὺς δήμιους νὰ δέσουν τὸν Ἅγιο σὲ ἕνα μεγάλο τροχὸ γιὰ νὰ κομματιαστεῖ τὸ σῶμα του. Μάλιστα εἰρωνεύτηκε τὴν ἀνδρεία τοῦ Ἁγίου καὶ τὸν κάλεσε νὰ προσκυνήσει τὰ εἴδωλα. Ὁ Γεώργιος εὐχαρίστησε τὸν Θεὸ ποὺ τὸν ἀξίωνε νὰ δοκιμαστεῖ καὶ δέχτηκε μὲ εὐχαρίστησε νὰ ὑποστεῖ τὸ φοβερὸ αὐτὸ μαρτύριο, ποὺ χώριζε σὲ μικρὰ λεπτὰ κομμάτια ὁλόκληρο τὸ σῶμα του, ἐπειδὴ γύρω γύρω ἀπὸ τὸν τροχὸ ὑπῆρχαν μπηγμένα κοφτερὰ σίδερα, ποὺ μοιάζανε μὲ μαχαίρια. Πραγματικὰ μόλις ὁ τροχὸς κινήθηκε τὰ κοφτερὰ σίδερα ἄρχισαν νὰ κόβουν τὸ σῶμα του. Τότε ἀκούστηκε μία φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ποὺ ἔλεγε : «Μὴ φοβᾶσαι, Γεώργιε, γιατί ἐγὼ εἶμαι μαζί σου» καὶ ἀμέσως ἕνας ἄγγελος ἐλευθέρωσε τὸν Ἅγιο, λύνοντας τὸν ἀπὸ τὸν τροχὸ καὶ θεραπεύτηκε ὅλο τὸ καταπληγωμένο σῶμα του.

Ὁ Γεώργιος ἀφοῦ ἀπέκτησε τὸ θαυμάσιο παράστημά του, μὲ ὄψη ἀγγελική, παρουσιάστηκε στὸν Διοκλητιανὸ ποὺ εἶχε πάει μὲ ἄλλους νὰ κάνει θυσία. Μόλις τὸν εἶδαν ἔμειναν ὅλοι ἔκθαμβοι καὶ ἀπορημένοι. Μερικοὶ δὲ ἰσχυριζόντουσαν ὅτι εἶναι κάποιος ποὺ τοῦ μοιάζει καὶ ἄλλοι ὅτι εἶναι φάντασμα. Καθὼς ὅμως σχολιάζανε τὸ γεγονός, ἐμφανίστηκαν μπροστὰ στὸν βασιλιὰ δυὸ ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικούς του, ὁ Πρωτολέοντας καὶ ὁ Ἀνατόλιος μὲ χίλιους στρατιῶτες καὶ ὁμολόγησαν τὴν πίστη τους στὸν Χριστό. Ὁ Διοκλητιανὸς θύμωσε τόσο ποὺ ἔγινε ἔξαλλος καὶ διέταξε νὰ τοὺς σκοτώσουν, πρᾶγμα ποὺ ἔγινε ἀμέσως.

Ἔπειτα διέταξε νὰ γεμίσουν ἀμέσως ἕνα λάκκο μὲ ἀσβέστη καὶ νερὸ καὶ ἀφοῦ ῥίξουν μέσα τὸν Γεώργιο, νὰ τὸν ἀφήσουν μέσα τρεῖς μέρες καὶ τρεῖς νύχτες ἔτσι ποὺ νὰ διαλυθοῦν καὶ τὰ κόκκαλά του.

Πραγματικὰ οἱ δήμιοι ῥίξανε τὸν Ἅγιο στὸν ζεματιστὸ ἀσβέστη καὶ κλείσανε τὸ στόμα τοῦ λάκκου. Μετὰ ἀπὸ τρεῖς μέρες ὁ Διοκλητιανὸς ἔστειλε στρατιῶτες νὰ ἀνοίξουν τὸ λάκκο. Μὲ μεγάλη τους ἔκπληξη ὅμως βρῆκαν τὸν Γεώργιο ὄρθιο, μέσα στὸν ἀσβέστη καὶ προσευχόταν. Τὸ γεγονὸς ἐντυπωσίασε καὶ προκάλεσε θαυμασμὸ καὶ ἐνθουσιασμὸ στὸ λαό, ποὺ φώναζε: «Ὁ Θεὸς τοῦ Γεωργίου εἶναι μεγάλος». Ὁ Διοκλητιανὸς ζήτησε ἐξηγήσεις ἀπὸ τὸν Γεώργιο, ποὺ ἔμαθε τὶς μαντικὲς τέχνες καὶ πὼς τὶς χρησιμοποιεῖ. Ὁ Γεώργιος τότε τοῦ ἀπάντησε ὅτι τὰ γεγονότα ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς θείας χάρης καὶ δύναμης καὶ ὄχι μαγείας καὶ γοητείας.

Ὁ Διοκλητιανὸς ὀργισμένος διέταξε νὰ τοῦ φορέσουν πυρακτωμένα παπούτσια μὲ σιδερένια καρφιὰ καὶ τὸν ἐξαναγκάσουν νὰ περπατᾷ. Ὁ Ἅγιος προσευχόταν καὶ περπατοῦσε χωρὶς νὰ πάθει τίποτα. Πάλι διέταξε νὰ τὸν φυλακίσουν καὶ σκέφτηκε νὰ φωνάξει τοὺς ἄρχοντες γιὰ νὰ συσκεφτοῦν τί ἔπρεπε νὰ κάμουν στὸν Γεώργιο. Καὶ ἀφοῦ τὸν δείρανε τόσο πολύ με μαστίγια καὶ καταπλήγωσαν ὁλόκληρο τὸ σῶμα τοῦ Ἁγίου, τὸν παρουσίασαν στὸν Διοκλητιανό, ποὺ ἔμεινε ἔκπληκτος βλέποντας τὸν Γεώργιο νὰ λάμπει σὰν Ἄγγελος. Σκέφτηκε, λοιπόν, ὅτι τὸ φαινόμενο αὐτὸ ὀφειλόταν στὶς μαγικές του ἱκανότητες. Γι᾿ αὐτὸ κάλεσε τὸν μάγο Ἀθανάσιο, γιὰ νὰ λύσει τὰ μάγια τοῦ Γεωργίου.

Ἀβλαβὴς ἀπὸ τὸ δηλητήριο

Ἦλθε, λοιπὸν ὁ μάγος Ἀθανάσιος, κρατῶντας στὰ χέρια του δυὸ πήλινα ἀγγεῖα, ὅπου ὑπῆρχε δηλητήριο. Στὸ πρῶτο ἀγγεῖο τὸ δηλητήριο προξενοῦσε τρέλα, ἐνῷ στὸ δεύτερο τὸν θάνατο.

Ἀμέσως ὁδήγησαν τὸν Ἅγιο στὸν Διοκλητιανὸ καὶ στὸν μάγο Ἀθανάσιο. Ὁ βασιλιὰς διέταξε νὰ τοῦ δώσουν νὰ πιεῖ τὸ πρῶτο δηλητήριο. Ὁ Ἅγιος χωρὶς δισταγμὸ ἤπιε τὸ δηλητήριο τοῦ πρώτου δοχείου, ἀφοῦ προηγουμένως προσευχήθηκε, λέγοντας : «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ εἰπὼν κἄν θανάσιμόν τι πίω, οὐ μὴ αὐτοὺς βλάψει, θαυμάστωσον νῦν τὰ ἐλέη σου». Καὶ δὲν ἔπαθε ἀπολύτως τίποτα.

Μόλις εἶδαν ὅτι δὲν ἔπαθε ἀπολύτως τίποτα, ὁ βασιλιὰς διέταξε νὰ τοῦ δώσει ὁ μάγος καὶ τὸ δεύτερο ἀγγεῖο. Τὸ ἤπιε καὶ αὐτὸ χωρὶς νὰ πάθει τὸ παραμικρό. Τότε ὅλοι ἔμειναν ἔκπληκτοι ἀπὸ αὐτὸ τὸ θαῦμα. Ὁ Διοκλητιανὸς ἐξακολουθοῦσε νὰ ἐπειμένει ὅτι γιὰ νὰ μὴν πεθάνει ὁ Γεώργιος εἶχε δικά του μάγια. Ὁ μάγος Ἀθανάσιος ποὺ ἤξερε πόσο δραστικὰ ἦταν τὰ δηλητήρια, ἀφοῦ ἐγονάτισε μπροστὰ στὸν μάρτυρα, ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸν ἀληθινὸ Θεό. Τότε ὁ Διοκλητιανὸς διέταξε καὶ ἐφόνευσαν τὸν Ἀθανάσιο ἀμέσως. Ἐκείνη τὴν στιγμὴ ἔφθασε καὶ ἡ γυναῖκα τοῦ Διοκλητιανοῦ Ἀλεξάνδρα, ποὺ ὁμολόγησε τὴν πίστη της στὸν ἀληθινὸ Θεό. Καὶ ὁ σκληρὸς καὶ ἄκαρδος Διοκλητιανὸς διέταξε νὰ τὴν φυλακίσουν καὶ τὴν ἑπομένη νὰ τῆς κόψουν τὸ κεφάλι. Ἡ Ἀλεξάνδρα ἐνῷ προσευχόταν στὴν φυλακή, παρέδωσε τὴν ψυχή της στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ.

Τὸ μαρτυρικὸ τέλος τοῦ Ἁγίου

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος κλείστηκε στὴν φυλακὴ καὶ τὴν νύκτα εἶδε στ᾿ ὄνειρό του τὸν Χριστό, ποὺ τοῦ ἀνάγγειλε ὅτι θὰ πάρει τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου καὶ θὰ ἀξιωθεῖ τῆς αἰωνίου ζωῆς. Σὰν ξημέρωσε διατάχθηκαν οἱ στρατιῶτες νὰ παρουσιάσουν μπροστά του τὸν Ἅγιο. Πραγματικὰ ὁ Ἅγιος ἐβάδιζε γεμάτος χαρὰ πρὸς τὸν βασιλέα, ἐπειδὴ προγνώριζε ὅτι ἔφτασε τὸ τέλος του. Μόλις λοιπὸν τὸν ἀντίκρισε ὁ Διοκλητιανός, τοῦ πρότεινε νὰ πᾶνε στὸν ναὸ τοῦ Ἀπόλλωνα γιὰ νὰ θυσιάσει στὸ εἴδωλό του. Ὅταν μπῆκε ὁ Ἅγιος στὸν ναό, ἐσήκωσε τὸ χέρι καὶ ἀφοῦ ἔκανε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ διέταξε τὸ εἴδωλο νὰ πέσει. Ἀμέσως τοῦτο ἔπεσε καὶ ἔγινε κομμάτια.

Ὁ ἱερέας τῶν εἰδώλων καὶ ὁ λαὸς τόσο πολὺ θύμωσαν, ποὺ φώναζαν στὸν βασιλέα νὰ θανατώσει τὸν Γεώργιο. Ὁ Διοκλητιανὸς ἔβγαλε διαταγὴ καὶ τοῦ ἔκοψε τὸ κεφάλι.

Advertisements